Ήταν πριν από 13 περίπου χρόνια, όταν η Τάνια Τσανακλίδου δήλωνε στο ΑΝΤΙVIRUS υπέρ της ΛΟΑΤΚΙ+ γονεϊκότητας, όταν ακόμη πολύ λίγα άτομα του καλλιτεχνικού κόσμου αποφάσιζαν να μιλήσουν ανοιχτά γι΄αυτό το δύσκολο – για τη συντηρητική κοινωνία που ζούμε – θέμα. «Δεν ήταν της μόδας τότε», σχολιάζει και η ίδια, με τη συζήτηση να ανοίγει και την Τάνια να θυμάται τον Γιώργο Μαρίνο, τη θρυλική “Μέδουσα” και τις τρανς γυναίκες που έκλαιγαν στα σκαλοπάτια της. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή… 

Κάνουμε τη ζωή της Τάνιας Τσανακλίδου ταινία. Με ποια εικόνα ξεκινάμε;

Με εμένα 4 χρόνων στη Δράμα. Σε ένα σπίτι νεοκλασικό, μονοόροφο, ελαφρά υπερυψωμένο. Είναι μεσημέρι, τότε μας έβαζαν οι γονείς μας για ύπνο, αλλά εγώ είχα ανέβει στο περβάζι του παραθύρου λέγοντας στα αδέρφια μου «τώρα θα σας παίξω θέατρο». Λίγο μετά, βέβαια, παραπάτησα και έπεσα κάτω και τις έφαγα από τη μάνα μου, αλλά δεν πειράζει. Γιατί αυτή η σκηνή; Γιατί ενώ δεν είχα τις προσλαμβάνουσες, να ξέρω δηλαδή «τι είναι θέατρο», «τι είναι σκηνή», κάτι κουβαλούσα μέσα μου, κάτι ήταν γραμμένο. Μια άλλη εικόνα θα ήταν με εμένα και τους δικούς μας σε ένα κέντρο κάπου κοντά στον Λευκό Πύργο. Είχε κερδίσει η Δόξα Δράμας και ο πατέρας μου μας πήγε για να το γιορτάσουμε. Το κέντρο αυτό είχε και μια τραγουδίστρια. Κάποια στιγμή – πάρα πολύ μικρή εγώ – έφυγα από το τραπέζι των γονιών μου και πλησίασα την τραγουδίστρια λέγοντάς της: «Εγώ τραγουδάω καλύτερα από σένα». Εκείνη τότε μου απάντησε: «Ναι, ε! Έλα να μας πεις τι τραγουδάς». Ανέβηκα πάνω στην καρέκλα και είπα ένα ποίημα. «Την κούκλα μου την έβαλα μπροστά στον παπαγάλο, της έφαγε τα μάτια της και τώρα τι να κάνω». Όλα αυτά τα συμβάντα ήταν σαν να μου έδειχναν τον δρόμο.

Και πότε άρχιζε να διαφαίνεται καθαρά ο δρόμος αυτός;

Από πολύ νωρίς. Από τα 8 – 16 εγώ έπαιζα στο παιδικό θέατρο Μαίρη Σοΐδου. Και μετά τα 16 μου στο Λύκειο Ελληνίδων Θεσσαλονίκης. Όταν, τώρα, πήγα Γυμνάσιο γράφτηκα στην κινηματογραφική λέσχη Θεσσαλονίκης – είχαμε δικτατορία τότε. Εκεί είδα εκπληκτικές ταινίες και τότε αποφάσισα να γίνω σκηνοθέτης στο σινεμά. Τότε, όμως, δεν υπήρχε σχολή πανεπιστημιακού επιπέδου, ούτε στην Ελλάδα ούτε στην Ευρώπη. Υπήρχε μόνο στη Νέα Υόρκη. Τους έγραψα ένα γράμμα και όταν μου απάντησαν για τα δίδακτρα, κατάλαβα ότι δε θα μπορέσω να το κάνω. Μου έδωσαν, ωστόσο, την εναλλακτική να πάω με υποτροφία αποφοιτώντας από μια σχολή ανθρωπιστικών σπουδών. Έτσι μπήκα στη Φιλοσοφική, ταυτόχρονα όμως πήγα κι στη δραματική σχολή του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης. Κάτι άλλο που μπήκε στη ζωή μου από πάρα πολύ νωρίς ήταν και η ποίηση. Έγραφα ποιήματα από πάρα πολύ μικρή. Μάλιστα στην 6η Γυμνασίου βραβεύτηκε ένα διήγημά μου, από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών. Όλο μου το χαρτζιλίκι δεν πήγαινε ούτε σε ρούχα ούτε σε παπούτσια. Αγόραζα βιβλία ποίησης. Μάλλον γιατί δεν μπορούσα να ζήσω χωρίς την ομορφιά της τέχνης. Ήταν για μένα το ίδιο σημαντική όσο και η τροφή.

