Όταν ζήτησα από τη Χάρις Αλεξίου να αφιερώσει ένα από τα τραγούδια της στη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα, σχεδόν αντανακλαστικά απάντησε το «Εσύ με ξέρεις πιο πολύ». Λίγες ώρες αργότερα, κι αφού είχαμε ολοκληρώσει μια—ας μου επιτραπεί ο χαρακτηρισμός— πολύ όμορφη συνέντευξη, έβαλα να ακούσω ξανά αυτό το τραγούδι-αφιέρωση. «Σου λέω με ξέρεις πιο πολύ απ’ όλους στη ζωή μου, για σένα είναι πάντα απλό να ψάξεις να με βρεις…», ακούω να τραγουδά με τη μοναδική φωνή της (στα δικά της, μάλιστα, λόγια) και συνειδητοποιώ πως δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη εισαγωγή για την κουβέντα που ακολουθεί. Ίσως γιατί πολλά από εμάς μοιραζόμαστε την ίδια ακριβώς οικειότητα μαζί της. Μια οικειότητα τόσο βαθιά, που μας κάνει να την αναζητούμε κάθε φορά σαν ένα πολύ δικό μας πρόσωπο. Τη Χαρούλα μας!
Πώς θα ξεκινούσε μια ταινία με θέμα τη ζωή της Χάρις Αλεξίου;
Μήπως ήρθε η στιγμή να γίνει κάτι τέτοιο (γέλια); Στη ζωή μου υπάρχουν πολλά ξεκινήματα και πολλά σταματήματα. Θα ήθελα, λοιπόν, να ξεκινούσε με εμένα να βρίσκομαι σε ένα λιμάνι ή σε έναν σταθμό τρένου ή σε ένα αεροδρόμιο. Να βγάζω εισιτήριο για ένα καινούργιο ταξίδι. Γιατί κάθε καινούργιο ταξίδι, κάθε καινούργιο ξεκίνημα μάς ελαφραίνει λίγο από αυτό που κουβαλάμε. Τη ζωή μας την κουβαλάμε μαζί μας πάντα. Αλλά είναι σημαντικό να ελαφρύνουμε λίγο το βάρος της για να χωρέσουμε το καινούργιο που έρχεται.

Είναι αναζωογονητικό να κάνουμε νέα ξεκινήματα.
Ναι, γιατί τα πράγματα λασπώνουν πολύ γρήγορα. Όταν αυτό που έχεις μάθει να κάνεις για πολύ καιρό σταματήσει να είναι δημιουργικό, τότε αρχίζει να γερνάει και να σαπίζει.
Ωστόσο, θέλει αρκετό θάρρος αλλά και θράσος να απομακρυνθεί κανείς από κάτι στο οποίο αισθάνεται εδραιωμένος. Και τολμώ να πω πως αναγνωρίζω σε εσάς αυτό το θάρρος.
Ναι, έτσι φαίνεται. Αν και νομίζω ότι είμαι αρκετά παραδοσιακή. Και ίσως αυτό το παραδοσιακό πνεύμα είναι που κάποια στιγμή αρχίζει να με βαραίνει και να με σπρώχνει να πάω κάπου αλλού.
Και αν θέλαμε να ντύσουμε μουσικά αυτήν τη σκηνή πριν το ταξίδι, ποιο μουσικό κομμάτι θα επιλέγαμε;
Μη μου ζητάτε να επιλέξω κάποιο από τα δικά μου.
Τότε κάποιο που δεν είναι δικό σας.
Πολλές φορές ακούω ένα κομμάτι και λέω: «Αυτό το τραγούδι θα το ήθελα να συνοδεύει κάτι, τέλος πάντων, από τη ζωή μου». Ας πούμε πως θα έβαζα ένα τραγούδι της Marianne Faithfull, μιας και τώρα έπεσε η ματιά μου πάνω σε έναν δίσκο της που έχω στο πικ-απ μου. Μια εύκολη λύση.
