«Πώς είναι να ζεις ανοιχτά ως τρανς γυναίκα στην Ελλάδα σήμερα;»
γράφει η Άννα Κουρουπού
Δύσκολη ερώτηση, δύσκολη απάντηση. Γιατί έχω δώσει διαφορετικές απαντήσεις σε κάθε ηλικία της ζωής μου και όχι γιατί δεν γνωρίζω. Αν με ρωτούσες στα είκοσί μου, θα σου μιλούσα μόνο για έξαψη, την αναζήτηση, τον φόβο. Στα σαράντα, πιθανότατα θα σου μιλούσα για την κούραση. Μια λανθασμένη, βιαστική αίσθηση πληρότητας. Σήμερα, στα εξήντα κάτι μου, θα σου μιλήσω για τους ανθρώπους.
«Δηλαδή;». Θα σου πω πρώτα κάτι που κατάλαβα μόλις πριν από λίγες μέρες. Ολόκληρη τη ζωή μου διάβαζα τους ανθρώπους.
«Από περιέργεια;». Από ανάγκη. Έπρεπε να καταλάβω το βλέμμα πριν γίνει λέξη ή ακόμη χειρότερα πράξη. Να ξεχωρίσω την απορία ή την άγνοια, από την πρόθεση δόλου. Την αμηχανία από την περιφρόνηση. Να προβλέψω αν ο άνθρωπος απέναντί μου θα γινόταν αγκαλιά ή μαχαιριά. Έτσι εκπαιδεύτηκα. Σαν ένας αιώνιος πολεμιστής.
«Ήσουν συνέχεια σε επιφυλακή;». Σχεδόν συνέχεια. Θυμάμαι πως όταν έμπαινα σε ένα ταξί καθόμουν πάντα πίσω. Ήθελα να βλέπω τις πόρτες. Στα εστιατόρια διάλεγα θέση που να ελέγχω τον χώρο. Χωρίς σκέψη. Το σώμα μου είχε μάθει πριν από μένα. Μια φορά ένας ταξιτζής γύρισε και με ρώτησε μόνο μία λέξη. «Νατουρέλ;» Άρχισα να αναρωτιέμαι τι με πρόδωσε και όχι να του πω ευθαρσώς, τι σε νοιάζει. Η φωνή μου; Μια κίνηση; Ένα βλέμμα; Για χρόνια αυτή ήταν η ζωή μου.
«Δηλαδή;». Να παρατηρώ τον άλλον και, ταυτόχρονα, να παρακολουθώ ασταμάτητα τον εαυτό μου. Σαν να έπρεπε να ζω δύο ζωές την ίδια στιγμή.
Τη ζωή που πραγματικά ζούσα. Και μια δεύτερη, που έλεγχε συνεχώς πως θα παρουσιάσω την έως τότε.
«Και ήταν πάντα έτσι;». Όχι. Στα είκοσί μου είχα πολύ θράσος. Η κοινωνία ήξερε ελάχιστα για τους τρανς ανθρώπους κι εγώ ήμουν βέβαιη πως κανείς δεν θα καταλάβει. Και έτσι ήταν. Σχεδόν προκαλούσα εκείνη τη στιγμή. Με διασκέδαζε η αμηχανία τους. Νόμιζα πως εγώ κρατούσα τα χαρτιά του παιχνιδιού. Μεγαλώνοντας, κατάλαβα ότι δεν ήταν παιχνίδι. Ήταν η ζωή μου. Και κουράστηκα.
«Δηλαδή σταμάτησες να ζεις;». Όχι φυσικά. Ζούσα. Ήθελα πολύ να ζω. Αλλά τα ζούσα… μισά. Πήγαινα μια εκδρομή και ένα κομμάτι του μυαλού μου παρακολουθούσε τους άλλους. Γνώριζα έναν καινούργιο άνθρωπο και ένα άλλο κομμάτι του μυαλού μου υπολόγιζε πότε θα χρειαστεί να εξηγήσω. Η χαρά σπάνια ερχόταν μόνη της. Πάντα έφερνε μαζί της… επαγρύπνηση.
«Και σήμερα;». Σήμερα ξέρω ότι δεν υπάρχει μία Ελλάδα. Υπάρχουν πολλές. Η Ελλάδα που θα σε απορρίψει. Που θα σε κοιτάει με περιέργεια. Η Ελλάδα που θα σε χρησιμοποιήσει για να αποδείξει κάτι μέσα από σένα για τον εαυτό της. Και η Ελλάδα που θα σε ξαφνιάσει. Αυτή που δεν περίμενες ποτέ.
«Πώς σε ξάφνιασε;». Με την αγάπη.
«Δεν το περίμενα αυτό». Ούτε κι εγώ. Αν με ρωτούσες μικρή τι φοβόμουν, θα σου έλεγα την απόρριψη. Γι’ αυτήν είχα προετοιμαστεί. Είχα φτιάξει άμυνες. Είχα μάθει να αντέχω. Εκείνο για το οποίο δεν είχα προετοιμαστεί ποτέ ήταν η γενναιοδωρία. Η μη αναμενόμενη αγάπη. Οι άνθρωποι που εμφανίστηκαν εκεί ακριβώς που περίμενα να συναντήσω έναν τοίχο.
