Πάντα είχα πρόβλημα με το να χάνω τον έλεγχο.

Γι’ αυτό και μπήκα στη διαδικασία να μάθω να μην αγχώνομαι για πράγματα που είναι πέρα από τη σφαίρα αυτών για τα οποία μπορώ να κάνω κάτι. Ακριβώς σε αυτό το στάδιο της ζωής μου ξέσπασε μια παγκόσμια πανδημία. Και ξαφνικά χάνω τον έλεγχο ακόμα και στα πράγματα που θεωρούσα δεδομένα και ασφαλή: υγεία, ελευθερία, ανθρώπινη επαφή.

Όλα ξεκίνησαν στις 12 Μαρτίου, όταν και συνειδητοποίησα ότι τα πράγματα είναι σοβαρότερα από ότι πίστευα. Μια προσέγγιση αυτού που διανύουμε είναι ότι βασίζεται στα στάδια του πένθους, κι εγώ μέχρι τότε βρισκόμουν ακόμη στο πρώτο. Αυτό της άρνησης. “Μην πανικοβάλλεσαι” , έλεγα στη φίλη μου που φοβόταν να ταξιδέψει στο εξωτερικό. “Δε χρειάζεται να αλλάξει η ζωή μας απλά για μία γρίπη” . Ευτυχώς, αποδείχτηκε πως δεν ήταν πολύ αργά όταν, κατάλαβα ότι αυτή η πρόταση έχει λάθη από την αρχή μέχρι το τέλος.

“Οκ, το έχουμε” , είπα στον εαυτό μου. Πάντα μου άρεσε η θαλπωρή και το σπίτι μου εξάλλου.

Άπλετος χρόνος για να κάνω δουλειές, να διαβάσω, να γράφω χωρίς περισπασμούς, να μιλάω με φίλους, χωρίς να χρειάζεται να σκεφτώ τι θα φορέσω για να βγω ή να πάρω είκοσι μέσα μεταφοράς για να τους συναντήσω. Ήμουν έτοιμη να φτιάξω μια αξιοζήλευτη ρουτίνα καθημερινότητας που, ούτως ή άλλως, θα τελείωνε σύντομα κι εγώ μόνο κερδισμένη θα έβγαινα. Η ανάγκη για έλεγχο καλά βαστούσε.

Την πρώτη μέρα ξύπνησα κατά τις 9.  Έφτιαξα μια τεράστια κούπα καφέ -τι θα έκανα χωρίς αυτόν- και ένα τέλειο πρωινό με βρώμη και φρούτα. Άρχισα να φτιάχνω λίστα με τις δουλειές που είχα να κάνω, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο μπαμπάς μου. “Μπορείς να διαβάσεις στο ίντερνετ αν θα μας κλείσουν;” με ρώτησε με μια στάλα αγωνίας ζωγραφισμένη στη φωνή του. Εργάζονται μαζί με τη μητέρα μου στη δική τους επιχείρηση εστίασης. “Δεν ξέρω μπαμπά, δε νομίζω” , του είπα, αλλά στην ουσία ήθελα μόνο να τον καθησυχάσω. Δε μου άρεσε να μην ξέρω τι θα γίνει αύριο. Δε μου άρεσε να ακούω την οικογένειά μου να αγωνιά. Δεύτερο στάδιο. Θύμωσα στην ιδέα ότι μπορεί να συνέβαινε κάτι τέτοιο. Θύμωσα στην ιδέα ότι μπορεί να αλλάξει τόσο ριζικά η ζωή μας.

Δυο μέρες μετά ανακοινώθηκε η αναστολή λειτουργίας των καφέ και των εστιατορίων της χώρας. Οι γονείς μου άρχιζαν να καθαρίζουν και να προετοιμάζουν το μαγαζί τους για την καλοκαιρινή σεζόν. “Ευκαιρία είναι” , είπαν.

Άρχισα κι εγώ να καθαρίζω το σπίτι μου.

