Έχει ξεκινήσει μία δημόσια συζήτηση (όχι άδικα), που προκλήθηκε από το νέο βιβλίο Κοινωνικής και Πολιτικής Αγωγής για τη Γ΄ Γυμνασίου, για το σχολικό έτος 2027-2028.
Γράφει η Άννα Απέργη Κωνσταντινίδη*
Το συγκεκριμένο, άκρως επικίνδυνο κατ’ εμέ, σχολικό εγχειρίδιο, συμβουλεύει τα κορίτσια να γνωρίζουν ότι “οι άντρες έχουν μεγαλύτερο όγκο και δύναμη”, να αποφεύγουν τις “κακοτοπιές”, να αποφεύγουν συγκεκριμένους τύπους ανδρών και ουσιαστικά να οργανώνουν τη ζωή τους γύρω από την πιθανότητα να πέσουν θύματα βίας.
Τα μηνύματα που περνάει είναι σαφή νομίζω. Η προστασία μετατρέπεται σε ατομική υποχρέωση του πιθανού θύματος.
Αυτό βέβαια σε καμία μα καμία περίπτωση δεν είναι πρόληψη, αλλά η πιο χαρακτηριστική μορφή μετατόπισης της ευθύνης από τον θύτη στο θύμα. Αυτή ακριβώς είναι και η λογική, που εδώ και δεκαετίες τόσο οι διεθνείς οργανισμοί, όσο και η επιστημονική κοινότητα, αλλά και το ίδιο το δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων προσπαθούν να αποδομήσουν.
Η βία κατά των γυναικών, κατά των θηλυκοτήτων γενικότερα, δεν συμβαίνει επειδή αυτά τα πρόσωπα δεν πρόσεξαν αρκετά ή όσο θα έπρεπε να προσέξουν, ούτε επειδή βρέθηκαν στο “λάθος μέρος/σημείο”, ούτε επειδή εμπιστεύτηκαν τον “λάθος άνθρωπο”, και φυσικά ούτε επειδή δεν αναγνώρισαν έγκαιρα έναν νάρκισσο ή έναν χειριστικό χαρακτήρα.
Η βία συμβαίνει και υπάρχει, επειδή κάποιος αποφάσισε να την ασκήσει. Επειδή ο ίδιος αποφάσισε να ασκήσει βία και αυτή είναι η μόνη αιτία που οφείλει να διδάσκει το σχολείο.
Δεν μπορεί το δημόσιο εκπαιδευτικό μας σύστημα να εκπαιδεύει τα παιδιά μας να προσαρμόζονται στη βία.
Αυτό που οφείλει να κάνει είναι να εκπαιδεύει τους αυριανούς πολίτες να πιστεύουν στις ανθρώπινες αξίες, να υπερασπίζονται τα ανθρώπινα και ατομικά δικαιώματα και να μην διαπράττουν καμία μα καμία μορφή διάκρισης και κυρίως βίας.
Και θα ήθελα να ρωτήσω ανοιχτά την Υπουργό Παιδείας Πραγματικά αναρωτιέμαι κυρία Υπουργέ, είναι αυτό το μήνυμα που θέλουμε να δώσουμε σε ένα παιδί δεκατριών, δεκατεσσάρων ή δεκαπέντε ετών;
Ότι η ασφάλειά του εξαρτάται από το πόσο καλά θα περιορίσει τις κινήσεις του;
Ότι θα πρέπει να φοβάται τον δημόσιο χώρο;
Ότι θα πρέπει να αξιολογεί διαρκώς κάθε άνδρα που συναντά;
Ότι η ελευθερία του συνοδεύεται πάντα από έναν αστερίσκο;
Μήπως να το προχωρήσουμε κι άλλο κυρία Υπουργέ;
Ας πούμε να μην ντύνονται όπως επιθυμούν, να μην ταξιδεύουν και να μην διεκδικούν δημόσιο χώρο. Με λίγα λόγια, να περιορίσουν τα ίδια τα κορίτσια τα δικαιώματά τους, αντί εμείς να περιορίσουμε τη βία.
Αυτό σε καμία περίπτωση δεν είναι εκπαίδευση. Αυτό ονομάζεται ξεκάθαρα κανονικοποίηση του φόβου. Ξέρετε όμως κάτι, ο φόβος δεν μπορεί ποτέ να αποτελεί εκπαιδευτικό στόχο.
Και όλα αυτά γίνονται σε μία Ελλάδα που κάνει πισωγυρίσματα και έχει πατήσει φρένο σε ότι αφορά την θεσμοθέτηση νομοθεσιών που αφορούν ανθρώπινα/ατομικά δικαιώματα και που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών μας πάνω σε ζητήματα σεξουαλικής υγείας, έκφρασης, ταυτότητας, χαρακτηριστικών φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού, σαν ένα πεδίο ιδεολογικής και κομματικής αντιπαράθεσης.
