Μέχρι πού μπορείς να φτάσεις για την ελευθερία; Για την ελευθερία του να υπάρχεις, να αγαπάς και να αγαπιέσαι όπως εσύ επιλέγεις και όχι όπως σου επιβάλλουν;
Στον κόσμο της επιβεβλημένης «καθαρότητας» του «Cleansed» της Σάρα Κέιν, ο Ροντ και ο Καρλ έρχονται αντιμέτωποι με τα όρια της ελευθερίας τους και διεκδικούν το δικαίωμα να αγαπούν όπως επιθυμούν.
Με αφορμή την παράσταση, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά, η οποία συνεχίζει για μια δεύτερη επιτυχημένη χρονιά στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, είχα μια ενδιαφέρουσα συζήτηση με τους ηθοποιούς Γιώργο Ζυγούρη και Νικολάκη Ζεγκίνογλου.
Αφού καθίσαμε στη σκηνή, πάνω στην οποία λίγες μέρες πριν είχα δει να εκτυλίσσεται ένας θεατρικός αγώνας προς την ελευθερία, τους ζήτησα να μου μιλήσουν για τον εαυτό τους. Εκείνοι, όμως, επέλεξαν να μιλήσουν ο ένας για τον άλλο.
«Ο Γιώργος είναι ο καλύτερος παρτενέρ που θα μπορούσα να έχω. Και αυτό γιατί μοιραζόμαστε, πέρα από την τέχνη, που μπαίνει σε δεύτερη μοίρα, μια αγάπη για τα μηχανάκια. Οπότε, αυτό είναι που μας έχει ενώσει πάρα πολύ. Και μου έχει κάνει και το πιο μαγικό δώρο στα γενέθλια. Μου έφτιαξε ένα λεύκωμα, το οποίο ήταν οι εντυπώσεις του Γιώργου Ζυγούρη για τον Νικολάκη Ζεγκίνογλου», μου λέει ο Νικολάκης.

Αφού μου εξηγεί τι συμπεριέλαβε στο «βιβλίο των εντυπώσεων», ο Γιώργος Ζυγούρης μου λέει ότι ο Νικολάκης «είναι το μεγαλύτερο δώρο που μου έχει συμβεί τον τελευταίο καιρό στο θέατρο, γιατί εγώ εκτιμώ πέρα από το αν είναι κάποιος καλός καλλιτέχνης, αν είναι και ωραίος άνθρωπος».
«Και ήταν από την πρώτη στιγμή πάρα πολύ γενναιόδωρος, πάρα πολύ δοτικός, ειλικρινής, ανοιχτός, τρυφερός», προσθέτει.
Για λίγο συζητάμε όσα μου έκαναν εντύπωση και όσα κράτησα εγώ από την παράσταση. Τους λέω όσα με «σόκαραν» και τότε ο Γιώργος με ρωτά εάν μου φάνηκαν πιο σοκαριστικά τα εφέ «ή που κάποιος μπορεί να πεθάνει από την τόση αγάπη».
Ο Νικολάκης Ζεγκίνογλου υποδύεται τον Καρλ, ένα αγόρι που αποζητά την απόλυτη δέσμευση και την αγάπη σε ένα ασφυκτικά εξουσιαστικό περιβάλλον, από τον Ροντ, τον οποίο υποδύεται ο Γιώργος Ζυγούρης. Ο Ροντ, από την άλλη, είναι υποψιασμένος. Ξέρει ότι η αγάπη μπορεί να είναι εφήμερη, ότι τα μεγάλα λόγια γρήγορα ξεθωριάζουν.
Το περιβάλλον γύρω τους, ένα ίδρυμα που διοικείται από τον Τίνκερ, λειτουργεί ως μια μηχανή εξολόθρευσης αυτής της αγάπης αλλά και οποιασδήποτε «αποκλίνουσας» παρουσίας. Η ομοερωτικότητα είναι μια από αυτές.