Και για να το κλείσουμε, ποιες στιγμές από τη ζωή σας θα έπρεπε οπωσδήποτε να συμπεριλάβουμε σε αυτήν την ταινία;
Θα έβαζα την πρώτη μου ακρόαση, παρουσία του Απόστολου Καλδάρα και τη στιγμή που αποφάσισα να σταματήσω το τραγούδι. Αυτά τα δύο. Γιατί όλο το ενδιάμεσο έχει απίστευτες διαδρομές και κορυφές και προς τα πάνω και προς τα κάτω. Τι να πρωτοδιαλέξω; Είναι μισός αιώνας τραγουδιού. Είναι οι άνθρωποι που συνάντησα, που γνώρισα, που με γνώρισαν, που γνώρισα τον εαυτό μου μέσα από αυτούς, που αγάπησα, που θύμωσα μαζί τους, που ενώθηκα μαζί τους, που χώρισα από αυτούς. Είναι πολλά τα χρόνια για να κάνουμε αυτό το παιχνίδι των λέξεων και των εικόνων.

Στο ερώτημα πώς ένα κορίτσι από τη Θήβα κατάφερε να γίνει μία από τις μεγαλύτερες και πιο διαχρονικές καλλιτέχνιδες της χώρας, τι απαντάτε;
Συνέβη γιατί ήταν να συμβεί. Δεν το λέω, όμως, τόσο μοιρολατρικά. Νομίζω πως οι περισσότεροι καλλιτέχνες που γνωρίζουμε, είτε στη μουσική είτε στον κινηματογράφο, έχουν ξεκινήσει σε «ασήμαντες» ζωές. Δηλαδή, όχι άξιες λόγου. Αλλά, όπως και στη δική μου περίπτωση, κάτι συνέβη. Συγκυρία; Τύχη; Κάτι περίμενε να βγει και με την πρώτη ευκαιρία βγήκε; Ειλικρινά, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Γιατί, πολλοί άνθρωποι ξεκινούν μέσα από τις ίδιες συνθήκες, αλλά δεν καταφέρνουν να φτάσουν στο ίδιο σημείο. Και δεν είναι ότι έχουν χειρότερες ή καλύτερες ζωές απ’ τους άλλους. Αυτό, όμως, που μπορώ να σας πω είναι ότι από παιδί, σαν να καταλάβαινα περισσότερα πράγματα από ό,τι άλλα παιδιά. Σαν να με αφορούσαν περισσότερα πράγματα. Λες και με κάποιον τρόπο ήμουν μεγάλη πριν μεγαλώσω. Εντάξει, με είχε υποχρεώσει και η ζωή να μεγαλώσω κάπως γρήγορα. Ήρθα στην Αθήνα, οκτώ ετών. Ξεριζωθήκαμε. Βαριά λέξη, αλλά στην ουσία «ναι». Φύγαμε απ’ το πατρικό μου, στη Θήβα, αρρώστησε ο μπαμπάς μου. Η μητέρα μου αναγκάστηκε, από εκεί που ήταν μια νοικοκυρά στο σπίτι της, να βγει να εργαστεί και να μας φέρει στην Αθήνα. Έτσι μπήκαμε πολύ γρήγορα στη ζωή της πόλης και στην αγριάδα της. Μακριά από τις ασφάλειές μας, από τους συγγενείς μας, από το σόι, αλλά και από τον έλεγχό του. Όλα αυτά σας τα λέω γιατί έπαιξαν τον ρόλο τους. Υποχρέωσαν εμένα και τον αδερφό μου να μεγαλώσουμε πιο νωρίς, άρα και να διαχειριστούμε και τον εαυτό μας νωρίτερα από ό,τι άλλα παιδιά.
