Η 10η Οκτωβρίου, Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας, καθιερώθηκε με στόχο την ενημέρωση, την ευαισθητοποίηση και την κινητοποίηση της διεθνούς κοινότητας γύρω από ζητήματα ψυχικής υγείας.
Γράφει η Άννα Απέργη Κωνσταντινίδη *
Είναι μία ημέρα που μας υπενθυμίζει ότι η ψυχική υγεία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συνολικής υγείας και ευημερίας κάθε ανθρώπου και ότι η προστασία της συνιστά βασική προϋπόθεση για την κοινωνική συμμετοχή, την ισότητα και την αξιοπρεπή διαβίωση. Παρά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων ετών, εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο εξακολουθούν να βιώνουν το στίγμα, τις διακρίσεις και τα εμπόδια στην πρόσβαση σε κατάλληλη υποστήριξη και υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Η σημερινή ημέρα αποτελεί λοιπόν μια ευκαιρία όχι μόνο για ενημέρωση, αλλά και για ουσιαστικό αναστοχασμό σχετικά με όλους τους παράγοντες που επηρεάζουν την ψυχική ευημερία διαφορετικών ομάδων του πληθυσμού και για την ανάληψη δράσεων που προάγουν τη συμπερίληψη, την αποδοχή και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Επιτρέψτε μου να σας πάω και σε μία άλλη ημερομηνία. 17 Μαΐου. Σας λέει κάτι σαν ημερομηνία;
Κάθε χρόνο, στις 17 Μαΐου, η διεθνής κοινότητα τιμά τη Διεθνή Ημέρα κατά της ΛΟΑΤΚΙφοβίας. Η ημερομηνία αυτή αποτελεί ένα ιστορικό ορόσημο στην εξέλιξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της σύγχρονης επιστημονικής σκέψης, καθώς στις 17 Μαΐου 1990 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αφαίρεσε την ομοφυλοφιλία από τη Διεθνή Στατιστική Ταξινόμηση Νοσημάτων και Συναφών Προβλημάτων Υγείας.
Η απόφαση εκείνη δεν αφορούσε μόνο την ιατρική επιστήμη, αλλά την ίδια τη δημοκρατία, τη θεσμική ισότητα και τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες αντιλαμβάνονται αυτό που ονομάζουμε ως διαφορετικότητα. Αποτελούσε την επίσημη παραδοχή ότι εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο είχαν επί δεκαετίες στιγματιστεί, περιθωριοποιηθεί και αποκλειστεί εξαιτίας μίας λανθασμένης και αντιεπιστημονικής αντίληψης, σύμφωνα με την οποία κάθε τι που παρέλκυε από τον ετερόφυλο σεξουαλικό προσανατολισμό, αποτελούσε ψυχική διαταραχή.
Σήμερα, περισσότερο από τρεις δεκαετίες αργότερα, όμως οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι παρόμοιοι μηχανισμοί παθολογικοποίησης εξακολουθούν να επηρεάζουν σημαντικά τμήματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας και ιδιαίτερα τα τρανς, μη δυαδικά και φυλοδιαφορετικά πρόσωπα.
Οι ΛΟΑΤΚΙ+ ταυτότητες δεν είναι διάγνωση. Δεν είναι ψυχική διαταραχή. Δεν είναι παθολογία. Δεν είναι κάποιο πρόβλημα που χρήζει διόρθωσης. Είναι ανθρώπινες εκφράσεις της προσωπικότητας, της ταυτότητας και της ανθρώπινης διαφορετικότητας, οι οποίες οφείλουν να απολαμβάνουν πλήρους και ισότιμης προστασίας από το κράτος δικαίου.
Το 2018, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας προχώρησε σε μία ιστορική αναθεώρηση του Διεθνούς Ταξινομητικού Καταλόγου Νοσημάτων, γνωστού ως ICD-11. Στο πλαίσιο αυτής της αναθεώρησης, αφαιρέθηκε η λεγόμενη «διαταραχή ταυτότητας φύλου» από την κατηγορία των ψυχικών διαταραχών και αντικαταστάθηκε από τον όρο «ασυμφωνία φύλου», ο οποίος εντάχθηκε πλέον στο κεφάλαιο που αφορά τις καταστάσεις σχετιζόμενες με τη σεξουαλική υγεία.