Συζητώντας για τις δυσκολίες ενσάρκωσης του ρόλου, ο Γιώργος μου λέει ότι το θέμα έγκειται στην προσέγγιση του έργου μιας συγγραφέως που «φαίνεται να είχε υποφέρει από τόσο πολλά πράγματα στη ζωή της και να μην είχε άλλη επιλογή παρά μόνο να γράψει κάποια πράγματα».
«Στο πως δηλαδή εμείς θα τα μεταχειριστούμε δίνοντάς τους το βάθος και την προσοχή που αξίζουν», λέει και προσθέτει ότι «δεν έχει λόγο να ειπωθεί χωρίς τη δική σου προσωπική εμπλοκή ως ηθοποιός και επειδή είναι πράγματα που δεν σου συμβαίνουν καθημερινά, πρέπει να βρεις αναλογία στη ζωή σου από το παρελθόν, από το πως φοβάσαι ότι μπορεί να καταλήξεις στο μέλλον, για να μπορέσεις να ταυτιστείς με αυτό το πράγμα και να γίνεις προσωπικός, όσο γίνεται».
Από την πλευρά του, ο Νικολάκης, αφού λέει με πολύ όμορφο τρόπο, ότι θα μπορούσε το «Cleansed» να ήταν «ένα τελευταίο σημείωμα» της Κέιν, αναφέρει κάτι πιο πρακτικό: «Ήταν η πρώτη μου φορά που έκανα θέατρο. Οπότε αυτό ήταν μια δυσκολία. Και μια δυσκολία στο να εμπιστευτώ και να μπω στον κόσμο αυτόν. Δηλαδή να εμπιστευτώ τους συναδέλφους μου, τον σκηνοθέτη μου και να μπω σε όλο αυτό. Αυτή ήταν η δυσκολία μου. Μέχρι να ξεκινήσουν οι πρόβες. Μετά σιγά-σιγά λυνόμουν».
Στη συνέχεια, τους ρωτάω αν ανακάλυψαν κάτι ο ένας για τον άλλον στις πρόβες που να άλλαξε και τον τρόπο που βλέπουν τους ρόλους τους.
«Κοίτα, σε αυτό το έργο νομίζω ότι κάθε μέρα ανακαλύπτεις πράγματα. Δηλαδή, όταν τελειώνουμε τη δεύτερη σκηνή, που έχουμε μια ιεροτελεστία με τον Γιώργο, καθόμαστε πίσω και συζητάμε πως πήγε. Συνέχεια ανακαλύπτουμε και λέμε ο ένας στον άλλον πράγματα. Έχει τόσα πολλά επίπεδα αυτό το έργο που δεν μπορείς ποτέ να σταματήσεις να ανακαλύπτεις καινούργιες πτυχές των χαρακτήρων», μου λέει ο Νικολάκης.
Ο Γιώργος, ενώ ξεκαθαρίζει ότι δεν χρειάζεται να υπάρχει χημεία μεταξύ των ηθοποιών, μιας και πρόκειται για επαγγελματική σχέση, λέει: «Έχεις να αντλήσεις από τον ψυχικό σου κόσμο. Εγώ έχω δει πολλές φορές τον Νικολάκη να με συγκινεί για το πώς βλέπει τον κόσμο. Αυτό, όχι απαραίτητα αλλάζει την οπτική μου απέναντι σε αυτόν, αλλά με κάνει να πιστεύω ξανά σε πιο γλυκά συναισθήματα που μπορούν να έχουν οι άνθρωποι ο ένας για τον άλλον».
«Μου δίνει μια ελπίδα παραπάνω ότι δεν είσαι ο μόνος που μπορεί να πιστεύεις και να έχεις πληγωθεί και να έχεις αφήσει αυτά τα αισθήματα», συμπληρώνει.
Πριν προχωρήσουμε, αξίζει να αναφερθεί ότι η Σάρα Κέιν ακολουθούσε τη μέθοδο του «in your face», μια μέθοδο που παρουσίαζε έντονες βίαιες, σεξουαλικές στιγμές πάνω στη θεατρική σκηνή. Έτσι και στην παράσταση του Δημήτρη Καραντζά, η βία και η ένταση απορροφά τον θεατή, χωρίς να τον αφήνει να μείνει αμέτοχος. Έχοντας αυτό στο μυαλό μου, τους ρώτησα πως ήταν να παίζουν σε μια τόσο έντονη σωματικά παράσταση.

