Αντίο… Πάολα!

Κινηματογραφίστρια, εκδότρια, πρωτοπόρα φυσιογνωμία του ελληνικού ΛΟΑΤΚΙ+ κινήματος, εργάτρια του σεξ, ακτιβίστρια, τρανς γυναίκα. Ό,τι και να γράψει κανείς γι΄αυτήν, ποτέ δε θα καταφέρει να περιγράψει όλα αυτά που εκπροσωπεί και όλα αυτά που έχει καταφέρει. Γι΄αυτό και εμείς θα αρκεστούμε στο ότι «Η Πάολα Ρεβενιώτη είναι η ιστορία μας».

Αυτά τα λόγια είχα γράψει για την Πάολα, με αφορμή τη συνέντευξη που είχαμε κάνει τον Δεκέμβριο του ‘21 για να φιλοξενηθεί στο «επετειακό» μας εκατοστό τεύχος. Τολμώ να πω πως με είχε παιδέψει αρκετά η εισαγωγή αυτή. Προφανώς, όχι γιατί δυσκολευόμουν να βρω τις λέξεις για να αποτυπώσω όλα αυτά που έχει καταφέρει. Περισσότερο, γιατί και η ίδια φαινόταν να μην απολάμβανε τόσο εύκολα τους βαρύγδουπους τίτλους και χαρακτηρισμούς. «Εγώ, πάντως, δεν προσδιορίζομαι ως ακτιβίστρια», θυμάμαι να μου λέει χαρακτηριστικά, όταν της είχα διαβάσει την εισαγωγή, ξεκαθαρίζοντάς μου ότι «προσδιορίζομαι ως ένας άνθρωπος που αγάπησε πολύ τα αγόρια». Μια φράση που επαναλάμβανε συχνά στην κουβέντα μας, ακόμη και όταν συζητούσαμε για τη μεγάλη επίδραση που είχε στην κοινότητα, η ζωή της. «Βλέποντας από μια απόσταση όλα αυτά που έκανα, καταλαβαίνω ότι έχουν ακτιβιστικό περιεχόμενο. Αλλά εμένα δεν ήταν η επιδίωξή μου να είμαι ακτιβίστρια. Έκανα αυτά τα πράγματα γιατί, είχα ανάγκη να τα κάνω. Αν αυτό είναι ακτιβισμός, καλώς. Εγώ πάντως προσδιορίζομαι ως ένας άνθρωπος που αγάπησε πολύ τα αγόρια».

Από τη στιγμή που έγινε γνωστή η είδηση του θανάτου της Πάολας, αρκετά άτομα σπεύσαμε να μιλήσουμε για όλα αυτά που είχε κάνει. Σαν φόρο τιμής αλλά και σαν μια προσπάθεια δημιουργίας ενός άτυπου ντοκιμαντέρ για τη ζωή της. Σαν κι αυτά που τόσο πολύ και η ίδια αγαπούσε να κάνει. Θυμάμαι να την ρωτάω για το πως θα ήθελε να ξεκινούσε ένα τέτοιο ντοκιμαντέρ για την ίδια. «Σίγουρα με μια πιάτσα. Την “Αθηνάς”», ήταν η απάντηση που είχε δώσει. «Εκεί έζησα μία από τις πιο λαμπερές εποχές της ζωής μου. Γιατί είχα ωριμάσει, ήμουν ιδιαιτέρως επιθυμητή και όμορφη. Ήξερα πολύ καλά τι ήθελα και αυτό το εκμεταλλεύτηκα δεόντως, για να περάσουν από το σπίτι μου τα ωραιότερα παιδιά της Αθήνας. Και να βγάλω και λεφτά με τους όρους τους δικούς μου».

Ένα από τα πράγματα που συχνά παραλείπουμε από την κουβέντα μας, όταν συζητάμε για τη ζωή της Πάολας Ρεβενιώτη είναι το πώς διαχειρίστηκε την «πιάτσα» ως πεδίο δράσης και προσωπικής ευημερίας, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο μιλούσε για τη σεξεργασία, μακριά από στιγματιστικές αντιλήψεις και στερεότυπα. «Εγώ ποτέ δεν ήμουν μία πουτάνα, όπως οι πολλές άλλες», θυμάμαι να λέει εξηγώντας μου πως «την πιάτσα τη χρησιμοποιούσα για να μπορέσω μεν να επιβιώσω, αλλά και για να περάσω και καλά. Και νομίζω αυτό το κατάφερα πολύ αξιοπρεπώς στη ζωή μου, χωρίς να ξεφτιλίζομαι και να κάνω υποχωρήσεις. Γιατί, όταν κάνεις υποχωρήσεις στην πιάτσα, έχεις ξοφλήσει. Πρέπει, πάντως, να έχεις και ταλέντο για να κάνεις την πουτάνα. Δεν είναι εύκολο. Εγώ, πάντα, προτιμούσα να παίρνω λιγότερους πελάτες, από το να πάρω πελάτες που με χαλούσαν ψυχολογικά. Περνούσε ένα τσόλι ξαφνικά, μου άνοιγε το αυτοκινητάκι του, είχε το καυλί του όρθιο, κούκλος ήταν και μου ζητούσε να πάμε καμιά βόλτα. Χέστηκα εγώ για τον επόμενο πελάτη. Έμπαινα και πήγαινα βόλτα. Έτσι πέρασαν τα χρόνια».

Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν και οι σκληρές στιγμές. «Γιατί μιλάμε για την πιάτσα και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι εκεί γινόταν ένας διαρκής πόλεμος», είχε αναφέρει με τη μνήμη της να τρέχει στα εφηβικά της χρόνια. «Βγήκα στην πιάτσα από πολύ μικρή, από τα 16 μου. Αρχικά, για ένα διάστημα 2 χρόνων, γιατί με κυνηγούσαν οι μπάτσοι. Δεν μπορούσα να σταθώ πουθενά. Θυμάμαι ότι την πρώτη φορά που βγήκα, είχα βγάλει 700 δραχμές. Θυμάμαι, επίσης, ότι ήταν σκληρά τα πράγματα. Έπρεπε να είχες τσαμπουκά για να βγεις έξω και το κυριότερο να μην θυματοποιηθείς. Αν ένιωθες θύμα την είχες πατήσει. Πολλές τρανς από τη γενιά μου, αλλά και μετά, δεν θυματοποιήθηκαμε. Κάναμε ό,τι θέλαμε, όσα κρατητήρια κι αν μας έβαζαν. Και περνούσαμε και καλά. Δε ζούσαμε σε σπηλιές».

Η Πάολα Ρεβενιώτη ήταν από τα πρώτα άτομα που μίλησαν δημόσια για την ταξικότητα και για το πώς αυτή επηρεάζει τη στάση της κοινωνίας απέναντι στην ομοφυλοφιλία και γενικότερα στη διαφορετικότητα. Η φράση της εξάλλου ότι «οι Έλληνες δεν μισούν τις αδερφές, τους γκέι, τους πούστηδες και όπως τους αποκαλούν. Ούτε μισούν τους κλέφτες και αυτούς που πίνουν ναρκωτικά. Μισούν τους φτωχούς γκέι και τους φτωχούς κλέφτες ή εξαρτημένους», είναι από τις πιο δημοφιλείς της. «Στην Ελλάδα το θέμα της διαφορετικότητας ήταν πάντα ταξικό», θυμάμαι να λέει και στην κουβέντα μας, δίνοντας μου στη συνέχεια και ένα παράδειγμα. «Στην καφετέρια του Μινιόν, ήταν τζιναβωτά τα μεσημέρια. Αν θέλαμε, δηλαδή, να βρούμε κανένα τσολάκι πηγαίναμε, καθόμασταν εκεί πέρα και γινόταν παιχνίδι. Εμάς τις τρανς, τα γκαρσόνια μας συμπεριφερόντουσαν περιφρονητικά και με απαξίωση. Στο ίδιο, όμως, κατάστημα διευθυντής ήταν ο κύριος Τάκης, ένας ομοφυλόφιλος με ένα κόκκινο μαλλί, κάτι σαν τη Φτερού, που τον φοβόντουσαν και τον σεβόντουσαν. Εμένα, δηλαδή, με έκραζαν αλλά το αφεντικό τους, τον Τάκη, τον σεβόντουσαν. Από εκεί καταλαβαίνεις ότι υπήρχαν αποδεκτά άτομα. Όσοι ήταν διάσημοι και είχαν λεφτά δεν τους ενοχλούσε κανένας».

Και ήταν αυτή ακριβώς η αντίληψή της για την ταξικότητα που έκανε κάθε δράση της,εξαιρετικά πολιτική. Όπως για παράδειγμα, η κυκλοφορία του (ιστορικού) περιοδικού «Κράξιμο». «Το έκανα γιατί ήθελα να χαρώ. Ήθελα να εκφραστώ. Είχα τη λογική ότι “αν εσείς ως κοινωνία με έχετε καταδικασμένη να είμαι μόνο πουτάνα και να κάνω τσιμπούκια, εγώ δε θα σας κάνω τη χάρη. Είμαι αυτό που είμαι και φάτε με στη μάπα”».