Την ώρα που πολλές ευρωπαϊκές χώρες ήδη από τη δεκαετία του 1980 ενέταξαν συστηματικά στα σχολεία την εκπαίδευση στη συναίνεση, στις υγιείς σχέσεις, στην ισότητα των φύλων και στον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εμείς, το 2026, λίγο πριν το 2027, συνεχίζουμε να συζητάμε αν αυτά “πρέπει” να διδάσκονται.
Και δυστυχώς, εξακολουθούν να υπάρχουν οι αρνητές όλων των παραπάνω. Άνθρωποι που αντιμετωπίζουν τη γνώση ως απειλή, ενώ τα ίδια τα δεδομένα αποδεικνύουν ότι μία ολοκληρωμένη διαπαιδαγώγηση στα πιο πάνω θέματα, προστατεύει τα παιδιά, τα βοηθά να αναγνωρίζουν την κακοποίηση, να σέβονται τα όρια των άλλων ατόμων, να κατανοούν τη συναίνεση, να οικοδομούν υγιείς σχέσεις και να απορρίπτουν τη βία ως τρόπο έκφρασης δύναμης.
Και ενώ εμείς εξακολουθούμε να αναλωνόμαστε σε ιδεολογικές και κομματικές αντιπαραθέσεις, η πραγματικότητα στα σχολεία είναι αμείλικτη. Τα περιστατικά ενδοσχολικού εκφοβισμού αυξάνονται. Η λεκτική, η σωματική και η διαδικτυακή βία αποτελούν καθημερινότητα για χιλιάδες παιδιά.
Τα έμφυλα στερεότυπα γεννούν αποκλεισμούς και ο σεξισμός καλλιεργείται από πολύ μικρή ηλικία.
Παιδιά στοχοποιούνται επειδή είναι “διαφορετικά”, επειδή δεν ανταποκρίνονται στα κυρίαρχα πρότυπα φύλου, επειδή είναι ανάπηρα, έχουν διαφορετική καταγωγή ή διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό.
Η απάντηση σε όλη αυτή την πραγματικότητα, δεν μπορεί να είναι περισσότερες οδηγίες αυτοπροστασίας προς τα πιθανά θύματα, αλλά περισσότερη εκπαίδευση. Περισσότερη ισότητα, περισσότερα ανθρώπινα δικαιώματα, περισσότερη δημοκρατία.
Η εκπαίδευση σε ένα δημοκρατικό, ελεύθερο ευρωπαϊκό κράτος, οφείλει να διδάσκει τη συναίνεση ως θεμελιώδη αξία, να αποδομεί τα έμφυλα στερεότυπα και να εκπαιδεύει τα παιδιά μας στη διαχείριση των συναισθημάτων τους. Οφείλει να μιλά για την ισότητα, τη διαφορετικότητα και τον αλληλοσεβασμό και να μαθαίνει στα νέα παιδιά ότι κανείς δεν έχει δικαίωμα να ελέγχει, να εξευτελίζει ή να κακοποιεί έναν άλλον άνθρωπο.
Αυτά επιτάσσουν οι σύγχρονες παιδαγωγικές προσεγγίσεις και αυτά προβλέπουν και οι διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας μας, μεταξύ άλλων και μέσα από τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, η οποία επιβάλλει στα κράτη να εντάσσουν στην εκπαίδευση την ισότητα των φύλων, τους μη στερεοτυπικούς ρόλους, τον αμοιβαίο σεβασμό, τη μη βίαιη επίλυση συγκρούσεων και την πρόληψη της έμφυλης βίας.
Όλα αυτά είναι υποχρεώσεις της χώρας μας. Το ελληνικό δημόσιο σχολείο δεν υπάρχει για να διδάσκει στα παιδιά το πως θα επιβιώσουν σε μια βίαιη κοινωνία, αλλά για να διαμορφώνει αυριανούς πολίτες που θα δημιουργήσουν μια κοινωνία χωρίς βία. Κάτι που εμείς δεν κατάφεραν να μας προσφέρουν οι πρόγονοι μας και κάτι που και εμείς δεν έχουμε καταφέρει να προσφέρουμε στα παιδιά μας.
Αυτό ξεκινά από μία απλή αλλά θεμελιώδη αρχή, ότι η ευθύνη της βίας, δεν ανήκει ποτέ στο θύμα, αλλά αποκλειστικά και μόνο στον θύτη. Όσο λοιπόν το εκπαιδευτικό μας σύστημα αδυνατεί να το διατυπώσει αυτό με απόλυτη καθαρότητα, τόσο θα συνεχίζει να αναπαράγει τα ίδια στερεότυπα που υποτίθεται ότι οφείλει να καταπολεμά.
Η ισότητα, η δημοκρατία, ο σεβασμός στον άνθρωπο και στα δικαιώματα του, δεν διδάσκονται με υποσημειώσεις, αλλά με ξεκάθαρες θέσεις.
Ώρα για ξεκαθαρίσματα λοιπόν.









