Όσο προχωρούμε προς το μέλλον το να είναι κανείς celebrity γίνεται κάτι συνηθισμένο. Η  Μαντόνα, όμως, εξασφάλισε να μείνει στην ιστορία ως η μεγαλύτερη γυναίκα καλλιτέχνιδα όλων των εποχών.

NYC, 1983, photo: Richard Corman

Η Μαντόνα Λουίζα Βερόνικα Τσικόνε γεννήθηκε στο Μίσιγκαν το 1958 και ήταν το τρίτο, από τα έξι παιδιά, μιας εργατικής Ιταλο-αμερικάνικης οικογένειας. Κανείς δε φανταζόταν τότε, ότι αυτό το μικρό κορίτσι θα γινόταν γνωστό, σε όλον τον κόσμο, με το μικρό της όνομα. Αλλά, τα ιστορικά βιβλία το γράφουν.

Ίσως, ήταν ο θάνατος της μητέρας της, όταν εκείνη ήταν μόλις 5 ετών, που πυροδότησε την αποφασιστικότητά της, ή μπορεί να ήταν η επιθυμία της να φύγει, από τη μικρή επαρχιακή πόλη, που ζούσε. Μπορεί απλά να γεννήθηκε φιλόδοξη. Όποιο κι αν ήταν το κίνητρό της, μετά από 60 χρόνια, η Μαντόνα είναι η πιο πλούσια γυναίκα της μουσικής βιομηχανίας και ένα από τα πιο επαναστατικά σύμβολα.

Το ταξίδι της Μαντόνααπό την Αμερικανική επαρχία προς το Αμερικανικό όνειρο, ξεκίνησε το 1978, όταν έφτασε στη Νέα Υόρκη με το παλτό της και 35 δολάρια. Αυτό ήταν, όπως η ίδια έχει πει: «Το πιο γενναίο πράγμα που έκανα ποτέ μου.» Το 1983 μετά από πολλή σκληρή δουλειά, εμφανίστηκε στον κόσμο, όπως την ξέρουμε:

Μαντόνα 1983, φώτο: Marcus Leatherdale (1983)

Με το στιλ των 80’s και το  Walkman της και γνωρίζοντας πολύ καλά την πορεία των σταρ, που είχε πρότυπο. Προτού εξελιχθεί σε μία από τις πιο διάσημες ξανθιές της ιστορίας, προηγήθηκε η Marilyn Monroe. Κι ενώ οι γυναίκες-σταρ, εκείνες που φτάνουν στην κορυφή, συχνά συνοδεύονται από κάποια τραγωδία, από την Judy Garland μέχρι την Amy Winehouse, η Μαντόνα διαχειρίστηκε τη δική της δημοσιότητα με ευφυΐα, πάντα επιτυγχάνοντας και χωρίς αλλοιώσεις.

1986, Papa Don’t Preach

Όταν η προσωπική της ζωή έβγαινε στη δημοσιότητα, γινόταν με τους δικούς της όρους. Μετά από το διαζύγιό της από τον Sean Penn το 1989, μάζεψε τα τραύματά της και τα μετέτρεψε στο χρυσό άλμπουμ Like a Prayer, μια συλλογή από ανεπανάληπτες επιτυχίες, που μιλούν για τις δύσκολες οικογενειακές σχέσεις, την ενδοοικογενειακή βία και την επιδημία του AIDS. Το συναίσθημά της ήταν ακατέργαστο, αλλά η εκτέλεση των τραγουδιών ήταν αψεγάδιαστη.

Στο τέλος της δεκαετίας, τιμήθηκε ως πρότυπο της νεολαίας, της σεξουαλικότητας και της διασκέδασης. Δεν ήταν απλώς ένα κορίτσι σε μία αφίσα, είχε γίνει μία αληθινή καλλιτέχνιδα, που αντιπροσώπευε τη χειραφέτηση των γυναικών, σε μια βιομηχανία, που κυρίαρχο ρόλο είχαν μόνο άνδρες.

Στο 1990 η Μαντόνα είχε ήδη διαμορφώσει ένα εκπληκτικό στιλ, που άλλαζε τα δεδομένα ως προς το φύλο: Είχε τα μαλλιά και το μακιγιάζ της Monroe, πιο έντονα από ποτέ, αλλά με τον κορσέ του Gaultier ασκούσε, με αυτοπεποίθηση, μία επιθετική σεξουαλικότητα. Καθόλου τυχαία δε, ταίριαζε το σύνολο της εμφάνισής της με παντελόνια.

Στους στίχους της πότε δεν εμφανίζεται ως θύμα. Απομακρύνει τον εαυτό της από τις παραδοσιακές ντίβες της disco, που συνήθιζαν να τραγουδούν για τη ραγισμένη τους καρδιά. Ακριβώς επειδή είναι αυτοδημιούργητη, συντηρεί τον εαυτό της μόνη της. Οι σχέσεις της με τους άνδρες και τον γάμο είναι απλά περαστικές – το μεγαλείο της δε μπορούσε ποτέ να ταιριάξει με κάποιον.

