Ποιος ευθύνεται για τις ομοτρανσφοβικές επιθέσεις;

Το βράδυ του Σαββάτου δύο νεαρά queer άτομα περπατούσαν στην πλατεία Αριστοτέλους. Όχλος πολλών δεκάδων, με ριγοτές φόρμες, ποδηλατικά γυαλιά και μαύρα αντιανεμικά μπουφάν, άρχισε να τους επιτίθεται, να τα φτύνει και να τα απειλεί. «Μα γιατί να συμβαίνουν τέτοιες επιθέσεις όταν επιτέλους αναγνωρίζονται νομικά τα αυτονόητα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων;» θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε αφελώς.

Όταν λέμε πως κάποιος είναι ισχυρός στην πραγματικότητα εννοούμε πως είναι ενισχυμένος. Η εξουσία του ενισχύεται, νομιμοποιείται δηλαδή, μέσα από την υποστήριξη που του προσφέρουν ορισμένοι άλλοι. Στην προσπάθειά τους να διατηρήσουν την υποστήριξη που τους προσφέρει το συντηρητικό κομμάτι της κοινωνίας: πολιτικοί, δημόσια πρόσωπα, εκπρόσωποι της εκκλησίας και άλλα straight άτομα, αναπαρήγαγαν ρητορική μίσους, λοατκιφοβία και μισανθρωπισμό. Η πολιτική θέση είναι γνωστό πως συντηρείται: είτε μέσω της πολιτικής εξουσίας, που προϋποθέτει διαδικασίες ανοιχτού διαλόγου, συναίνεσης και κοινωνικής ζύμωσης, είτε μέσω της βίας, που στοχεύει στην υποταγή. Οι προαναφερόμενοι επέλεξαν να επενδύσουν στη βία, στη διάκριση και τον αποκλεισμό.

Εκτός από την στάση της πολιτικής εξουσίας τα φαινόμενα των βίαιων ρατσιστικών επιθέσεων βρίσκουν την αντανάκλασή τους και στον προβληματικό τρόπο λειτουργίας των θεσμών. Η δικαιοσύνη στη χώρα μας διαβάζει εντελώς επιλεκτικά τον όρο βία. Για παράδειγμα μπορεί να έχεις σκοτώσει έναν άνθρωπο στην βιτρίνα του καταστήματός σου μέρα μεσημέρι, στο κέντρο της Αθήνας, παρουσία μαρτύρων και η υπεράσπισή σου να υποστηρίζει επί πεντέμισι χρόνια πως ο άνθρωπος που δολοφόνησες πέθανε απ’ τον φόβο του και όχι απ’ τα χέρια σου. Και αυτό εγχώρια να είναι οκ, παρά το γεγονός πως έχουν τοποθετηθεί ευρωπαϊκοί θεσμοί υποστηρίζοντας πως πρόκειται για περίπτωση ακραίας αστυνομικής βίας. Μπορεί αν έχεις διαπομπεύσει καμιά τριανταριά οροθετικές θηλυκότητες (μεταξύ των οποίων και τρανς), όχι απλά να μην κατηγορηθείς για βία και υποκίνηση σε βία, αλλά να διατηρείς το ίδιο ακριβώς αξίωμα δέκα χρόνια και τρεις κυβερνήσεις μετά. Το γεγονός πως υπάρχουν ανοιχτές ποινικές υποθέσεις λιντσαρίσματος με θεσμική εμπλοκή είναι σαφές πως συναινεί στην νομιμοποίηση της πρακτικής.

Η ρητορική μίσους και οι ρατσιστικές πρακτικές δεν καταδικάστηκαν από τους θεσμούς. Η ακροδεξιά εκπροσωπείται από τρία κόμματα εντός του ελληνικού κοινοβουλίου. Ο ακροδεξιός και ρατσιστικός λόγος έτσι, αναπαράγεται υπό το πέπλο της νομιμότητας. Τα συμπεράσματα της έρευνας της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Αγγλίας από αυτή την άποψη θα μπορούσαν να απαντούν και στη χώρα μας. Η εν λόγω έρευνα απέδειξε πως τα εγκλήματα μίσους αυξάνονται, όσο αυξάνεται η αντιλοάτκι+ προπαγάνδα, η ρητορική μίσους, οι προκαταλήψεις εναντίον των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων. Επιπλέον. η έρευνα κάνει λόγο για «κατασκευασμένο πολιτιστικό πόλεμο που εξαπλώνει την ρητορική μίσους και την παραπληροφόρηση στην πολιτική και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, συχνά απορρίπτοντας και νομιμοποιώντας την πραγματική βία που βιώνουν πολλά άτομα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας».

Μια διαγώνια ματιά στα ομοτρανσφοβικά περιστατικά του τελευταίου χρόνου αρκεί για να επιβεβαιώσει τον τρόπο με τον οποίο τα πιο πάνω ερευνητικά συμπεράσματα απαντούν στην ελληνική πραγματικότητα.

Η διαφορά των παραπάνω με την επίθεση στην πλατεία Αριστοτέλους είναι καθαρά αριθμητική. Το μόνο που διαφέρει είναι το μέγεθος του όχλου. Κατά τα άλλα το κίνητρο, τα χαρακτηριστικά των θυτών και των θυμάτων είναι κοινά.

Αν η κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων λειτουργεί αποκαλυπτικά προς την ποιότητα της δημοκρατίας μιας χώρας, τι έχουν να πουν τα πιο πάνω περιστατικά για το ελληνικό κράτος δικαίου; Σίγουρα αποδεικνύουν πως μετά το άνοιγμα του διαλόγου γύρω από την αναγνώριση των ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιωμάτων, τα ομοτρανσφοβικά περιστατικά έχουν αυξηθεί. Ο τρόπος με τον οποίο άνοιξε ο διάλογος κανονικοποίησε τη ρατσιστική ρητορική. Τη νομιμοποίησε μέσω την αναπαραγωγής της από πολιτικούς και εκκλησιαστικούς εκπροσώπους. Η ισότητα παρουσιάστηκε ως ζήτημα προσωπικής ηθικής. Έτσι το: «Ποιος έχει την ευθύνη για τις ομοφτρανσφοβικές επιθέσεις;» παραμένει ανοιχτό ερώτημα.




Δες και αυτό!