Το περιβάλλον σας υποστήριζε όλες αυτές τις καλλιτεχνικές σας ανησυχίες/δράσεις;

Ήταν πολύ υποστηρικτικό. Η μάνα μου και ο πατέρας μου, παρόλο που δεν είχαν οικονομική άνεση, πάντα υποστήριζαν οποιαδήποτε επιθυμία μας. Με στερήσεις αυτά, γιατί δεν υπήρχε περίσσευμα. Είχαν μια έφεση στην ομορφιά. Να φανταστείς δεν τρώγαμε ποτέ σε πλαστικό τραπεζομάντηλο. Όσο και να μας έλειπαν τα χρήματα, το τραπεζομάντηλο ήταν πάντα υφασμάτινο και το τραπέζι είχε πάντα και λίγα λουλούδια. Αυτά είναι πάρα πολύ σημαντικά. Γιατί εθίζεσαι στην ομορφιά και την θεωρείς απαραίτητο συμπλήρωμα για να αναγνωρίσεις τη ζωή σου ως κανονική.

Στην Αθήνα πότε κατεβήκατε;

Όταν πήρα το πτυχίο μου ως ηθοποιός – που τώρα αναγνωρίζεται ως απολυτήριο Λυκείου – παράτησα το πανεπιστήμιο στο 4ο έτος και κατέβηκα στην Αθήνα.

Μια γυναίκα που αγαπούσε την τέχνη και ήθελε να κυνηγήσει τα όνειρά της. Ήταν εύκολο αυτό το κυνήγι;

Για μένα ήταν. Γιατί ήμουν τυχερή και ζούσα μέσα σε ιδανικές συνθήκες. Στα πρώτα χρόνια της δραματικής σχολής με είχαν πάρει και στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και συμμετείχα σε πολλές παραστάσεις. Αυτό με βοήθησε πάρα πολύ. Σαν να έκανα ενισχυμένες σπουδές στο θέατρο. Τότε είχα και την τύχη να είναι διευθυντής ο Γιώργος Κιτσόπουλος. Παρόλο που ήταν τα χρόνια της Χούντας, ο ίδιος ήταν ένας υπέροχος διευθυντής, πολύ ανοιχτόμυαλος. Θυμάμαι, μάλιστα, που κάποια στιγμή πήγαν και με κατήγγειλαν ως αναρχοκουμουνίστρια. Με είχε φωνάξει για να με προειδοποιήσει να προσέχω τους φίλους μου. Εντελώς προστατευτικά. Όταν μετά ήρθα στην Αθήνα ξεκίνησα να δουλεύω αμέσως. Δούλεψα στον «Μορμόλη». Με πήρε ο Γιάννης Μαρκόπουλος στη Λήδρα. Έκανα δισκογραφία με τον Γιάννη Σπανό, με τον Μαρκόπουλο και μετά την μεταπολίτευση με τον Χρήστο Λεοντή. Μου ήρθαν πολύ εύκολα τα πράγματα. Ήμουν πολύ τυχερή. Άλλοι παιδεύτηκαν πολύ περισσότερο. Εμένα μου ήρθαν εύκολα και γι΄αυτό και είμαι ευγνώμων.