Πορείες, ΑΚΟΕ, Κράξιμο, πρώτα Pride στην Αθήνα. Η Πάολα Ρεβενιώτη διαμόρφωσε αυτό που σήμερα ονομάζουμε ΛΟΑΤΚΙ+ κίνημα στην Ελλάδα. Κάτι, όμως, που σπάνια μνημονεύεται είναι ο τρόπος της, αφού η Πάολα δεν σταμάτησε ποτέ να μιλά για τις παθογένειες και τις ομο/τρανσφοβικές συμπεριφορές ακόμη και εντός της κοινότητας, αλλά και για όλα αυτά που ένιωθε ότι την αδικούν. «Γιατί οι γκέι τη μισούσαν τη θηλυκότητα τότε», την θυμάμαι να λέει χαρακτηριστικά. «Τα θηλυπρεπή αγόρια και οι τρανς κακοπερνούσαν και από τους ίδιους τους γκέι τότε. Έβλεπες έναν τρομερό ρατσισμό από ομοφυλόφιλους απέναντι σε άλλους ομοφυλόφιλους και τρανς. Στα περισσότερα γκέι μπαρ δε μας άφηναν να μπούμε καν μέσα. Πρόσφατα, διάβασα ένα εγκωμιαστικό άρθρο γι΄αυτόν που δούλευε πορτιέρης στο Aleco’s Island Bar. Εμένα μου είχε δώσει μπουνιά αυτός, επειδή πήγα να μπω. Μας κοιτούσαν με μίσος. Θα σου πω, επίσης, ότι μαζί με το Κράξιμο έβγαζα και έναν γκέι οδηγό. Δεν καταδεχόμουν να βάζω αυτά τα μαγαζιά ή τα έβαζα σημειώνοντας στον κόσμο να μην πάει. Γι΄αυτό και διαφώνησα και με το pride και με τη τσογλαναρία που δημιουργήθηκε. Γιατί δεν μπορείς να λες “κάνω pride” και να έχεις σπόνσορες αυτά τα μαγαζιά που φέρονταν ρατσιστικά και δεν άφηναν τις τρανς να μπουν. Αυτά τα μαγαζιά τα αποκλείεις και τα κλείνεις κιόλας. Αλλά εσύ, όχι μόνο δεν τα αποκλείεις αλλά τα αναδεικνύεις κάνοντάς τα σύμβολα. Εγώ μετά τι έπρεπε να πω ως τρανς; Καλά κάνετε; Όχι! Προσβάλλετε εμάς που φτύσαμε για να κάνουμε αυτά τα πράγματα. Όπως, επίσης, δεν μπορούν να βγαίνουν και να λένε ότι στο “παρελθόν γινόντουσαν pride από προσωπική πρωτοβουλία”. Τι προσωπική πρωτοβουλία; Δεν έχουμε ονόματα; Μόνο εγώ ήμουν; Στο pride τότε ερχόντουσαν 3 και 4 χιλιάδες άτομα. Δεν ήταν περιθωριακό. Με αυτό τον τρόπο προσβάλλουν όχι μόνο εμένα αλλά και τη γενιά μου. Ξέρεις τι είναι να απαξιώνουν ένα κομμάτι από τη ζωή σου; Αλλά το θέμα είναι ότι κι αυτοί που τα λένε γίνονται ρεζίλι. Εκτίθενται. Γιατί ο κόσμος ξέρει ποια είναι η Πάολα. Εγώ είχα πάει συμβολικά στην επιτροπή του pride και τους είχα πει ότι δεν επιτρέπεται να υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι έχουν οικονομικά συμφέροντα. Αυτή ήταν η διαφωνία μου. Και δες πώς μου φέρθηκαν μετά».

Στο σημείο αυτό θέλω να αναφέρω πως η Πάολα είχε εκφράσει αρκετές φορές και τις διαφωνίες της με το περιοδικό. Κάτι που και οι δύο αποφασίσαμε να διαχειριστούμε στη συνέντευξη, φιλοξενώντας έτσι μία από τις πιο αγαπημένες μου (δικές της) φράσεις. «Εγώ είμαι μιας εποχής που πιστεύω ότι ο κώλος δεν ενώνει τους ανθρώπους», μου είχε πει. «Και για εμένα αυτό είναι το σφάλμα σας. Εγώ για παράδειγμα, δεν έχω τα ίδια προβλήματα με τον Γιατρομανωλάκη της Νέας Δημοκρατίας, με έναν προνομιούχο, αστικής οικογένειας. Επίσης, περιμένατε 100 τεύχη για να βάλετε μια τρανς εξώφυλλο. Μόνο στο προηγούμενο τεύχος και αυτό επειδή πέθανε. Για να είμαι ειλικρινής, όταν μου πρότεινες τη συνέντευξη, γέλασα. Ήμουν αρνητική. Μετά σκέφτηκα, πως έχετε αλλάξει τα τελευταία χρόνια, εσένα σε συμπαθώ κιόλας, έχω μαλακώσει κι εγώ. Πιο πολύ, όμως, δέχτηκα γιατί ήθελα να με κάνετε εξώφυλλο ζωντανή».