«Εκείνη τη στιγμή νομίζω ότι όσο κουρασμένος και να είσαι ως ηθοποιός δεν υποφέρεις. Υποφέρεις ως χαρακτήρας. Μέχρι να βρεις τις ισορροπίες μπορεί να υποφέρεις λίγο και ως ηθοποιός. Αλλά όσο κουρασμένος και να είσαι, όσο και να σου έχουν γίνει όλα στραβά, η λύτρωση του χαρακτήρα στο τέλος γίνεται και η λύτρωση του ηθοποιού. Στο τέλος τελειώνει με την ελπίδα. Και αυτό κάπως… περνάει και μέσα στο σώμα. Δηλαδή, το αίσθημα είναι σαν να έχεις πάει να έχεις κάνει μία πολύ σκληρή προπόνηση γυμναστικής και να έχει τελειώσει αυτό και είσαι τόσο κουρασμένος και τόσο τερματισμένος που πηγαίνεις στο σπίτι και είσαι χαρούμενος για αυτό που έχει συμβεί. Κάπως νιώθεις μία ελαφρότητα. Αυτό και το αλκοόλ. Μια-δυο μπυρίτσες στο τέλος είναι βάλσαμο», λέει ο Νικολάκης με μια χιουμοριστική διάθεση στο τέλος.
«Ναι, για να γίνεται πιστευτό αυτό το πράγμα πρέπει να φτάσεις σε ένα ακραίο τόνο το σώμα. Δεν γίνεται να το μιμηθείς αυτό το πράγμα. Πρέπει να δονηθεί το σώμα σε ένα ακραίο τόνο», εξηγεί ο Γιώργος, με τον Νικολάκη να προσθέτει ότι σε αυτό το έργο της Κέιν «πρέπει να μπεις με την καρδιά και με την ψυχή μέσα. Να το βιώσεις για να μπορείς να πεις την αλήθεια».
Φεύγοντας από την παράσταση, συζητούσαμε με τη φίλη μου για το πως είναι να δημιουργείς μια σχέση, όπως αυτή του Ροντ και του Καρλ, σε ένα περιβάλλον με τόση έντονη επιτήρηση και εξουσία.
«Νομίζω ότι όλες οι σχέσεις σε αυτά τα περιβάλλοντα δημιουργούνται και υπάρχουν», μου απαντά ο Νικολάκης. Σε τέτοια περιβάλλοντα δεν παλεύουν να ανθίσουν και οι κουήρ σχέσεις στην Ελλάδα του σήμερα;
«Αυτό το ίδρυμα είναι μια μικρογραφία του κόσμου. Την ίδια ακριβώς προσπάθεια πρέπει εγώ να σπαταλήσω για τον σύντροφό μου, ώστε να είμαστε μαζί. Την ίδια ακριβώς ενέργεια πρέπει να σπαταλήσω με την οικογένειά μου για να είμαστε μαζί. Με τους θεσμούς, με όλα. Έτσι και ο Καρλ με τον Ροντ. Εκείνοι απλά υπάρχουν και εσύ βλέπεις ότι επιτηρούνται. Στην κανονική ζωή απλά δεν μπορείς να δεις πάντα ότι σε επιτηρούν. Είναι πιο μακριά η κάμερα. Εδώ την βλέπεις. Βλέπεις τον Τίνκερ να είναι πολύ κοντά σε αυτό το ζευγάρι», συνεχίζει ο Νικολάκης.

Ο Γιώργος συνεχίζει στο ίδιο σκεπτικό συμφωνώντας με το ότι στη σημερινή εποχή υπάρχει ένα είδος επιτήρησης. «Από το πως προβάλλεται το σεξ. Το πως πρέπει να γίνεται μέσω μιας εφαρμογής. Να μπορείς ουσιαστικά να παραγγείλεις την ηδονή. Από το πως οι άντρες πρέπει να είναι πιο αντρουά».