«Δηλαδή;». Δηλαδή ο άνθρωπος που δεν έκανε ούτε μία αδιάκριτη ερώτηση. Εκείνος που μου μίλησε σαν να ήμουν απλώς ένας συν-άνθρωπος. Εκείνη που μου έσφιξε το χέρι χωρίς να την απασχολεί τι γράφει μια ταυτότητα ή τι ιστορία κουβαλά ένα σώμα. Δεν χρειάστηκαν μεγάλες πράξεις. Οι πιο μεγάλες αλλαγές στη ζωή μου ήρθαν από ανθρώπους που μου φέρθηκαν φυσιολογικά. Ακούγεται λίγο ε; Μικρό. Δεν είναι. Για κάποιον που έχει συνηθίσει να βρίσκεται διαρκώς υπό παρατήρηση, το να μη σε παρατηρούν είναι μερικές φορές η μεγαλύτερη ανακούφιση. Να μην είσαι το θέμα στο «δωμάτιο». Το μεγαλύτερο δώρο πλέον που μπορεί να μου κάνει ένας άνθρωπος ,είναι να μου φερθεί σαν να μη συμβαίνει τίποτα.
«Άρα σήμερα όλα είναι καλύτερα;». Όχι. Είναι διαφορετικά. Υπάρχουν περισσότερα δικαιώματα. Κάποιες «Πύρρειες νίκες» , αλλά νίκες. Περισσότερη ορατότητα. Περισσότεροι άνθρωποι που γνωρίζουν ότι υπάρχουμε. Υπάρχουν όμως και καινούργιοι φόβοι. Η δημόσια συζήτηση έγινε πιο δυνατή, πιο σκληρή. Είναι ουρλιαχτά και όχι λέξεις. Μαζί της δυνάμωσαν και οι φωνές που μας χρησιμοποιούν σαν επιχείρημα, σαν απειλή, σαν σύμβολο. Αλλά και οι φωνές που είναι δίπλα μας. Που όταν αποκαμωμένες σιωπούμε, φωνάζουν για μας. Απ΄ την άλλη μερικές φορές νιώθω ότι οι άνθρωποι μιλούν για εμάς περισσότερο απ’ όσο μιλούν μαζί μας. Κι αυτή είναι μια άλλη μορφή μοναξιάς.
«Θυμώνεις ακόμα;». Φυσικά. Δεν έμαθα να μην θυμώνω. Έμαθα να διαλέγω. Στα είκοσί μου ήθελα να απαντήσω σε όλους. Σήμερα ξέρω ότι δεν αξίζουν όλοι μια απάντηση. Υπάρχουν μάχες που σε μεγαλώνουν. Υπάρχουν κι άλλες που απλώς σε εξαντλούν. Είναι οικονομία ψυχικού αποθέματος και όχι συμβιβασμός.
«Και δεν φοβάσαι μήπως εκληφθεί σαν αδυναμία;». Αυτό κι αν είναι το παράξενο. Για χρόνια φοβόμουν τι θα σκεφτούν οι άλλοι. Σήμερα με απασχολεί περισσότερο τι θα σκεφτώ εγώ για τον εαυτό μου όταν γυρίσω σπίτι. Αυτό ήταν η μεγαλύτερη αλλαγή της ζωής μου. Το βλέμμα των άλλων έπαψε σιγά σιγά να είναι το μέτρο της αξίας μου.
«Αν μπορούσες να γυρίσεις πίσω, τι θα έλεγες στο κορίτσι που ήσουν;». Θα του έλεγα να ξεκουράζεται λίγο περισσότερο. Να μην αναλαμβάνει όλες τις μάχες. Να μην πιστεύει ότι πρέπει κάθε φορά να αποδεικνύει πως αξίζει να υπάρχει. Και θα του έλεγα κάτι ακόμη. Ότι, όσο κι αν σήμερα του φαίνεται αδιανόητο, θα συναντήσει ανθρώπους που θα το αγαπήσουν ακριβώς όπως είναι. Όχι παρά τις δυσκολίες του. Αλλά μαζί μ’ αυτές.
«Θα με ρωτούσες εσύ κάτι;». Θα σε ρωτούσα αν ξέρεις γιατί σου τα λέω όλα αυτά. Για να μη χαραμίσεις χρόνια προσπαθώντας να γίνεις αποδεκτός από ανθρώπους που έχουν ήδη αποφασίσει να μη σε δεχτούν. Και όχι για να σε φοβίσω. Η ζωή είναι πολύ μικρή για να την ξοδεύεις έξω από κλειστές πόρτες. Χτύπα μία φορά. Ίσως και δεύτερη. Αν δεν ανοίξουν, φύγε. Βγάλε δικό σου κλειδί. Υπάρχουν κι άλλες πόρτες. Και, πίστεψέ με, υπάρχουν.
«Μόνο αυτό;». Θα σου έλεγα και κάτι τελευταίο. Μη σκύψεις ποτέ το κεφάλι. Κι αν κάποια στιγμή σε αναγκάσουν να το κάνεις, μη ντραπείς. Δες το σαν τρόπαιο. Γιατί εσύ θα ξέρεις γιατί το χαμήλωσες. Ο άλλος θα νομίζει πως νίκησε.
Εσύ θα ξέρεις ότι απλώς διάλεξες τη στρατηγική μιας μάχης. Αυτό είναι η μεγαλύτερη νίκη απ’ όλες.