Την εποχή που κυκλοφόρησε το υπερσεξουαλικό βίντεο του Justify My Love η Μαντόνα   ακόμη κρατούσε χαρακτηριστικά της Monroe, αλλά τα αποτύπωνε πια με πιο καλλιτεχνικό τρόπο. Δανειζόταν τη φυσική απεικόνιση του απόλυτου συμβόλου του σεξ του 20ου αιώνα, αλλά εκεί που η Monroe ήταν σεμνή, αισθησιακή και αφελής, η Μαντόνα εξέφραζε ρητά τη δική της σεξουαλικότητα. Ο κόσμος ξαφνικά ένιωθε άβολα.

Όταν κυκλοφόρησαν μερικές topless φωτογραφίες της το 1985, ξεπούλησαν τα περιοδικά Penthouse και Playboy, όπου δημοσιεύτηκαν. Αλλά το 1992, όταν φωτογραφήθηκε εντελώς γυμνή, για το δικό της βιβλίο, η κατακραυγή ήρθε κατά πάνω της από όλες τις πλευρές.

Τότε ήταν, όμως, που κατέδειξε, επιτέλους, τα διπλά στάνταρντ, που ίσχυαν για τα γυναικεία σώματα και τη σεξουαλικότητα. Τα γυναικεία σώματα ήταν μια χαρά να υπάρχουν για την ευχαρίστηση των ανδρών, όσο βρίσκονταν υπό τον έλεγχό τους. Από τη στιγμή όμως, που οι γυναίκες έπαιρναν τον έλεγχο του εαυτού τους, η σεξουαλικότητά τους ήταν απαράδεκτη.

Με την ανυπακοή της στην πατριαρχία η Μαντόνα κέρδισε τη λατρεία εκατομμυρίων gay ανδρών, που έβλεπαν ότι τους άπλωνε το χέρι μέσα από τα τραγούδια της, το όραμά της και τον ακτιβισμό της. Για πολλούς, ήταν η μητέρα που ποτέ δεν είχαν. Σε όλη της την καριέρα επέλεγε gay χορευτές, με την ικανότητά της να απολαμβάνει μια σεξουαλικότητα, που άλλοι προσπαθούσαν να καταπιέζουν. Ερμήνευε στίχους ελπίδας και λύτρωσης σε άλμπουμ, όπως το Ray Of Light, με τους οποίους στεκόταν δίπλα σε γενιές gay ατόμων, που αντιμετώπιζαν τεράστιες δυσκολίες.

Η Μαντόνα (Παναγία) του Καθολικισμού είναι μια μελαγχολική φιγούρα, που παρακινεί τους ανθρώπους να προσευχηθούν για την κατάσταση του κόσμου και να μετανοήσουν για τις αμαρτίες τους. Αλλά η Μαντόνα της Ποπ, λέει στους πιστούς οπαδούς της να εξεγερθούν, να είναι αυτοί που είναι, να επιβιώσουν με κάθε κόστος. Είναι η ηρωίδα στην ιστορία της, και στις ιστορίες πολλών άλλων. Δεν υπάρχει θρήνος.

Ακριβώς, όπως ο 21ος αιώνας πλησιάζει την τρίτη δεκαετία, έτσι κι η Μαντόνα συνεχίζει να ωθεί τα όρια του τι αναμένεται από τις μεγαλύτερες γυναίκες της μουσικής βιομηχανίας και της κοινωνίας.

Οι παγκόσμιες περιοδείες της συνεχίζουν να γεμίζουν στάδια. Συνεχίζει να συνεργάζεται με σύγχρονα νεαρά ταλέντα, ενώ απολαμβάνει τα οφέλη της δικής της κληρονομιάς. Κι όπως πάντα, ντύνεται ή γδύνεται, όπως την ευχαριστεί.

Οι κριτικοί περιμένουν το τέλος της Μαντόνα, που δε θα έρθει ποτέ, γιατί η κληρονομιά της είναι ασφαλής. Είχε την καλή τύχη να πετύχει σε μια εποχή, που επέτρεπε στον μέσο σταρ να παρουσιάζεται ως υπεράνθρωπος, κι έτσι θα παραμένει. Κι ενώ η τεχνολογία και η παγκοσμιοποίηση έχουν διευκολύνει τους ανθρώπους στο να γίνονται διάσημοι, έχει υπάρξει μια δραματική πτώση ως προς την ποιότητα.

Η Μαντόνα παραμένει όπως ήταν, με την κάθε της κίνηση να τραβά την προσοχή. Με τη δράση της στα social media πια, βλέπουμε περισσότερα από την «πραγματική» πλευρά της, όπως είναι το χιούμορ της. Αλλά όσο παιχνιδιάρικα επιτρέπει να αποκαλυφθεί, άλλο τόσο η ολότητά της παραμένει ατελής.

Όταν δημοσιεύει μία selfie χωρίς μακιγιάζ, ή όταν φωτογραφίζει το flying budget για τη Λισσαβόνα, για μια στιγμή φαίνεται λίγο πιο ανθρώπινη, λίγο περισσότερο σαν εμάς – κι όμως, το αδιαμφισβήτητο γεγονός είναι ότι δεν είναι. Είναι ένα σύμβολο. Είναι η Μαντόνα.

I don’t Smoke but i like to start F I R E S! 🔥🔥🔥 @mertalas @vogueitalia @gb65 #lisbon #livingroomsessions ♥️🇵🇹 #portugal #magic #mertmarcus #vogueitalia

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Madonna (@madonna) στις


independent.co.uk