Αν συναντούσα τη Χάρις, όταν ήταν κοντά στην εφηβεία, και τη ρωτούσα για τα όνειρά της, θα μου περιέγραφε όλη αυτήν τη ζωή;
Καταρχάς, να σας πω πως το τραγούδι ήταν πάντα μέσα στη ζωή μας. Άρεσε στα μέλη της οικογένειάς μου να τραγουδούν και το έκαναν και καλά. Ήταν για μας κάτι πολύ φυσικό, πολύ κανονικό. Τα όνειρά μας, ωστόσο, τότε ήταν να φτιάξουμε τη ζωή μας καλύτερα. Να ανεβάσουμε κάπως το επίπεδο διαβίωσής μας. Ονειρευόμασταν να κάνουμε μια δουλειά, η οποία θα μας προσφέρει τα χρήματα για ένα καλύτερο επίπεδο ζωής. Να πούμε, επίσης, ότι και οι συνθήκες στην εποχή του ΄60, δεν μας έκαναν να ονειρευόμασταν και πολύ και λίγο πολύ όλοι οι άνθρωποι παλεύαμε για τα ίδια πράγματα. Μετά ήρθαν, φυσικά, και οι πολιτικές αναταραχές, η δικτατορία, οπότε ασχοληθήκαμε με αυτά. Άρχιζαν να συμβαίνουν πολύ σημαντικά πράγματα, που σε επηρέαζαν. Ένα καινούριο βιβλίο που διάβαζες, ένας νέος πνευματικός άνθρωπος που γνώριζες. Οι συνθέτες μας, οι ποιητές μας. Νιώθω ότι είμαι τυχερή που έζησα αυτή την εποχή με αυτές τις πολύ δυνατές στιγμές. Όχι ότι αυτή η εποχή που ζούμε δεν έχει κι αυτή τις δυνατές της στιγμές. Ξαναζούμε πολλά πράγματα. Ξαναζούμε πολλά από αυτά τα δυσάρεστα πράγματα που κάνουν τις στιγμές μας σημαντικές. Απλώς δεν ξέρω πού θα μας πάνε, αλλά και το ποιες θα είναι τελικά οι «επαναστάσεις» μας.
Είναι σημαντικό στις μέρες μας οι καλλιτέχνες να παίρνουν θέση για όλα αυτά που συμβαίνουν στην κοινωνία μας;
Θέλουμε δεν θέλουμε, βοηθάει. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι οι καλλιτέχνες γνωρίζουμε περισσότερα από τους άλλους. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί, γιατί για κάποιους έχει βαρύτητα ο λόγος μας. Έχουμε, λοιπόν, ευθύνη για την κάθε τοποθέτησή μας.
Ήμουν μια φύση φλογερή και όλος αυτός ο καθωσπρεπισμός της οικογένειας- κοινωνίας, νιώθω πως μου δημιούργησε θέματα.
Θυμάμαι σε μια συζήτηση με την Ελευθερία Αρβανιτάκη να μιλά για τα στερεότυπα που αντιμετώπισε στην αρχή της καριέρας της ως γυναίκα που ασχολούνταν με το τραγούδι. Αντιμετωπίσατε και εσείς κάτι αντίστοιχο;
Καθόλου. Παρ’ όλα αυτά καταλαβαίνω τι εννοούσε σχετικά με τις γυναίκες που τραγουδούσαν. Όπως σας είπα, εγώ βγήκα από μια οικογένεια που αγαπούσε το τραγούδι και που ήταν πολύ περήφανη που κάποιος κατάφερε να βγει στην επιφάνεια. Που σε μένα και στον αδερφό μου συνέβη κάτι που επιθυμούσαν όλα τα μέλη της οικογένειάς μου να τους συμβεί. Ήταν κάπως σαν να δικαιώσαμε τη ράτσα μας.
Ο έρωτας τι ρόλο έπαιξε/παίζει στη ζωή σας;
Απόλυτο! Θα έλεγα πως ήμουν πολύ ερωτιάρα. Ερωτευόμουν πάρα πολύ και πολύ δυνατά. Μπορούσα να σκάσω, να εκραγώ από τον έρωτα. Και πόσο ωραίο είναι που παντρεύτηκα από έρωτα! Τον άνθρωπο που είχα ερωτευτεί. Γιατί ο έρωτας είναι μια ανάγκη για κάτι που δεν τελειώνει ποτέ. Ακόμη παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή μου.

Ισχύει αυτό που λέμε ότι ο έρωτας αποτελεί το πιο σημαντικό καύσιμο της καλλιτεχνικής δημιουργίας;
Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι κρατάει τον άνθρωπο ζωντανό, μαλακό, υγρό. Στεγνώνει ο άνθρωπος, χωρίς τον έρωτα. Μπορείς να ερωτεύεσαι τα πάντα. Με πράγματα, με καταστάσεις. Σημασία έχει να υπάρχει έρωτας στη ζωή σου. Γιατί ο έρωτας είναι η ομορφιά, φέρνει τη γέννηση του ωραίου. Κι εγώ θέλω να γεννιούνται ωραία πράγματα, για να μπορώ να τα ερωτεύομαι!
