Την επιστημονική του ανησυχία για το περιεχόμενο του σχολικού εγχειριδίου Κοινωνικής και Πολιτικής Αγωγής της Γ’ Γυμνασίου εκφράζει το Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής του ΑΠΘ, επισημαίνοντας «ότι η εκπαίδευση για την πρόληψη της βίας οφείλει να στηρίζεται στις αρχές της ισότητας».
Υπενθυμίζεται ότι το εν λόγω σχολικό εγχειρίδιο έχει βρεθεί στο επίκεντρο με αφορμή τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται την έμφυλη βία, μεταξύ άλλων. Συγκεκριμένα, το βιβλίο περιλαμβάνει «οδηγίες» προς τα κορίτσια, καλώντας τα έμμεσα «να μην προκαλούν» και να αποφεύγουν τις «κακοτοπιές».
«Η διεθνής επιστημονική βιβλιογραφία έχει αναδείξει ότι οι προσεγγίσεις που επικεντρώνονται πρωτίστως στην αυτοπροστασία των γυναικών ενδέχεται, έστω και ακούσια, να ενισχύουν μηχανισμούς μετατόπισης της ευθύνης προς τα θύματα, αντί να προάγουν μια κουλτούρα μηδενικής ανοχής απέναντι στη βία και στον σεξισμό», τονίζει το Τμήμα Φιλοσοφίας στην ομόφωνη ανακοίνωσή του.
Ακολουθεί η ανακοίνωση του Τμήματος:
Το Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής εκφράζει την έντονη επιστημονική και παιδαγωγική του ανησυχία για το περιεχόμενο του σχολικού εγχειριδίου Κοινωνικής και Πολιτικής Αγωγής της Γ’ Γυμνασίου που έχει δημοσιοποιηθεί και αφορά ζητήματα διαπροσωπικών σχέσεων και έμφυλης βίας.
Η σύγχρονη παιδαγωγική, η εκπαιδευτική έρευνα και οι σπουδές φύλου συγκλίνουν στη θέση ότι, του αμοιβαίου σεβασμού, της συναίνεσης, της καλλιέργειας δημοκρατικών σχέσεων και της απόρριψης κάθε μορφής στερεοτυπικής αναπαράστασης των φύλων.
Υπό το πρίσμα αυτό, προκαλεί σοβαρό προβληματισμό η παρουσίαση συμβουλών που απευθύνονται κυρίως στα κορίτσια, καλώντας τα να έχουν διαρκώς κατά νου ότι «οι άντρες έχουν μεγαλύτερο όγκο και δύναμη» και να προσαρμόζουν αναλόγως τη συμπεριφορά τους. Μια τέτοια προσέγγιση δεν συμβάλλει στην αποδόμηση των έμφυλων στερεοτύπων, αλλά κινδυνεύει να τα αναπαράγει.
Ιδιαίτερα προβληματική είναι η μετατόπιση του κέντρου βάρους της πρόληψης προς τις συμπεριφορές των πιθανών θυμάτων. Η έμφαση σε οδηγίες προς τα κορίτσια για το πώς να αποφεύγουν τις «κακοτοπιές» ή τους επιθετικούς άνδρες υποβαθμίζει τη θεμελιώδη αρχή ότι η ευθύνη για κάθε μορφή βίας ανήκει αποκλειστικά στον δράστη. Η διεθνής επιστημονική βιβλιογραφία έχει αναδείξει ότι οι προσεγγίσεις που επικεντρώνονται πρωτίστως στην αυτοπροστασία των γυναικών ενδέχεται, έστω και ακούσια, να ενισχύουν μηχανισμούς μετατόπισης της ευθύνης προς τα θύματα, αντί να προάγουν μια κουλτούρα μηδενικής ανοχής απέναντι στη βία και στον σεξισμό.
