Τη στήριξή τους «προς τα παιδιά και τις οικογένειες που πλήττονται από τον στιγματισμό και τον αποκλεισμό» εκφράζουν η Επιτροπή Ισότητας των Φύλων και Καταπολέμησης των Διακρίσεων και η Μονάδα Ισότητας των Φύλων και Καταπολέμησης των Διακρίσεων του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ).
Σε ανακοίνωσή τους, καταδικάζουν τις πρόσφατες τρανσφοβικές δηλώσεις από διάφορα πολιτικά και δημόσια πρόσωπα, ενώ επιβεβαιώνουν ξανά τη δέσμευσή τους «για μια εκπαιδευτική και ακαδημαϊκή κοινότητα στην οποία κάθε άτομο […] γίνεται σεβαστό και μπορεί να συμμετέχει ισότιμα».
Ακολουθεί ολόκληρη η ανακοίνωση:
Για ένα σχολείο που αναγνωρίζει και σέβεται κάθε παιδί και κάθε οικογένεια
Με αφορμή τη δημόσια συζήτηση σχετικά με την παρουσία διαφορετικών μορφών οικογένειας σε νέα σχολικά εγχειρίδια, καθώς και πρόσφατες τοποθετήσεις για το φύλο, η Επιτροπή Ισότητας των Φύλων και Καταπολέμησης των Διακρίσεων και η Μονάδα Ισότητας των Φύλων και Καταπολέμησης των Διακρίσεων του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης θεωρούν αναγκαίο να τοποθετηθούν δημόσια. Η συζήτηση αυτή δεν αφορά αφηρημένα ‘πρότυπα οικογένειας’, αλλά παιδιά και οικογένειες που αποτελούν ήδη μέρος της σχολικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Κάθε παιδί, ανεξάρτητα από τη μορφή της οικογένειάς του, δικαιούται να αναγνωρίζεται, να γίνεται σεβαστό και να αισθάνεται ασφαλές στο σχολικό περιβάλλον.
Τα παιδιά μεγαλώνουν σε διαφορετικά οικογενειακά περιβάλλοντα. Η παρουσία αυτής της πραγματικότητας στο εκπαιδευτικό υλικό δεν συνιστά ‘προώθηση’ ή ‘επιβολή’ ενός οικογενειακού προτύπου. Συνιστά, πρωτίστως, αναγνώριση της κοινωνικής πραγματικότητας και, κυρίως, των ίδιων των παιδιών που ζουν σε αυτές τις οικογένειες. Η συμπερίληψη δεν αφαιρεί τίποτα από κανένα παιδί και καμία οικογένεια· αποτρέπει, αντίθετα, το να καθίστανται ορισμένα παιδιά αόρατα μέσα στο ίδιο τους το σχολείο και συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια, την ισότιμη συμμετοχή και την πρόληψη των διακρίσεων. Το σχολείο δεν καλείται να αποφασίσει ποιες οικογένειες δικαιούνται να είναι ορατές, αλλά οφείλει να διασφαλίζει ότι κανένα παιδί δεν αποκλείεται ή απαξιώνεται εξαιτίας της οικογένειας στην οποία μεγαλώνει.
Στην ίδια δημόσια συζήτηση διατυπώθηκαν απόλυτες θέσεις για το φύλο, καθώς και αναφορές που συνέδεσαν την ταυτότητα φύλου με την ψυχική διαταραχή. Τέτοιες τοποθετήσεις δεν αποτελούν απλώς διαφορετικές απόψεις σε μια δημόσια αντιπαράθεση· όταν διατυπώνονται ως επιστημονικά δεδομένα, οφείλουν να κρίνονται με βάση τη σύγχρονη επιστημονική γνώση. Η ταυτότητα φύλου δεν αποτελεί ψυχική διαταραχή και η παθολογικοποίηση των διεμφυλικών ανθρώπων δεν συνάδει με τη σύγχρονη διεθνή επιστημονική και ιατρική γνώση. Δημόσιες τοποθετήσεις που αμφισβητούν ή απαξιώνουν την ύπαρξη ίντερσεξ, διεμφυλικών και φυλοδιαφορετικών ανθρώπων ή παθολογικοποιούν την ταυτότητα και την έκφραση φύλου τους δεν είναι κοινωνικά ουδέτερες: ενισχύουν τον στιγματισμό, τις προκαταλήψεις και το αίσθημα ανασφάλειας που βιώνουν οι ίδιοι οι άνθρωποι και οι οικογένειές τους. Ιδιαίτερη ευθύνη φέρουν όσες και όσοι διαθέτουν δημόσιο βήμα ή ασκούν θεσμικό ρόλο, καθώς ο δημόσιος λόγος έχει συνέπειες.
Η Επιτροπή και η Μονάδα για την Ισότητα των Φύλων και Καταπολέμηση των Διακρίσεων του ΑΠΘ στέκονται απέναντι σε κάθε λόγο που κανονικοποιεί, αναπαράγει ή ενισχύει τον στιγματισμό ή τον αποκλεισμό και εκφράζουν τη στήριξή τους προς τα παιδιά και τις οικογένειες που πλήττονται από τον στιγματισμό και τον αποκλεισμό, καθώς και προς τους γονείς, τις οργανώσεις, τις/τους συγγραφείς και όσες/όσους υπερασπίζονται το δικαίωμα κάθε παιδιού στην ορατότητα, την ασφάλεια και την ισότιμη συμμετοχή σε ένα σχολείο ανοιχτό στην πραγματικότητα της κοινωνίας. Καλούν, παράλληλα, όσες και όσους συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο και ιδίως όσες και όσους κατέχουν θεσμικές θέσεις ή διαθέτουν ισχυρό δημόσιο βήμα, να αναλαμβάνουν την ευθύνη που συνεπάγεται ο λόγος τους, να στηρίζουν τις τοποθετήσεις τους σε έγκυρη επιστημονική γνώση και να σέβονται την αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα όλων των ανθρώπων.
Ως φορείς ενός δημόσιου πανεπιστημίου, επαναβεβαιώνουμε τη δέσμευσή μας για μια εκπαιδευτική και ακαδημαϊκή κοινότητα στην οποία κάθε άτομο, ανεξαρτήτως οικογενειακής κατάστασης, χαρακτηριστικών φύλου, ταυτότητας ή έκφρασης φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού, αισθάνεται ασφαλές, γίνεται σεβαστό και μπορεί να συμμετέχει ισότιμα.