Χρειαστήκατε, ωστόσο, να διαχειριστείτε ποτέ στερεότυπα σε όλο αυτό το κυνήγι του έρωτα;
Προηγουμένως σου είπα ότι όταν τραγούδησα υπήρχε μεγάλη αποδοχή από την οικογένειά μου. Στο κομμάτι του έρωτα – σχέσεων όμως, τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι. Δεν ήταν εύκολο για ένα κορίτσι του ΄60. Η μάνα μου πάντα είχε την ανησυχία του «τι θα πει ο κόσμος» «να είμαι το καλό κορίτσι». Κι αυτό θα έλεγα πως με χαρακτήρισε και πως με στρίμωξε πολύ στη ζωή μου. Γιατί ήμουν μια φύση φλογερή και όλος αυτός ο καθωσπρεπισμός της οικογένειας- κοινωνίας, νιώθω πως μου δημιούργησε θέματα. Το πρώτα πράγμα που σου δημιουργεί αυτός ο περιορισμός, αυτή η ανελευθερία και ο φόβος είναι σε σχέση με τη σεξουαλικότητά σου. Γιατί σε κάνει να ντρέπεσαι. Δεν σου επιτρεπόταν να χαρείς τίποτα εκτός γάμου τότε. Και νομίζω ότι αυτό είναι κάτι που χαρακτήρισε τη δική μου γενιά και όχι μόνο αυτή.
Οπότε, φτάσατε σε ένα σημείο που αποφασίσατε να πάτε κόντρα σε όλον αυτόν τον καθωσπρεπισμό;
Δεν είναι τόσο απλό. Νομίζω ότι αν έχει γίνει η ζημιά, δεν διορθώνεται εύκολα. Δηλαδή, δεν λες «και τώρα είμαι ελεύθερη και θα νιώσω αλλιώς». Δεν γίνεται αυτό. Μάλλον, γι’ αυτό κι ο έρωτας ήταν πολύ σημαντικός για μένα. Γιατί ως ερωτευμένη είχα το άλλοθι της τρέλας Του και δεν με κρατούσε τίποτε. Αλλά το θέμα είναι να μην είσαι συνέχεια σε μια τρέλα και σε μια φωτιά. Να μπορείς να αγαπάς το σώμα σου, να αγαπάς τον άνθρωπό σου και να είσαι μαζί του και να απολαμβάνεις όλες τις στιγμές. Ίσως γι αυτό μπορώ να καταλαβαίνω όλα αυτά τα πλάσματα, τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, που καλούνται να κρατήσουν την πραγματικότητά τους μέσα τους. Γιατί είναι μια ολόκληρη ζωή στη σκιά. Και σε αυτή τη σκιά δεν υπάρχει φύλο, δεν υπάρχει σεξουαλικότητα. Αυτή την πραγματικότητα την κουβαλάμε οι άνθρωποι ανεξάρτητα από το τι μας προσδιορίζει.
Νομίζω πως αν αρχίσουμε να αποδομούμε τα στερεότυπα θα ανακαλύψουμε πως πολλά άτομα καταπιεζόμαστε από αυτά. Ότι μοιραζόμαστε πολλές κοινές εμπειρίες καταπίεσης.
Ακριβώς. Ένα καταπιεσμένο κορίτσι που δεν μπορεί να χαρεί με τον αγαπημένο της. Ένα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομο που δεν μπορεί να εκφράζει την ταυτότητά του. Ακόμη και τότε που ένα αγόρι δεν μπορούσε να παντρευτεί μέχρι να αποκαταστήσει τις πέντε αδερφές του… και αυτό καταπίεση ήταν.