Η επιστημονική κοινότητα αναγνώρισε ότι η ύπαρξη μιας ταυτότητας φύλου διαφορετικής από εκείνη που αποδόθηκε κατά τη γέννηση δεν συνιστά ψυχική ασθένεια. Η μεταβολή αυτή βασίστηκε σε πολυετείς επιστημονικές έρευνες, σε εμπειρικά δεδομένα, καθώς και στη διεθνή συναίνεση ότι τα τρανς πρόσωπα δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται μέσα από το πρίσμα της παθολογίας. Η απόφαση αυτή ήρθε να ολοκληρώσει μια πορεία που είχε ήδη ξεκινήσει από σημαντικούς διεθνείς επιστημονικούς οργανισμούς.
Η Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία είχε ήδη από το 2012 αφαιρέσει τον όρο «διαταραχή ταυτότητας φύλου» από το DSM και τον αντικατέστησε με τον όρο «δυσφορία φύλου», περιορίζοντας το ενδιαφέρον της επιστήμης όχι στην ίδια την ταυτότητα φύλου αλλά στις αρνητικές συνέπειες που ενδέχεται να προκαλεί το κοινωνικό στίγμα, ο αποκλεισμός και η θεσμική ή κοινωνική βία. Ακολούθησε η Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία, η οποία στις Κατευθυντήριες Γραμμές του 2015 αναγνώρισε ρητά ότι το φύλο δεν αποτελεί ένα αυστηρά διπολικό φαινόμενο, αλλά ένα ευρύ φάσμα ταυτοτήτων και εκφράσεων.
Έπειτα, η Παγκόσμια Επαγγελματική Ένωση για την Υγεία των Διεμφυλικών Ατόμων, η οποία το 2017 τάχθηκε ανοιχτά κατά κάθε υποχρεωτικής ψυχιατρικής διάγνωσης ως προϋπόθεσης για την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου.
Έπειτα ακολούθησαν με Οδηγίες και Συστάσεις ο ΟΗΕ, το Συμβούλιο της Ευρώπης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στη συνέχεια το σύνολο σχεδόν της διεθνούς επιστημονικής και νομικής κοινότητας.
Με άλλα λόγια, δεν μιλάμε για μία αμφιλεγόμενη προσέγγιση, αλλά για την επικρατούσα σύγχρονη επιστημονική γνώση.
Παρά ταύτα, η Ελλάδα εξακολουθεί να κουβαλά σημαντικά θεσμικά κατάλοιπα αυτής της απαρχαιωμένης αντίληψης. Η καθυστέρηση προσαρμογής του διοικητικού και νομοθετικού πλαισίου στο πνεύμα του ICD-11 έχει ως αποτέλεσμα να συνεχίζουν να υφίστανται πρακτικές και διατάξεις που αναπαράγουν το στίγμα και τις διακρίσεις.
Οι συνέπειες αυτές γίνονται ιδιαίτερα εμφανείς στον τομέα της εργασίας και της απασχόλησης. Επί σειρά ετών, ακόμη και σήμερα, τρανς υποψήφια άτομα αποκλείονται από τη δυνατότητα εισαγωγής στις σχολές της Ελληνικής Αστυνομίας και άλλων σωμάτων ασφαλείας με αποκλειστικό κριτήριο την ταυτότητα φύλου τους.
Το ζήτημα αυτό αναδείχθηκε επανειλημμένα παλαιότερα από το Σωματείο Υποστήριξης Διεμφυλικών, το οποίο κατήγγειλε ότι το κράτος συνέχιζε να εφαρμόζει ξεπερασμένες αντιλήψεις παρά την αλλαγή της διεθνούς επιστημονικής πραγματικότητας.
Το αποκορύφωμα αυτής της συζήτησης ήρθε με το πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτη, σύμφωνα με το οποίο ο αποκλεισμός των διεμφυλικών ατόμων από τις Αστυνομικές Σχολές αποκλειστικά λόγω της διεμφυλικότητάς τους συνιστά άμεση διάκριση και παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, όπως αυτή προβλέπεται τόσο από τον νόμο 4443/2016 όσο και από την Οδηγία 2000/78/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η υπόθεση αυτή είναι εμβληματική. Δείχνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο ότι η παθολογικοποίηση δεν αποτελεί αφηρημένη έννοια. Μεταφράζεται σε φραγμούς στην απασχόληση, σε περιορισμό επαγγελματικών επιλογών, και σε αποκλεισμό από ευκαιρίες που για τους υπόλοιπους πολίτες θεωρούνται αυτονόητες.
Τα προβλήματα όμως δεν τελειώνουν εκεί.