Ας βάλουμε και τη σεξουαλικότητα στην κουβέντα. Πότε άρχισε να εκδηλώνεται;

Πολύ νωρίς. Γύρω στα 12 – 13. Τότε ήταν, δηλαδή, που αισθάνθηκα το σώμα μου να αρχίζει να αλλάζει και να υπάρχει και μία επιθυμία ερωτική. Ερωτευόμουν, όμως, περίεργα πλάσματα. Κάτι ακροβάτες, κάτι θηριοδαμαστές που δεν είχα και άμεση σχέση μαζί τους. Γι΄αυτό και άργησα πάρα πολύ να συνάψω σχέση. Η πρώτη μου ήταν στα 19. Ερωτευόμουν, επίσης, και πλάσματα που δεν ήταν δυνατό να έχω. Να σκεφτείς, ένας από τους εφηβικούς μου έρωτες ήταν ο Νίκος Παπάζογλου. Τον είχα ερωτευτεί στα 16 μου. Ο Νίκος, όμως, τα είχε τότε με μια συμμαθήτριά μου και ήμασταν φίλοι. Θυμάμαι να έρχεται και να μου λέει «σου αρέσει αυτή η αφιέρωση για τη Μάχη;». Δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να εκδηλώσω ποτέ αυτόν τον έρωτα, με τον οποίο πέρασα όλη μου την εφηβεία. Είχα και τη μάνα μου που μας κυνήγαγε. Ήταν πολύ αυστηρή σε αυτά. Δεν μας άφηνε να γυρνοβολάμε με τίποτα. Έτσι έφτασα 19 για να κάνω την πρώτη μου σχέση.


«Θα μπορούσα κάλλιστα να λειτουργήσω μέσα σε μια ομόφυλη συνεύρεση, ποτέ όμως σε μια σχέση»


Μπήκατε ποτέ στη διαδικασία να προβληματιστείτε με τη σεξουαλικότητά σας ή ήταν πάντα κάτι πολύ συγκεκριμένο;

Πάντα ήταν κάτι πολύ καθαρό. Γιατί τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου, εκτός από μια περίοδο που από απελπισία μπορούσα να κοιμηθώ με έναν τύπο μόνο για ένα βράδυ, αν δεν ήμουν ερωτευμένη δεν λυνόταν το σώμα μου. Με άγγιζες και τραβιόταν το πετσί μου πίσω. Μόνο με αυτούς που ερωτευόμουν. Ερωτευόμουν τα πιο απίστευτα πλάσματα.

Ερωτευτήκατε ποτέ άτομα του ίδιου φύλου;

Πάντα είχα αυτήν την ανάγκη να είμαι ερωτευμένη. Θα μπορούσα κάλλιστα να λειτουργήσω μέσα σε μια ομόφυλη συνεύρεση, ποτέ όμως σε μια σχέση. Γιατί δεν μπορούσα να ερωτευτώ μια γυναίκα. Ήμουν πάντα ερωτευμένη με κάτι τύπους ζόρικους.

Είμαι σίγουρος πως όλος αυτός ο έρωτας εκδηλωνόταν και στην καλλιτεχνική σας δράση.

Ήταν ο κύριος μπούσουλας. Όχι η σεξουαλικότητα, ο έρωτας. Και το επισημαίνω, γιατί στα 50 μου χρόνια έκλεισα αυτό το κεφάλαιο. Δηλαδή από τα 50 μου και μετά δεν έχω καμία σχέση. Τίποτα, ούτε φιλί.

Γιατί;

Γιατί μου ήταν πια πολύ οδυνηρό να ερωτεύομαι. Ακριβώς επειδή έμπαινα μέσα στον έρωτα με χίλια και με έναν πολύ παθιασμένο τρόπο, δεν μπορούσα να έχω μια χαλαρή σχέση. Βέβαια, τώρα μια χαρά μου φαίνονται οι χαλαρές σχέσεις και συχνά λέω μακάρι να είχα… αλλά εγώ δεν το αντιλαμβανόμουν έτσι. Για μένα ήταν μια πάλη ζωής και θανάτου αυτό το πράγμα. Και στα 50 μου είδα ότι δεν αντέχω πια να περνάω αυτόν τον «μικρό τιτανικό» που έλεγε και ο Λαυρέντης (Μαχαιρίτσας). Και έτσι απέσυρα τον εαυτό του από τον έρωτα. Ούτε ερωτεύτηκα ξανά ούτε ξαναφίλησα άνθρωπο, τίποτα.

Δεν δημιουργεί ένα κενό αυτή η «απόσυρση» από τον έρωτα;

Όχι, γιατί ήταν πολύ πλούσια η συναισθηματική μου και η ερωτική μου ζωή ως τα 50. Δηλαδή, από τα 19 έως τα 50 μια χαρά το ευχαριστήθηκα.