Αυτό πήρε μέρες και εν τω μεταξύ χρειάστηκα προμήθειες. Όταν έφτασα στο σούπερ μάρκετ, θυμήθηκα ότι χρειάζομαι ένα ακόμα καθαριστικό. Συνήθως κάθομαι κάμποση ώρα μπροστά από το ράφι με τα προϊόντα καθαρισμού γιατί, ως γνήσια ενήλικη Δίδυμος, δεν μπορώ να αποφασίσω πώς θέλω να μυρίζει το σπίτι μου. Αυτή τη φορά δεν είχα την πολυτέλεια να διαλέξω. Έξω από το κατάστημα περίμενε κόσμος, στο διάδρομο έπρεπε να είμαστε το πολύ 3 άτομα, άρα έπρεπε και να βιαστώ. Άρωμα βανίλιας πάλι, ας είναι. “Μην κάνεις σαν κακομαθημένη” , με μάλωσα.  Γύρισα σπίτι.  Έσπευσα να απολυμάνω τα πάντα με μια κάποια θλίψη. Έπεσα να κοιμηθώ νωρίς εκείνο το βράδυ. Σα να μου έπεσε βαριά η μέρα κι ας μύριζε βανίλια.

Οι επόμενες μέρες κυλούσαν αργά και μηχανικά. Μέσα σε μια ρουτίνα επαναλαμβανόμενη και αχανή, σπρώχνοντας τις ώρες προς το τέλος της μέρας. Φαγητό, σειρές, βιβλία και ύπνος. Ξυπνούσα κατά τις 12 πλέον, γιατί δεν είχε νόημα να ξυπνήσω νωρίς. Έτρωγα γλυκό για πρωινό. Ο καφές μου άρχισε να έχει ουδέτερη γεύση. Έκλαιγα σε κάθε επεισόδιο της σειράς που έβλεπα, η οποία να σημειώσω ήταν νομικού περιεχομένου. Τα βιβλία που διάβαζα είχαν να κάνουν με φιλοσοφικά ερωτήματα και δυστοπίες. Λες και δεν είχα αρκετά από αυτά στην καθημερινότητά μου.

Στο σούπερ μάρκετ απέφευγα να πάω, αλλά οι βασικές ανάγκες δεν αναβάλλονται για πάντα. Αυτή τη φορά ήμουν πολύ πιο οργανωμένη με αναλυτική λίστα των πραγμάτων που ήθελα, γάντια, μάσκα και εγρήγορση. Μόνο αντισηπτικό δεν έβρισκα κι έτσι πήγα να ρωτήσω αν είναι κάπου αλλού. Φυσικά δεν υπήρχε. Ευχαρίστησα κάπως απότομα κι έφυγα. Γύρισα σπίτι νιώθοντας ανήμπορη να προστατεύσω εμένα και τους οικείους μου, επειδή δεν μπορούσα να βρω αντισηπτικό. Έβαλα τα κλάματα. Ο φόβος είχε αρχίσει να με ελέγχει επικίνδυνα και ένιωσα ότι είχα ξεχάσει ποια ήμουν πριν από όλο αυτό. Σηκώθηκα και ξαναπήγα στο σούπερ. Βρήκα τον υπάλληλο που με εξυπηρέτησε, του ζήτησα ξανά πληροφορίες δήθεν για κάτι που ξέχασα, τον ευχαρίστησα θερμά για όλα, του ευχήθηκα καλό κουράγιο κι έφυγα.

Ούτε γάντια φόρεσα, ούτε τίποτα. Μόνο την ενσυναίσθηση μου.

Όταν απαγορεύτηκε η κυκλοφορία, παραδόξως το αντιμετώπισα με ψυχραιμία, για να μην πω με αισιοδοξία.

Δε θέλω να παρεξηγηθώ γι’ αυτό που λέω. Απλώς ένιωσα ότι με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαμε να ξεριζώσουμε το πρόβλημα από τη ρίζα του και να επιστρέψουμε στην προηγούμενη κανονικότητά μας το συντομότερο δυνατό. Αποφάσισα να το δω αλλιώς το πράγμα. «Δεν μπορώ να ελέγξω τον κόσμο, μπορώ όμως να ελέγξω εμένα» , σκέφτηκα το επόμενο πρωί παρέα με τον φρέντο εσπρέσο μου. Διαπραγμάτευση. Είχα βγει για περίπατο νωρίτερα κι άρπαξα κι έναν καφέ στο χέρι. Πάντα το έκανα αυτό, όταν έπρεπε να σκεφτώ κάτι, να χαλαρώσω και να αποφορτιστώ. Είχε άλλη γεύση, όμως, εκείνη την ημέρα.

Μια γεύση που θύμιζε συνήθεια. Πρότερη συνήθεια αυτο-φροντίδας.

Ναι, ίσως αυτό να έλειπε.