Τα τρανς πρόσωπα συχνά αποκλείονται ή δυσκολεύονται να συμμετάσχουν σε διαδικασίες που σχετίζονται με το ΑΣΕΠ, με προγράμματα της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης, καθώς και με κάθε επαγγελματική δραστηριότητα που απαιτεί ψυχιατρικές γνωματεύσεις ή στρατολογικά δικαιολογητικά.
Η παθολογικοποίηση της ταυτότητας φύλου μετατρέπεται έτσι σε έναν μηχανισμό πολλαπλού αποκλεισμού, ο οποίος επηρεάζει την πρόσβαση στην εργασία, την οικονομική ανεξαρτησία και τελικά την κοινωνική ένταξη.
Εξίσου σοβαρές όμως είναι και οι συνέπειες στον τομέα της υγείας.
Η μη προσαρμογή των πολιτικών υγείας στις ανάγκες των τρανς και φυλοδιαφορετικών προσώπων δημιουργεί καθημερινά εμπόδια στην πρόσβαση σε υπηρεσίες πρόληψης, διάγνωσης και θεραπείας.
Και σας καλώ να σκεφτείτε, πως εξυπηρετείται ένας τρανς άνδρας που χρειάζεται να πραγματοποιήσει τεστ ΠΑΠ;
Πως λειτουργεί το σύστημα παραπομπών και συνταγογράφησης όταν τα έγγραφα ενός προσώπου έχουν αλλάξει λόγω νομικής αναγνώρισης ταυτότητας φύλου;
Πως διασφαλίζεται ότι μια τρανς γυναίκα θα έχει πρόσβαση σε εξετάσεις που σχετίζονται με τον προστάτη, χωρίς να έρχεται αντιμέτωπη με διοικητικά εμπόδια ή προσβλητικές διαδικασίες;
Τα ερωτήματα αυτά αφορούν την ίδια την προστασία της ανθρώπινης ζωής, αφορούν το δικαίωμα μας στην υγεία.
Αφορούν το άρθρο 21 του Ελληνικού Συντάγματος, το οποίο επιβάλλει στο κράτος την υποχρέωση προστασίας της υγείας όλων των πολιτών χωρίς διακρίσεις.
Η καθυστέρηση προσαρμογής των πληροφοριακών συστημάτων, της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης και των διοικητικών διαδικασιών είναι ξεκάθαρα ζήτημα ισότητας και σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά επίσης η θέση της ίδιας της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας.
Ο Κλάδος Διαπολιτισμικής Ψυχιατρικής έχει τοποθετηθεί με απόλυτη σαφήνεια ότι η τρανς κατάσταση δεν αποτελεί ψυχοπαθολογία αλλά μία από τις φυσιολογικές παραλλαγές της ανθρώπινης έκφρασης του φύλου.
Η τοποθέτηση αυτή έχει εξαιρετική θεσμική βαρύτητα, καθώς αποδεικνύει ότι η αποπαθολογικοποίηση δεν αποτελεί μόνο αίτημα του ΛΟΑΤΚΙ+ κινήματος, αλλά αποτελεί πλέον θέση σημαντικού τμήματος της ίδιας της επιστημονικής κοινότητας της χώρας μας.
Στο σημείο αυτό όμως, οφείλουμε να αναδείξουμε ένα ακόμη ιδιαίτερα κρίσιμο ζήτημα, τις εγκληματικές πρακτικές μεταστροφής.
Για δεκαετίες, χιλιάδες ΛΟΑΤΚΙ+ άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο υπέστησαν βίαιες και αντιεπιστημονικές πρακτικές με στόχο να «αλλάξει» ο σεξουαλικός τους προσανατολισμός ή η ταυτότητα φύλου τους.
Οι πρακτικές αυτές περιλάμβαναν ψυχολογική πίεση, εξαναγκασμό, εκφοβισμό, θρησκευτικού τύπου παρεμβάσεις, ακόμα και μορφές ψυχικής κακοποίησης.
Η διεθνής επιστημονική κοινότητα είναι σήμερα απολύτως σαφής. Οι λεγόμενες «θεραπείες μεταστροφής» δεν έχουν καμία επιστημονική βάση. Προκαλούν σοβαρές βλάβες στην ψυχική υγεία, αυξάνουν τον κίνδυνο κατάθλιψης, αυτοκτονικού ιδεασμού και κοινωνικής απομόνωσης και κυρίως, παραβιάζουν κατάφωρα την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Η Ελλάδα έκανε ένα σημαντικό βήμα με τον νόμο 4931/2022, ο οποίος περιλαμβάνει διατάξεις κατά των πρακτικών μεταστροφής.