«Γιατί κακά τα ψέματα όσο και αν ανήκουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση είμαστε ακόμα συντηρητικοί στην ουσία των πραγμάτων. Η αλήθεια είναι ότι έχει γίνει μια πρόοδος στους τύπους. Αλλά μόνο στους τύπους. Όχι στην ουσία. Στην καθημερινότητα. Υπάρχει αυτό το άγρυπνο βλέμμα του κόσμου που μπορεί να κρίνει πώς εκφράζεσαι, πώς αγαπάς, πώς κάνεις σχέση, τι επιλογές κάνεις. Άρα υπάρχει η επιτήρηση αυτή και στο σήμερα. Γι’ αυτό και είπα ότι η Σάρα Κέιν το κάνει με ένα τεράστιο παραμύθι για να μπορεί να χωρέσει όλες αυτές τις επιτηρήσεις σε ένα έργο», συμπληρώνει ο Γιώργος.
Συνεχίζοντας τη συζήτηση, οι δύο συμπρωταγωνιστές μιλούν ο ένας στον άλλο για τις σχέσεις και τις υποσχέσεις που αυτές ενέχουν.
«Υπάρχει και μία διαδρομή που κάνουν αυτοί οι δύο άνθρωποι, που τυχαίνει να είναι δύο αγόρια που αγαπιούνται, αλλά νομίζω ότι η ίδια εφαρμογή είναι σε όλες τις ερωτικές σχέσεις. Το πώς μπορείς να πεις μεγάλα λόγια τα οποία δεν τα πιστεύεις, τα οποία μπορεί να σου κοστίσουν. Στο τέλος, όμως, μπορείς να συνδεθείς πραγματικά. Η σχέση αυτών των δύο ανθρώπων ξεκινάει με το «θα σε αγαπώ για πάντα», «εγώ ποτέ δεν θα σου πω ψέματα», «εγώ δεν θα σε προδώσω ποτέ». Κι ενώ υπάρχει μια άρνηση και ένα κράτημα από τον Ροντ σε αυτά τα λόγια του Καρλ, εκείνος είναι που κλείνει τελικά με αυτά τα λόγια. Ο ένας βρίσκεται στα ρούχα του άλλου διαρκώς», αναφέρει αρχικά ο Νικολάκης.
«Για να συμβεί αυτό, περνάνε βέβαια από έναν ακρωτηριασμό ψυχικό και σωματικό. Αλλά υπάρχει αυτή η προτεινόμενη διαφορά ηλικίας, ότι ο ένας τα έχει ζήσει ξανά και φοβάται μην πληγωθεί και ότι ο άλλος το ζει για πρώτη φορά ίσως και τα δίνει όλα. Και εν τέλει, όπως και εμένα στο παράδειγμά μου ο Νικολάκης με έκανε να πιστεύω ότι υπάρχουν ακόμα κάποια καλά αισθήματα, έτσι και το έργο σου δείχνει ότι υπάρχει χώρος για να τα διατηρήσεις. Γιατί τα πράγματα δεν θα γίνουν πάντα όπως είναι προδιαγραμμένα να γίνουν. Δεν είναι μία η ροή της ιστορίας. Μπορείς να ελπίζεις. Και αυτό είναι που σε κάνει πραγματικά να ζεις, το ότι ελπίζεις ότι τα πράγματα δεν θα είναι το ίδιο ξανά και ξανά», λέει ο Γιώργος.
Και ο Νικολάκης προσθέτει: «Και αυτό είναι και στην πραγματική ζωή. Δηλαδή, θα γνωρίσεις έναν άνθρωπο που μπορεί να σε πληγώσει, να σε “ακρωτηριάσει”, να σου κόψει ένα κομμάτι της καρδιάς σου. Αλλά δεν πρέπει να παύεις να ελπίζεις ότι θα βρεις έναν άνθρωπο να σου κρατήσει το χέρι και να προχωρήσετε μαζί. Αυτή είναι η φύση του έρωτα. Μικροί θάνατοι, οι οποίοι μπορεί κάποια στιγμή να έρθουν σε έναν μαγικό κόσμο. Να βρεις τον κατάλληλο άνθρωπο να σε εξυψώσει. Κι ας είσαι ακρωτηριασμένος».