Ποια θα λέγαμε ότι είναι η σχέση της Χαρούλας Αλεξίου με τη
ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα;
Όπως είναι με όλους . Γιατί να πρέπει να υπάρχει κάποια διαφοροποίηση; Οι σχέσεις μου με τους ανθρώπους, το αν τους αγαπώ, αν τους αντιπαθώ, αν υπάρχει χημεία ή όχι, δεν σχετίζεται με το αν είναι ΛΟΑΤΚΙ+ ή όχι. Είναι γελοίο να συζητάμε για κάτι τέτοιο ακόμη σήμερα.

Τη στιγμή που μου το λέτε αυτό, σκέφτομαι παραδείγματα ανθρώπων που απορρίπτουν κάποιον μόνο και μόνο επειδή είναι ΛΟΑΤΚΙ+.
Κάποιοι άνθρωποι δεν θέλουν ή δυσκολεύονται να κατανοήσουν τον κόσμο του άλλου. Πιστεύω ότι είναι θέμα χρόνου, ώστε να έρθει η αποδοχή και να γίνουν κανονικότητα αυτά. Κάποτε μια γυναίκα δεν έπρεπε να δείχνει τον αστράγαλό της. Τώρα μια χαρά κυκλοφορεί με το σουτιέν της. Είναι θέμα χρόνου, δεν μπορείς να εμποδίσεις να αλλάξεις την πραγματικότητα δεν γίνεται να λες διαφορετικό ό,τι δεν είσαι μέρος του. Το να είναι ο καθένας ο εαυτός του δεν στερεί τίποτα από τον άλλον, μόνο βοηθάει να ζούμε σε αρμονία.
Ξέρω, όμως, ότι τόσα χρόνια η Χαρούλα τραγουδούσε καλά. Το ξέρω. Και τώρα που την ακούω και από απέναντι το ξέρω καλύτερα. Αλλά αν ζήσω εγώ με αυτό το φορτίο ότι «είμαι η Αλεξίου και αυτό»… Όχι!
Αυτό δεν προϋποθέτει μια κουλτούρα και μια ενσυναίσθηση;
Βαριούνται οι άνθρωποι να ασχοληθούν με τον άλλον. Δεν θέλουν να ασχοληθούν. Δεν θέλουν να ξέρουν ότι υπάρχει πρόβλημα και ότι υπάρχει πόνος εδώ. Ότι εδώ κάποιος άνθρωπος υποφέρει και δυσκολεύεται στη ζωή του. Δεν γίνεται, όμως, να κάνεις ότι δεν βλέπεις, ότι δεν ακούς. Παρόλα αυτά, όμως, δεν νομίζω ότι ο δρόμος για τα ΛΟΑΤΚΙ+ ζητήματα είναι πλέον κλειστός. Ίσως παλιότερα, άλλα όχι πια.
Υπάρχουν ιστορίες στην καλλιτεχνική σας πορεία που σχετίζονται με ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα;
Ότι έχω συνεργαστεί με ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, έχω συνεργαστεί. Και είναι και πολύ γνωστά τα άτομα αυτά. Αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με το τραγούδι. Δεν κάνει το τραγούδι διαφορετικό.
Προσωπικά, μου αρέσει να γνωρίζω αν ένα τραγούδι διαπραγματεύεται έναν ΛΟΑΤΚΙ+ έρωτα.
Μα υπάρχουν τραγούδια που απευθύνονται στο ίδιο φύλο. Δεν ξέρω, όμως, αν έχει σημασία τελικά. Γιατί όλα τα κομμάτια είναι γραμμένα από άνθρωπο για άνθρωπο.
Κάτι που διεκδικούμε ως κοινότητα είναι το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού και της δυνατότητας να διαπραγματευόμαστε με νέους τρόπους τις όποιες ταυτότητές μας. Κάτι που θα λέγαμε ότι κάνατε και εσείς σε σχέση με την καλλιτεχνική σας ταυτότητα. Θα ήθελα να μιλήσουμε λίγο γι΄αυτό.