Ας γυρίσουμε στην εποχή που ήρθατε στην Αθήνα. Τότε ήταν που ξεκίνησε να γίνεστε και ευρέως γνωστή.

Από την πρώτη μέρα. Γιατί ο «Μορμόλης» έκανε μια τεράστια επιτυχία. Παίχτηκε μεσούσης της δικτατορίας και μάλιστα πάνω στην αλλαγή, δηλαδή το βράδυ του Πολυτεχνείου εμείς είχαμε γενική δοκιμή στον «Μορμόλη». Θυμάμαι να φεύγουν τα παιδιά από το Πολυτεχνείο και να τα κρύβουμε στο θέατρο. Ο «Μορμόλης», ωστόσο, έκανε μια τεράστια επιτυχία, με διθυραμβικές κριτικές για όλους μας. Ήταν ένα πολύ επαναστατικό έργο, που με το προκάλυμμα ότι απευθυνόταν σε παιδιά, περνούσε φοβερά μηνύματα. Ταυτοχρόνως, εμφανιζόμουν με τον Μαρκόπουλο στη Λήδρα, ενώ έπαιξα και σε ένα σίριαλ, στα «Ανήσυχα Νιάτα», του Νίκου Κουτελιδάκη. Κάθε σεζόν είχα τουλάχιστον δύο ή τρεις προτάσεις γι΄αυτό και θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό. Δεν έψαξα ποτέ για δουλειά. Ακόμα και τώρα η σκηνή είναι ο πιο φυσικός μου χώρος. Ούτε στο σπίτι μου δεν νιώθω αυτή την ασφάλεια και την άνεση που νιώθω πάνω στη σκηνή. Και τώρα που κάνουμε πρόβες, όταν φεύγουν όλοι να κάνουν διάλλειμα, εγώ παραμένω πάνω στη σκηνή. Είναι ο αγαπημένος μου χώρος.


«Κάθε βράδυ ακούγαμε Deutsche Welle και είχαμε έναν μπάτσο έξω από το σπίτι μου, έναν χαφιέ που μας παρακολουθούσε – συνήθισα μ΄αυτό»


Επηρέασε η δικτατορία και όλος αυτός ο καθεστωτισμός την πολιτική και καλλιτεχνική σας ταυτότητα;

Θα σου πω, πως το περιβάλλον μου, οικογενειακό και φιλικό, ήταν ανέκαθεν ένας δημοκρατικός χώρος. Κάθε βράδυ ακούγαμε Deutsche Welle και είχαμε έναν μπάτσο έξω από το σπίτι μου, έναν χαφιέ που μας παρακολουθούσε – συνήθισα μ΄αυτό. Στα χρόνια μου στο πανεπιστήμιο, που στην Αθήνα είχε γίνει η πρώτη κατάληψη στη Νομική, προσπαθήσαμε να κάνουμε κάτι και εμείς εκεί στη Θεσσαλονίκη. Πλάκωσαν οι ΕΚΟΦιτες και μας έδειραν. Πήγα στην πρώτη μου διαδήλωση όταν ήμουν 10 ετών, κρυφά από τους γονείς μου. Πάντα θεωρούσα ότι έτσι όφειλα να ζω. Βεβαίως, υπήρχε ένα ευρύτερο περιβάλλον που δεν το ένοιαζε αν είχαμε δικτατορία ή όχι. Εμένα με ένοιαζε και με ένοιαζε πολύ. Και βρίσκαμε παρηγοριά μέσα από την τέχνη. Ερχόντουσαν οι κασέτες από το εξωτερικό με τα καινούρια έργα του Μίκη Θεοδωράκη

Εγώ, επίσης, ξεκίνησα με το πολιτικό τραγούδι. Τραγουδούσα στις μπουάτ πολιτικά τραγούδια. Κάποια στιγμή, όμως, αποσύρθηκα απ΄αυτό, όταν αισθάνθηκα ότι έγινε μια κακή χρήση του. Μεγαλώνοντας είχα την ανάγκη να τραγουδώ για πιο προσωπικά πράγματα. Με απασχολούσε πολύ ο έρωτας, η μοναξιά…  τέτοια. Έτσι έκανα στροφή στο ρεπερτόριό μου και στους χώρους που δούλευα για να τους παρατήσω μετά και αυτούς και να πάω στο απολύτως προσωπικό. Τα παράτησα όλα και πήγα στο ΜΕΤΡΟ και ξεκίνησα μια καινούρια καριέρα, έχοντας πια τον πλήρη έλεγχο σε όλα και νομίζω ότι εκείνη ήταν και η πιο ευτυχισμένη περίοδος στην καλλιτεχνική μου πορεία.