Ωστόσο, η κοινότητα και όχι μόνο, έχει επισημάνει ότι απαιτείται περαιτέρω ενίσχυση του πλαισίου, ώστε η απαγόρευση να είναι καθολική και να καλύπτει κάθε μορφή παρέμβασης που στοχεύει στη μεταβολή ή στον επανακαθορισμό του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου ενός προσώπου.
Το ζήτημα αυτό μας οδηγεί σε μια άλλη κρίσιμη διάσταση, την εκπαίδευση των επαγγελματιών ψυχικής υγείας.
Παρά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων ετών, εξακολουθούν να καταγράφονται περιστατικά κατά τα οποία ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα έρχονται αντιμέτωπα με προκαταλήψεις, ψυχιατρικοποίηση, υποτιμητικές συμπεριφορές ή ακόμη και κακοποιητικές πρακτικές κατά την επαφή τους με δομές ψυχικής υγείας.
Ορισμένοι άνθρωποι προσέρχονται αναζητώντας υποστήριξη και τελικά καλούνται να απολογηθούν για την ταυτότητά τους, άλλα άτομα βρίσκονται αντιμέτωπα με αμφισβήτηση των βιωμάτων τους, ενώ άλλα, δέχονται προτάσεις που παραπέμπουν, ευθέως ή εμμέσως, σε λογικές «διόρθωσης» της ταυτότητάς τους.
Αυτές όλες οι εγκληματικές πρακτικές δεν έχουν θέση σε ένα κράτος δικαίου.
Η συστηματική εκπαίδευση ψυχιάτρων, ψυχολόγων, κοινωνικών λειτουργών, νοσηλευτών και κάθε επαγγελματία υγείας αποτελεί πλέον αναγκαία προϋπόθεση για την παροχή υπηρεσιών με σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και στα ανθρώπινα δικαιώματα.
Στο πλαίσιο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία το επιβεβαιωτικό μοντέλο ψυχοθεραπείας. Πρόκειται για μία προσέγγιση η οποία δεν θεωρεί την ταυτότητα φύλου ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό πρόβλημα προς επίλυση.
Αντιθέτως, αναγνωρίζει ότι τα προβλήματα ψυχικής υγείας που συχνά βιώνουν τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα δεν απορρέουν από την ταυτότητά τους αλλά από το στίγμα, τις διακρίσεις, τον εκφοβισμό, την κοινωνική περιθωριοποίηση και τον αποκλεισμό.
Το επιβεβαιωτικό μοντέλο βρίσκεται σήμερα στον πυρήνα των διεθνών κατευθυντήριων γραμμών για την ψυχική υγεία και αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο μιας προσέγγισης βασισμένης στα ανθρώπινα δικαιώματα.
Επιπλέον, θα ήθελα να επισημάνω ότι η συζήτηση για την ενσωμάτωση του ICD-11, για την κατάργηση αναχρονιστικών διατάξεων, για την αντιμετώπιση των διακρίσεων στην εργασία ή για την εκπαίδευση των επαγγελματιών ψυχικής υγείας δεν αφορά αποκλειστικά τα τρανς πρόσωπα. Αφορά το επίπεδο δημοκρατίας της χώρας μας, την ποιότητα του κράτους δικαίου, αλλά και την ικανότητά μας να διασφαλίζουμε ότι κανένα απολύτως άτομο δεν υφίσταται αποκλεισμό εξαιτίας της όποιας ταυτότητάς του.
Επομένως, άμεση ενσωμάτωση του ICD-11, η πλήρης εναρμόνιση της νομοθεσίας με τις αρχές του ν. 4443/2016 και του ν. 5089/2024, κατάργηση κάθε διάταξης που εξακολουθεί να ψυχιατρικοποιεί την ταυτότητα φύλου, πλήρης πρόσβαση των τρανς και φυλοδιαφορετικών προσώπων στην υγεία, στην εργασία και στις δημόσιες υπηρεσίες, καθώς και καθολική εφαρμογή του επιβεβαιωτικού μοντέλου στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας.
Διότι σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία κανένας συνάνθρωπος μας, δεν πρέπει να στερείται δικαιώματα εξαιτίας αυτού που είναι.
*Η Άννα Απέργη Κωνσταντινίδη είναι Special Advisor/Trainer στο Diversity Charter Greece