Κοίταξε να δεις. Η πραγματικότητα είναι πως δεν μπορώ να τραγουδήσω. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο. Το πάλεψα για να κρατηθώ σε αυτό, όμως είχα και την τύχη να καλεστώ από τους ανθρώπους αυτούς, της υποκριτικής και να αναλάβω αυτούς τους ρόλους που μου δόθηκαν (από τον Νανούρη, από τον Καραθάνο, τον Παπακαλιάτη). Και είναι τόσο ωραίο όλο αυτό, οπότε γιατί να το απορρίψω; Όσες στιγμές μελαγχολίας και να προκύψουν την ώρα που θέλω να πιάσω τον σκοπό ενός τραγουδιού με τον λάρυγγά μου να μην μπορεί να ανταποκριθεί, δεν με σταματούν. Δεν είναι ότι δεν στεναχωρήθηκα, ότι δεν πένθησα. Και προφανώς, δεν είναι απλό πράγμα για μένα μετά από τόσα χρόνια να μην μπορώ να τραγουδήσω. Ξέρω, όμως, ότι τόσα χρόνια η Χαρούλα τραγουδούσε καλά. Το ξέρω. Και τώρα που την ακούω και από απέναντι το ξέρω καλύτερα. Αλλά αν ζήσω εγώ με αυτό το φορτίο ότι «είμαι η Αλεξίου και αυτό»… Όχι! Δεν γίνεται να το κουβαλήσεις αυτό το πράγμα. Γιατί δεν θέλω να είναι δικό μου. Νιώθω, λοιπόν, ευγνωμοσύνη γιατί μου συνέβη, αλλά τώρα πρέπει να συνεχίσω, χωρίς αυτήν την Αλεξίου. Γιατί αυτή θα με κρατήσει πίσω. Γιατί τώρα δοκιμάζομαι σε άλλα πράγματα. Μπορεί να μείνω καιρό σε αυτό το νέο πεδίο μπορεί και όχι και να μην φτάσει ποτέ κάπου. Και να είναι απλά αυτό το καινούργιο γλέντι που κάνω και που κάποιες στιγμές το κάνω και καλά. Και το απολαμβάνω.

Αναφέραμε και πριν πως είναι νέες αρχές είναι αναζωογονητικές.
Ναι, μου αρέσει πολύ να κάνω νέα πράγματα. Να ψάχνω τις απολαύσεις μου. Και υπάρχουν τόσα πολλά πράγματα που μπορούν να μου δώσουν χαρά. Έχω έναν χαρακτήρα που θέλει να φτιάχνει, να κατασκευάζει, να δημιουργεί. Κονταίνω με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση μόνη μου το παντελόνι μου στη ραπτομηχανή μου. Όπως, επίσης, παίρνω μεγάλη ευχαρίστηση από το να διαβάσω ένα βιβλίο ή να κάνω ένα ταξίδι σε ένα μέρος που δεν το ξέρω. Ή να μαστορεύσω κάτι. Μπορεί να πεθάνω αν καθίσω στο καναπέ και κοιτάζω την τηλεόραση. Αυτό μπορεί να με αρρωστήσει. Βρε παιδί μου, είναι ωραίο να ζεις και να έχεις ανοιχτές τις διαθέσεις σου, ώστε να μπαίνει η ομορφιά μέσα στη ζωή σου. Όπως και να είναι.
Δεν γίνεται να μην μιλήσουμε λίγο για τον ρόλο σας στο Μaestro.
Ναι. Αυτήν την υπέροχη γιαγιά. Να είναι καλά ο Χριστόφορος.
Θεωρείτε ότι αυτός ο ρόλος, όπως και πολλοί άλλοι στη σειρά, μπορεί να λειτουργήσει και ως παράδειγμα για το τι σημαίνει αποδοχή από την οικογένεια;
Ναι! Και αυτό είναι κάτι που το έχω δει. Βρέθηκαν πολλά παιδιά, άλλα σε εμένα άλλα στα αγόρια της σειράς, που μας είπαν ότι βοηθήθηκαν πολύ στο να μιλήσουν και να κάνουν το άνοιγμα τους. Κάθε φορά που ένας άνθρωπος βγαίνει και μιλάει ανοιχτά, ανοίγει δρόμο.
Δυστυχώς, όμως εξακολουθεί να είναι δύσκολο!
Οι πατεράδες είναι το πρόβλημα. Οι μητέρες είναι πιο δεκτικές. Κυρίως τα αρσενικά, η εύθραυστη αρρενωπότητα.