Η συζήτηση για την αγάπη με οδηγεί σε μια σκέψη για το τι σημαίνει για τους δύο ηθοποιούς να αφηγούνται μια κουήρ πλευρά της. Να υποδύονται ένα ζευγάρι που έχει γραφτεί από τη Σάρα Κέιν τη δεκαετία του 90, σήμερα. Τους ρωτώ εάν βλέπουν αλλαγές στο πως η κοινωνία αντιμετωπίζει τα ομόφυλα ζευγάρια.
«Στα αστικά κέντρα νομίζω υπάρχουν αλλαγές. Στην επαρχία, επειδή είμαι από επαρχία, θα σου πω ότι δεν υπάρχει καμία αλλαγή. Αλλά δεν νομίζω ότι η Σάρα Κέιν εστιάζει στο ομόφυλο ζευγάρι», λέει ο Νικολάκης, με τον Γιώργο να παρεμβαίνει ότι εστιάζει «στο απαγορευμένο».
Και πράγματι, η Σάρα Κέιν έχει «τοποθετήσει» σε αυτό το ίδρυμα κάθε «απαγορευμένη» από την κοινωνία ύπαρξη, σε ένα έργο με πλούσια κουήρ στοιχεία.
«Νομίζω ότι βάζει το ομόφυλο ζευγάρι ως μια ακόμα πιο απαγορευμένη μορφή αγάπης. Μια αγάπη που δεν της επιτρέπεται να ανθίσει. Κι αυτή ανθίζει πάση θυσία. Η αγάπη είναι το κέντρο. Δεν έχει σημασία το φύλο. Το φύλο είναι η αφορμή», μας λέει ο Γιώργος.
Στη συνέχεια, τους ρωτάω για τις κουήρ αναπαραστάσεις. Έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τις κουήρ ιστορίες να τριγυρνούν γύρω από τη δυστυχία, τη βία, τα μη χαρούμενα τέλη. Με αφορμή τον ρόλο του Γιώργου Ζυγούρη στις «Σέρρες» του Γιώργου Καπουτζίδη – έναν ρόλο ακριβώς αντίθετο – ρωτάω τους δύο ηθοποιούς αν θεωρούν πολιτικά σημαντικό να απεικονίζονται με αυτόν τον τρόπο οι κουήρ ιστορίες.
«Νομίζω ότι αυτό που θες να πεις είναι ότι πάντα ένας γκέι ρόλος γράφεται με έναν τρόπο ούτως ώστε το κοινό να τον συμπαθήσει. Έχοντας παίξει στη σειρά του Καπουτζίδη, συμφωνώ με τον ίδιο που λέει ότι δεν χρειάζεται να συμβαίνει αυτό. Στη σειρά του, ο πρωταγωνιστής ζούσε έναν τελείως φυσιολογικό έρωτα. Είχε κάθε δικαίωμα να τον ζήσει, όπως και οποιοσδήποτε άλλος άνθρωπος. Δεν χρειαζόταν ο γκέι αυτός ρόλος ούτε να υποφέρει ούτε να είναι πάρα πολύ αστείος. Όλα αυτά τα τεχνάσματα για να γίνει συμπαθής στον κόσμο.
«Χάρηκα που ήμουν μέλος αυτού του εγχειρήματος, γιατί ήταν σαν να περνάει στην αντεπίθεση και να λέει, εγώ θα τον παρουσιάσω σαν έναν πολύ φυσιολογικό έρωτα μέσα σε μια κοινωνία, χωρίς να αμφισβητείται η ειλικρίνεια του συναισθήματος αυτού και χωρίς να πρέπει να κάνω κάπως αυτόν τον ρόλο. Απλά ζει και αυτός έρωτα και τον παρουσιάζει όπως ακριβώς τον ζει. Και για μένα αυτό ήταν μια ωραία κατάθεση. Νομίζω ότι πρέπει να προχωρήσει κάπως στην αντεπίθεση η κοινότητα, γιατί πρέπει να καταλάβει το χώρο που της αντιστοιχεί και με πιο άγριο τρόπο, όπως είναι στην πραγματικότητα. Όχι εξωραϊσμένο απαραίτητα», απαντά ο Γιώργος Ζυγούρης.
