Τα άτομα που έφτασαν στα σύνορα της χώρας μας από την Τουρκία με τις προσφυγικές ροές, προσπαθούν να επιβιώσουν σε δύσκολες συνθήκες, από τις 28 Φεβρουαρίου.

Photo taken by refugee LGBTI+’s at the border
Photo taken by refugee LGBTI+’s at the border

Η ελληνική πλευρά των συνόρων είναι κλειστή και η αστυνομία περιστασιακά απομακρύνει τον κόσμο από την περιοχή με επιθέσεις δακρυγόνων. Εν τω μεταξύ, η τουρκική αστυνομία δεν επιτρέπει σε κανένα άτομο να επιστρέψει στην ενδοχώρα. Οι άνθρωποι έχουν εγκλωβιστεί στα σύνορα αντιμετωπίζοντας την πείνα, τη δίψα, το κρύο, την αστυνομία, τον στρατό, την αβεβαιότητα και την απελπισία. Κι η αναμονή τους εκεί είναι μακρά και συνεχίζεται.

Μεταξύ αυτών που περιμένουν στα σύνορα, υπάρχουν και ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα. Το ΛΟΑΤΚΙ+ προσφυγόπουλο, με το οποίο μίλησε το KaosGL.org, μετέφερε την εμπειρία του:

«Μας ανάγκασαν να φτάσουμε στα σύνορα, θέλουμε να φύγουμε.» 

“Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι εδώ, μικρά παιδιά, έγκυες γυναίκες. Κάνει πολύ κρύο και έχουμε μικρή ποσότητα προμηθειών. Δεν υπάρχουν αρκετές σκηνές, παπούτσια, δεν επαρκούν οι προμήθειες. Έχω να πλυθώ εδώ και δεκαπέντε μέρες. Έχουμε είκοσι νεροχύτες για χιλιάδες ανθρώπους. Ζούμε σε πολύ δύσκολες συνθήκες. Σχηματίζονται πολύ μεγάλες ουρές ανθρώπων για τα γεύματα. Όταν σταθείς στην ουρά για το πρωινό, μπορεί να καταφέρεις να φας βραδινό, μέχρι να φτάσεις μπροστά. Το βράδυ γίνονται συρράξεις. Η αστυνομία και η χωροφυλακή μας χτυπάνε.

Όλοι μας έχουν ξεχάσει! Τώρα ο κόσμος σκέφτεται μόνο τον κορονοϊό. Κανείς δεν σκέφτεται εμάς.

Είμαι ένας τρανς άνθρωπος. Έφυγα από την πατρίδα μου, τη γη μου, την οικογένειά μου και ήρθα εδώ για να ζήσω κανονικά, αλλά δεν έχω ζήσει κανονικά, εδώ καιντα τελευταία πέντε χρόνια. Δεν μπορώ να ζήσω, όπως οι άλλοι άνθρωποι. Κανείς δε θέλει τους αλλοδαπούς στην Τουρκία. Κανείς δε θέλει τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, έτσι κι αλλιώς. Κανείς δεν τα θέλει.

Δεν έχω ιδέα τι θα συμβεί, απλά έχω λίγη ελπίδα. Δεν ξέρω πότε θα τελειώσει όλο αυτό. Οι άνθρωποι εδώ έχουν το δικαίωμα να ζουν και θέλουν ελευθερία, θέλουν να ζήσουν κανονικά. Κι αυτά τα μικρά παιδιά εδώ… Δεν ξέρω τι θ’ απογίνουν.”