Μάνα που θέλει να είναι ερωτευμένη, φίλη, αδερφή. Και είμαι και τσογλάνι, μερικές φορές.
Είστε κοντά με αυτόν τον χαρακτήρα;
Μπορεί να μιλάμε για έναν ρόλο, αλλά πιστεύω τελικά πως και ο άνθρωπος εισχωρεί σιγά σιγά στον χαρακτήρα που υποδύεται. Και ο χαρακτήρας σε εσένα και εσύ στον χαρακτήρα. Και εγώ, όπως σας είπα και στην αρχή της κουβέντας μας, βγήκα από μικρή στη ζωή και διαχειρίστηκα τον εαυτό μου. Ζω και εγώ μόνη μου και η θηλυκότητά μου δεν με έχει εμποδίσει στο να παίρνω και τον αρσενικό ρόλο, με ένα τρόπο, στη ζωή. Και επειδή μεγάλωσα σχετικά νωρίς, νιώθω ότι μου χρωστάω και λίγο νιάτο. Και ίσως αυτό να ζω και εγώ τώρα. Τα νιάτα που δεν έζησα τότε, όπως θα έπρεπε. Είναι δηλαδή σαν αποταμίευση. Έκανα αποταμίευση της νιότης και τη ζω λίγο τώρα. Τουλάχιστον ως προς τα ενδιαφέροντά μου.
Θέλετε να κάνουμε και ένα σχόλιο για την παράσταση που είστε τώρα;
Ναι! Το «Τζένη, Τζένη». Ο Νίκος Καραθάνος μας μίλησε-μας έταξε- ένα ηλιόλουστο ρέκβιεμ και αυτό δημιούργησε. Εδώ στην «Τζένη» είναι ο αποχαιρετισμός, το τελευταίο φιλί που θέλει να δώσουμε σε αυτές τις ηρωικές προσωπικότητες του ελληνικού σινεμά. Και με τι τρυφερότητα και σεμνότητα. Αυτό έχει ο Νίκος. Είναι σεμνός και πολύ συναισθηματικός. Είναι απίστευτο, πώς καταφέρνει και κάνει κάθε φορά τα πράγματα, με συγκίνηση, χιούμορ και λυρισμό. Έχει πολύ ενδιαφέρον για τον ηθοποιό να δει πώς ξεκινά ένα έργο του Καραθάνου και πώς ολοκληρώνεται. Είναι μια διαδρομή γεμάτη αναπάντεχες πλευρές που θέλεις να τις κρατήσεις όλες. Και βέβαια είμαι πολύ τυχερή που δουλεύω με αυτή η ομάδα των ηθοποιών που μαθαίνω πολλά δίπλα τους και που μιλά την ίδια γλώσσα με τον σκηνοθέτη που ερωτεύεται το έργο του με πάθος και το μεταδίδει και σ΄εμάς.

Σας είπα πριν ότι είμαστε ένα περιοδικό που πιστεύει στον αυτοπροσδιορισμό. Η Χαρούλα Αλεξίου πώς αυτοπροσδιορίζεται; Με ποιες ταυτότητες;
Θα έλεγα ότι είμαι μάνα. Μου αρέσει να είμαι μάνα για πολλούς. Έχω έναν γιο, αλλά αισθάνομαι ότι έχω πολλά παιδιά. Και υπάρχουν πολλά παιδιά που με λένε μάνα. Το έχω αυτό της μάνας. Με τα καλά της και τα κακά της. Το «ζακέτα να πάρεις» το λέω. Μάνα που θέλει να είναι ερωτευμένη, φίλη, αδερφή. Και είμαι και τσογλάνι, μερικές φορές. Γιατί την ώρα που μου τη βαράει μου αρέσει να σηκώνομαι και να κάνω το δικό μου. Αυτό που δεν έκανα στη μάνα μου.
Κλείνοντας, θέλω να σας ζητήσω να αφιερώσετε ένα τραγούδι στη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα.
Το «Εσύ με ξέρεις πιο πολύ».
Πώς θέλετε να κλείσουμε αυτήν την κουβέντα.
Με το ότι θα ευχόμουν να ήμουν μια πάρα πολύ καλή μάνα αν είχα παιδιά που ανήκουν στη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα.







