Όχι, δεν έχει γίνει κάποιο λάθος στον τίτλο, μιας και αυτός δεν αναφέρεται στο βιβλίο του Αντρέ Ασιμάν (που μετά έγινε ταινία). Θα έλεγα πως ο τίτλος προσπαθεί να αποτυπώσει μία απλή αλλά και εξαιρετικά σημαντική ανάγκη πολλών ΛΟΑΤΚΙ+ (και ειδικά τρανς) ατόμων.
Μιλάμε για την ανάγκη του αυτοπροσδιορισμού και του δικαιώματος να υπάρχουμε σε αυτόν τον κόσμο με τις δικές μας ταυτότητες, με τις δικές μας αντωνυμίες και με το δικό μας όνομα. Κοινώς… να μας φωνάζουν με το όνομά μας.
Χθες έγινε γνωστή, μέσα από καταγγελία ΛΟΑΤΚΙ+ συλλογικοτήτων και ατομικοτήτων, η τρανσφοβική ανάρτηση ενός γιατρού της Α’ Ογκολογικής Κλινικής. Η ανάρτηση αναφερόταν στο αρσενικό (παρότι μιλάμε για τρανς γυναίκα) ενώ υπήρχαν και κάποια “φιλοσοφικά” σχόλια (προβληματικού χαρακτήρα), περί «φύσης» και «ψυχικής ενόρμησης».
Δεν θα σας μιλήσω για το misgendering και για το πόσο κακοποιητικό είναι, μιας και δυστυχώς δεν είναι η πρώτη φορά που ερχόμαστε σε επαφή με τέτοιες αναρτήσεις, ακόμη και από άτομα του επιστημονικού κόσμου. Θα έπρεπε ήδη να γνωρίζουμε καλύτερα.
Υπάρχει κάτι, ωστόσο, που κάνει την ανάρτηση αυτή να ξεχωρίζει από τον τρανσφοβικό σωρό που υπάρχει εκεί έξω. Και αυτό είναι ότι έγινε με αφορμή τον θάνατο ενός ανθρώπου. Ένας θάνατος που για τον γιατρό φάνηκε σαν την τέλεια ευκαιρία για να σχετικοποιήσει την ταυτότητα φύλου της γυναίκας, αφήνοντας εμμέσως προβληματικούς υπαινιγμούς.
Αλήθεια, πόσο σκληρό είναι αυτό; Πόσο σκληρό είναι αυτό το “να με φωνάζεις με το όνομα μου” να μην το σεβόμαστε ακόμη και όταν ένας άνθρωπος έχει φύγει από τη ζωή;
Για την ιστορία, μετά τις πολλές αντιδράσεις, ο γιατρός αισθάνθηκε την ανάγκη να απαντήσει στα social media. Όχι με συγνώμη και ανάληψη ευθύνης αλλά με εμπαιγμούς, περιχαρακωμένος πλήρως στο προνόμιό του.
“Να με φωνάζεις με τ’ όνομά μου” απαντώ νοητά εγώ. Όχι γιατί είναι προνόμιό μας (αυτά τα έχουν άλλοι). Σίγουρα, όμως, γιατί είναι δικαίωμά μας!