Κι έτσι ξεκίνησα να δημιουργώ μια καινούρια καθημερινότητα. Όφειλα να αποδεχτώ τελικά ότι αυτή θα είναι η κατάσταση μέχρι απλώς να πάψει να είναι. Η αποδοχή της απώλειας συχνά σημαίνει και τη λήξη της.

Κάποιες μέρες ξυπνάω νωρίς. Διαβάζω, γράφω, ενημερώνομαι. Όχι μόνο για τον ιό. Αυτό ευτυχώς κρατάει πολύ λίγο από τότε που ξεκίνησε όλο αυτό. Ακούω μουσική, ανακάλυψα καινούρια κομμάτια που με κάνουν να νιώθω όμορφα. Ζωγραφίζω, παρ’ όλο που δεν το είχα ποτέ μ’ αυτά. Κρέμασα τις ζωγραφιές στον τοίχο κι αποφάσισα ότι θα τις πάρω μαζί μου, όπου κι αν πάω στο μέλλον.  Κάνω ενίοτε και λίγη γυμναστική στο σπίτι. Στο τσακίρ κέφι θα πάρω το “6” μου και θα βγω έξω. Έκοψα και τα πολλά γλυκά. Θέλω να τα τρώω, όταν πραγματικά τα έχω ανάγκη κι όχι για να καλύψω απλώς μια απώλεια. Μιλάω συχνά με φίλους και οικογένεια.

Στην ερώτηση «Τι νέα;» , συνήθως σκάμε στα γέλια. Υποθέτω είναι κι αυτό μια νέα συνήθεια που εδραιώσαμε.

Σίγουρα όμως δεν είναι κάθε μέρα έτσι. Υπάρχουν μέρες που απλά θέλω να κρυφτώ κάτω από το πάπλωμα, μέχρι να μπει ένα τέλος σε όλα αυτά και να ξυπνήσω σε μια νέα κανονικότητα, με στοιχεία της παλιάς, αλλά βελτιωμένη. Σε μια κανονικότητα που τίποτα δε θα είναι δεδομένα, ούτε καν τα πράγματα που μπορούμε να ελέγξουμε. Σε μια κανονικότητα με ανθρώπους που νοιάζονται πάντα για τους συνανθρώπους τους κι όχι μόνο όταν δεν έχουμε άλλη επιλογή. Σε μια κανονικότητα που η βόλτα, η αγκαλιά, η χειραψία, η ζωή, η συνήθεια θα έχουν άλλη αξία. Σε μια κανονικότητα που θα εκτιμάμε τα πάντα.

Και κυρίως το άρωμα βανίλιας.

Η αβάσταχτη ελαφρότητα του “πρέπει” (να μείνουμε σπίτι)

Όταν αναλογίζομαι τον εαυτό μου μικρό, αυτό που θυμάμαι πιο έντονα είναι πως μου άρεσε να γράφω. Οι πρώτες μου αναμνήσεις έχουν να κάνουν με ένα κάπως αυτάρεσκο κοριτσάκι να δηλώνει ευθαρσώς: “Εγώ όταν μεγαλώσω θα γίνω συγγραφέας και θα μοιράζω αυτόγραφα στους θαυμαστές μου.” Μεγαλώνοντας όμως οι τάσεις ναρκισσισμού μου ευτυχώς με εγκατέλειψαν κι άρχισα να σκέφτομαι πιο συλλογικά. Βρέθηκα έτσι λίγα χρόνια αργότερα να σπουδάζω Διεθνείς Σχέσεις στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και να σπάω κάθε μέρα το κεφάλι μου πώς να κάνω αυτόν τον κόσμο λίγο καλύτερο. Η πολλή σκέψη με οδήγησε σε πρώτη φάση στο Antivirus, το οποίο έχει καταλήξει να είναι κάτι σαν οικογένεια για μένα. Εδώ θα με βρείτε να γράφω ό,τι με προβληματίζει, ό,τι με θυμώνει κι ό,τι με λυτρώνει. Έχω αδυναμία στις δυναμικές ιδέες, στους ακομπλεξάριστους ανθρώπους και στα βιβλία. Απεχθάνομαι τον ρατσισμό, τις δογματικές απόψεις και το να μην έχω έμπνευση όταν τη χρειάζομαι. Τώρα αν θελήσετε κάποια στιγμή να μου μεταφέρετε κι εσείς τις ιδέες σας ή να κάνετε κάποια σχόλια, θα με βρείτε στα κοινωνικά δίκτυα. Εναλλακτικά μπορείτε να μου προσφέρετε καφέ ή σοκολάτα και θα τα βρούμε.