«Για εμάς ως καλλιτέχνες αυτό είναι μια κανονικότητα. Και πάμε να βρούμε απλά πως θα συνδεθούν αυτοί οι άνθρωποι πραγματικά. Πως θα γίνει κάτι μαγικό. Πάμε να δούμε τη μαγεία, λοιπόν, όχι το φύλο», μου λέει από την πλευρά του ο Νικολάκης Ζεγκίνογλου.

Φτάνοντας προς το τέλος, τους κάνω μια ίσως λίγο κλισέ ερώτηση. Στην παράσταση, η εξουσία προσπαθεί να ελέγξει με την πιο ακραία της μορφή την επιθυμία και την αγάπη. Ωστόσο, με έναν μπορεί μαγικό τρόπο, όπως προαναφέρθηκε, η αγάπη διατηρείται. Μπορεί, λοιπόν, η αγάπη να είναι μια μορφή αντίστασης στην εξουσία;
Στο ίδιο ρομαντικό πνεύμα, ο Νικολάκης μου λέει ότι «η αγάπη είναι η μόνη μορφή αντίστασης απέναντι στην εξουσία».
Με ένα μπλουζάκι «Make Fascists Afraid Again», μου λέει ότι όσα άτομα στέκονται στο πλευρό του αγώνα υπέρ μιας ελεύθερης Παλαιστίνης παρακινούνται από την αγάπη και για αυτό έχουν αρχίσει να κερδίζουν έδαφος.
«Εξ ορισμού ο φασισμός είναι η μη γνωριμία με την αγάπη. Όποιος είναι φασίστας δεν έχει μάθει ποτέ πώς είναι να αγαπάει. Φοβάται την αγάπη», συμπληρώνει.
Ο Γιώργος, αφού μας διευκρινίζει ότι γέλασε επειδή η ερώτηση τον έκανε να σκεφτεί το «ποτέ ποτέ» του Γιώργου Μαζωνάκη, κάνει λίγο διαφορετικές σκέψεις.
«Δεν θεωρώ ότι μπορείς να αντιμετωπίσεις έναν άνθρωπο που δεν αντιλαμβάνεται την αγάπη με αγάπη. Νομίζω ότι είναι λίγο σαν να πολεμάς με σφεντόνα κάποιον που έχει όπλο. Τώρα θέλω να ελπίζω ότι δεν θα είναι έτσι στο μέλλον και ότι όλοι θα κρατήσουν έναν σπόρο αγάπης μέσα τους για να μπορεί να απευθυνθεί σε αυτόν τον σπόρο ο οποιοσδήποτε. Αλλά όποιος δεν έχει αγάπη δεν μπορεί να το καταλάβει», εξηγεί, λέγοντας μου, ωστόσο, ότι ακόμα προσπαθούν να καταλάβουν το έργο.
Αφήνουμε τη συζήτηση ημιτελή, χωρίς ένα συμπέρασμα. Χωρίς να προδώσω το τέλος της παράστασης, θα πω ότι κάπως έτσι τελείωσε κι αυτή.
Η Σάρα Κέιν έγραψε το «Cleansed» έναν χρόνο πριν αφαιρέσει τη ζωή της. Ζούσε στην Αγγλία τη δεκαετία του 90. Η παράσταση του Δημήτρη Καραντζά, ως μια μικρογραφία του κόσμου, όπως είπαμε νωρίτερα, μας καλεί να δούμε «το τελευταίο της αυτό σημείωμα», και τελικά να σκεφτούμε τα όρια της ελευθερίας και της ίδιας μας της ύπαρξης.