Ως σημαντικούς σταθμούς της ζωής της, η Πάολα αναγνώριζε τις στιγμές της καθημερινότητάς της. «Τα ωραία τσόλια, οι ωραίες στιγμές που έχω ζήσει στα στρατόπεδα…». Ο πιο σημαντικός, όμως, σταθμός της ζωής της ήταν ο γιος της. «Ο Κοστέλ είναι για μένα ένα μεγάλο κεφάλαιο», μου είχε πει. «Τον γνώρισα ως παιδί, μέσω ενός φίλου, σε μια περίοδο που ήμουν χορτασμένη από έρωτα και πολλά άλλα. Βρέθηκε κατά τύχη στο σπίτι μου. Μετά από δύο μέρες, τον είδα να με περιμένει στην είσοδο της πολυκατοικίας. Τον άφησα να κοιμηθεί. Ξαναήρθε μετά από λίγες μέρες και κάπως έτσι πέρασαν 18 χρόνια. Δεν ήθελα ποτέ μου παιδιά. Το θεώρησα υποχρέωση όμως. Επειδή ήταν μικρός, πάντα έλεγα “ο γιος μου”. Και έγινε ο γιος μου. Εκείνος, πάντα μου λέει πως “εγώ σε διάλεξα” και ότι “η μάνα που με γέννησε με έμαθε να επιβιώνω, αλλά εσύ μου έμαθες ανθρωπιά”. Μιλάμε για μια εντελώς μητρική σχέση. Ο Κοστέλ μού έβγαλε όλη αυτήν την τρυφερότητα, που μέχρι τότε την έκρυβα. Γιατί, όταν είσαι στους δρόμους μαθαίνεις να την κρύβεις».

Ολοκληρώνοντας, θα ήθελα να επισημάνω πως στόχος του κειμένου δεν είναι να καταγράψει το σύνολο της δράσης και της ζωής της Πάολας Ρεβενιώτη (πώς θα μπορούσε άλλωστε;). Στόχος είναι να θυμίσει κάποια από τα λόγια της, αλλά και να πει ένα «αντίο» – το δικό μας «αντίο» – σε έναν άνθρωπο που, όπως ήδη αναφέραμε, διαμόρφωσε το ΛΟΑΤΚΙ+ κίνημα στην Ελλάδα. Αντίο, Πάολα!

«Εγώ δεν υπήρξα ποτέ μου στο περιθώριο. Εγώ δεν έκανα υποκριτικό αλτρουισμό. Μαχόμουν πάντα για την κάβλα!»Πάολα Ρεβενιώτη, ANTIVIRUS 2021

Vasilis Thanopoulos

Vasilis Thanopoulos

Από μικρός ήθελα να γίνω αστροναύτης. Εξάλλου, πάντα θυμάμαι να μου λένε ότι "πετάω στα αστέρια". Λόγω όμως σχετικής υψοφοβίας αποφάσισα να αλλάξω επαγγελματικό προσανατολισμό και να γίνω δημοσιογράφος (απ' το κακό στο χειρότερο), Μπήκα στο Πάντειο (Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων & Πολιτισμού) και λίγους καφέδες αργότερα πήρα το πτυχίο μου. Έκτοτε το επαγγελματικό μου μετερίζι με έχει οδηγήσει στην πόρτα ανθρωπιστικών οργανισμών (Διεθνή Αμνηστία, Έλιξ) αλλά και πολλών έντυπων και διαδικτυακών μέσων (Esquire, Nitro, Protagon, κλπ). Η σχέση μου με το Antivirus ξεκίνησε τυχαία τον Μάρτιο του 2013. Έκτοτε έγινε λατρεία... Είτε εδώ είτε στο περιοδικό, όλο και κάπου θα με πετύχετε. Αν τώρα θέλετε να κάνετε και κάποιο σχόλιο... θα με βρείτε στο [email protected]. Cu!




Δες και αυτό!