Το ίδιο προβληματική είναι η παρουσίαση οδηγιών που περιορίζονται στην απομάκρυνση από κακοποιητικούς συντρόφους. Η έμφυλη και ενδοοικογενειακή βία δεν αντιμετωπίζεται μέσω της καλλιέργειας φόβου ή της προσαρμογής της συμπεριφοράς των πιθανών θυμάτων, αλλά μέσω της εκπαίδευσης όλων των παιδιών και των νέων σε σχέσεις ισότητας, αμοιβαίου σεβασμού, αναγνώρισης των ορίων, ουσιαστικής συναίνεσης και ενεργού αντίστασης σε κάθε μορφή κακοποιητικής συμπεριφοράς.
Η παιδαγωγική επιστήμη υποστηρίζει ότι η εκπαίδευση για την πρόληψη της βίας οφείλει να είναι μετασχηματιστική και χειραφετητική. Οφείλει να ενδυναμώνει τα παιδιά και τους νέους ως ισότιμα υποκείμενα δικαιωμάτων, να αμφισβητεί τις πατριαρχικές αντιλήψεις που νομιμοποιούν σχέσεις εξουσίας και να καλλιεργεί την κοινωνική ευθύνη όλων για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της βίας.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η χρήση γλωσσικών διατυπώσεων που μεταφέρουν έμμεσα κοινωνικές προκαταλήψεις και στερεότυπα. Η διεθνής επιστημονική βιβλιογραφία έχει αναδείξει, μέσα από εκτενή και τεκμηριωμένη έρευνα, ότι ορισμένα γλωσσικά σχήματα μπορούν να αναπαράγουν κοινωνικές προκαταλήψεις, ακόμη και όταν αυτές δεν εκφράζονται ρητά. Τα φαινόμενα αυτά αποτελούν αντικείμενο μελέτης εδώ και δεκαετίες στη φιλοσοφία της γλώσσας και στην κοινωνιογλωσσολογία, ενώ η επίδρασή τους στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι αντιλήψεις του κοινού έχει επιβεβαιωθεί εμπειρικά από την κοινωνική ψυχολογία της γλώσσας.
Το Τμήμα μας, το οποίο διαθέτει εξειδίκευση σε συναφή επιστημονικά πεδία, εκφράζει ιδιαίτερη ανησυχία για την επαναλαμβανόμενη χρήση τέτοιων υπόρρητα προκατειλημμένων διατυπώσεων σε διάφορα σημεία του βιβλίου. Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι οι προκαταλήψεις και τα στερεότυπα αυτά μεταδίδονται εμμέσως ως αυτονόητες ή δεδομένες αντιλήψεις σε μαθητές και μαθήτριες και εν γένει σε νέους ανθρώπους.
Ως πανεπιστημιακός θεσμός με ευθύνη απέναντι στην κοινωνία και την εκπαίδευση, θεωρούμε ότι κάθε εκπαιδευτικό ή συμβουλευτικό υλικό που απευθύνεται σε νέους ανθρώπους πρέπει να αξιολογείται με βάση τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα και τις αρχές της ισότητας των φύλων, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της παιδαγωγικής δεοντολογίας. Θεωρούμε ότι το εγχειρίδιο θα πρέπει να υποβληθεί, πέρα από τον επιστημονικό του έλεγχο, και σε συστηματικό γλωσσικό και εκφραστικό έλεγχο, ώστε να αναθεωρηθούν διατυπώσεις που ενδέχεται να αναπαράγουν, έστω και έμμεσα, κοινωνικές προκαταλήψεις ή στερεότυπα.
Καλούμε τους αρμόδιους φορείς να επανεξετάσουν το συγκεκριμένο υλικό υπό το φως της σύγχρονης επιστημονικής γνώσης και να διασφαλίσουν ότι κάθε σχετική εκπαιδευτική παρέμβαση θα συμβάλλει στην πρόληψη της έμφυλης βίας χωρίς την αναπαραγωγή στερεοτύπων ή τη μετατόπιση της ευθύνης από τους θύτες στα θύματα.
Η πανεπιστημιακή κοινότητα οφείλει να υπερασπίζεται σταθερά μια παιδεία που διαμορφώνει πολίτες με κριτική σκέψη, σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ακλόνητη προσήλωση στις αρχές της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.









