Ο άνδρας υποστήριξε ότι απομακρύνθηκε από την τελετή λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν διαπίστωσε διάκριση, αλλά καταδίκασε την Ελλάδα για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης.
Για 17 χρόνια μοιράζονταν τη ζωή τους, συγκατοικούσαν και είχαν αναπτύξει κοινή επαγγελματική δραστηριότητα. Όταν, όμως, ο ένας από τους δύο πέθανε αιφνίδια, τον Μάρτιο του 2009, ο σύντροφός του βρέθηκε αντιμέτωπος με μια σειρά αντιπαραθέσεων με τους συγγενείς του αποθανόντος.
Ο άνδρας υποστήριξε ότι η απομάκρυνσή του συνοδεύτηκε από προσβλητικά σχόλια που στόχευαν στον σεξουαλικό του προσανατολισμό. Αποφάσισε να προσφύγει στη Δικαιοσύνη, διεκδικώντας αποζημίωση για ηθική βλάβη και υποστηρίζοντας ότι ο αποκλεισμός του συνιστούσε προσβολή των δικαιωμάτων του.
Η υπόθεση έφτασε μέχρι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), το οποίο εξέτασε αν οι ελληνικές αρχές είχαν διασφαλίσει επαρκώς την προστασία του.
Με απόφασή του στις 20 Οκτωβρίου 2026, στην υπόθεση G.G. κατά Ελλάδας (προσφυγή 84038/17), το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε παραβίαση της Σύμβασης ως προς την καταγγελλόμενη διάκριση λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού. Έκρινε, ωστόσο, ότι η δικαστική διαδικασία δεν ολοκληρώθηκε εντός εύλογου χρόνου και επιδίκασε στον προσφεύγοντα 2.000 ευρώ για ηθική βλάβη.
Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι οι σταθερές σχέσεις μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου μπορούν να εμπίπτουν στην έννοια της «οικογενειακής ζωής», η οποία προστατεύεται από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η υπόθεση εξετάστηκε επίσης υπό το πρίσμα της απαγόρευσης των διακρίσεων, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 14.
Ωστόσο, έκρινε ότι η προστασία της οικογενειακής ζωής δεν συνεπάγεται αυτομάτως υποχρέωση του κράτους να εξασφαλίζει την παρουσία ενός προσώπου σε οικογενειακές τελετές που διοργανώνουν ιδιώτες.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το ΕΔΔΑ δεν αμφισβήτησε το συμπέρασμα των ελληνικών δικαστηρίων ότι δεν αποδείχθηκε πως ο σεξουαλικός προσανατολισμός του άνδρα αποτέλεσε την αιτία του αποκλεισμού του. Ως εκ τούτου, δεν διαπίστωσε παραβίαση των άρθρων 8 και 14 της Σύμβασης ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα.
Το Εφετείο Αθηνών είχε απορρίψει την αγωγή του άνδρα, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε η χρήση προσβλητικών εκφράσεων σχετικών με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό. Σύμφωνα με την απόφαση, η αδελφή του αποθανόντος είχε ζητήσει την αποχώρησή του από το μνημόσυνο.
Στη συνέχεια, ο Άρειος Πάγος, με την απόφαση 1293/2017, απέρριψε την αναίρεσή του. Έκρινε ότι οι συγγενείς που οργανώνουν μια οικογενειακή τελετή μπορούν να καθορίζουν ποιοι θα παρευρίσκονται, ακόμη και όταν αυτή πραγματοποιείται σε δημόσιο ναό.
Διαφορετική ήταν η κρίση του ΕΔΔΑ ως προς τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας. Η αγωγή είχε κατατεθεί στις 11 Ιουνίου 2009, ενώ η πρωτόδικη απόφαση εκδόθηκε στις 19 Ιουνίου 2013. Χρειάστηκαν, επομένως, περίπου τέσσερα χρόνια για την ολοκλήρωση της διαδικασίας σε πρώτο βαθμό.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η υπόθεση δεν παρουσίαζε ιδιαίτερη πολυπλοκότητα που να δικαιολογεί την καθυστέρηση και ότι ο προσφεύγων δεν είχε συμβάλει ουσιωδώς σε αυτήν. Δεν αποδέχθηκε, συνεπώς, το επιχείρημα της ελληνικής κυβέρνησης ότι η αναβολή της συζήτησης, με σκοπό τη συνεκδίκαση συναφών αγωγών, δικαιολογούσε τη συνολική διάρκεια της διαδικασίας.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ομόφωνα παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα εκδίκασης μιας υπόθεσης εντός εύλογου χρόνου, και επιδίκασε στον άνδρα 2.000 ευρώ για ηθική βλάβη.
Ο δικηγόρος του προσφεύγοντος, Βασίλης Σωτηρόπουλος, άσκησε έντονη κριτική στην απόφαση, χαρακτηρίζοντάς την «σαφές πισωγύρισμα στα ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιώματα».
Όπως δήλωσε στο NB Daily, το ΕΔΔΑ έχασε την ευκαιρία να αναγνωρίσει το δικαίωμα ενός επιζώντος ομόφυλου συντρόφου να παρίσταται σε τελετές μνήμης του συντρόφου του, όταν αυτές πραγματοποιούνται σε ελεύθερα προσβάσιμο δημόσιο χώρο.
Ο ίδιος έθεσε επίσης ζήτημα σχετικά με το γεγονός ότι η υπόθεση εξετάστηκε από τριμελή Επιτροπή του Δικαστηρίου και όχι από επταμελές Τμήμα. Κατά την άποψή του, το ΕΔΔΑ δεν έλαβε επαρκώς υπόψη την πολυετή σχέση του ζευγαριού ούτε τους κανόνες σχετικά με το βάρος απόδειξης σε υποθέσεις διακρίσεων.
Ο δικηγόρος εκτιμά ακόμη ότι η εξέταση της υπόθεσης από Επιτροπή δεν επιτρέπει την παραπομπή της στο Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης του ΕΔΔΑ. Αναφέρει, τέλος, ότι ο προσφεύγων διατηρεί τη δυνατότητα να εξετάσει την προσφυγή στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ.
με πληροφορίες στο ΝΒ Daily