Η Τάνια Τσανακλίδου αισθάνεται περήφανη για …

Για πολλά. Για όλη την πρώτη μου περίοδο που τραγουδούσα πολιτικά τραγούδια. Είμαι περήφανη γι΄αυτό και το πέρασμά μου στις μπουάτ με τον Μανώλη Μητσιά, τον Αντώνη Καλογιάννη, με τον Μαρκόπουλο, τον Χρήστο Λεοντή και τον Νίκο Ξυλούρη. Είμαι περήφανη που το ‘75, τα παράτησα και πήγα στον Κουν και χωρίς να είμαι μαθήτριά του του ζήτησα να με πάρει στον θίασο. Ο Κουν γέλασε και μου είπε πως «εσύ είσαι γνωστή και βγάζεις αρκετά χρήματα», αλλά εγώ του απάντησα ότι δεν με ενδιαφέρουν τα χρήματα, αρκεί να είμαι δίπλα του. Με πήρε και μου έδωσε τον ρόλο της Ιρίνα στις «Τρεις Αδερφές» του Τσέχωφ. Είμαι περήφανη για το πρώτο «Μαγικό Κουτί» μου. Για τα προγράμματα που έκανα στο ΜΕΤΡΟ. Είμαι περήφανη που κανένα κόμμα δεν μου έδωσε συναυλία. Πολύ περήφανη γι΄αυτό. Είμαι περήφανη που στέκομαι στα πόδια μου μόνη μου και δεν είχα ποτέ κόλακες, ποτέ καμία αυλή. Που, παρότι γνώρισα και έκανα παρέα με πολύ σημαντικά πρόσωπα, δεν εξαργύρωσα τίποτα απ΄αυτά. Είμαι τυχερή που γνώρισα τον Χατζηδάκι, τον Γκάτσο, τον Ελύτη, που έκανα παρέα με την Καρέζη, τη Βουγιουκλάκη, με τον Σταμάτη Φασουλή, με τη Μελίνα. Θεωρώ, όμως, ότι ο μεγαλύτερος δάσκαλός μου – φοβερά γενναιόδωρος και επιδραστικός – είναι ο Γιώργος Μαρίνος. Εκείνος μου έμαθε πώς να στέκομαι στην σκηνή. Θυμάμαι ότι είχε πάρα πολύ μεγάλη χαρά όταν βγαίναμε έξω και έσκιζα. Άλλοι καλλιτέχνες δεν ξέρω αν θα ήταν τόσο χαρούμενοι. Ο Γιώργος χοροπήδαγε στην καρέκλα του. Αυτός, λοιπόν, μου έδειξε -και το κράτησα και εγώ-  να χαίρομαι με τους συνεργάτες μου.

Ας βάλουμε τη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα στη συζήτησή μας.

Πάντα οι δικοί μου άνθρωποι. Οι γκέι άνδρες περισσότερο και λιγότερο οι λεσβίες. Γι΄αυτό και χαίρομαι που τώρα έχω περισσότερες λεσβίες στο περιβάλλον μου, τις οποίες αγαπώ και εκτιμώ πάρα πολύ. Ποτέ ο σεξουαλικός προσανατολισμός δεν ήταν περιοριστικός ως προς το να αγαπώ έναν άνθρωπο, να τον κάνω παρέα, να είναι φίλος μου. Φυσικά και είναι μια σχέση που εξελίσσεται, όπως εξελίσσομαι και εγώ. Θα σου δώσω ένα παράδειγμα. Υπήρξαν στιγμές που θεωρούσα κάποια πράγματα υπερβολικά. Κυρίως γιατί πίστευα ότι ζούμε σε μια εποχή που σου επιτρέπει (πια) να είσαι αυτό που είσαι. Δηλαδή σε ένα pride, αν και καταλάβαινα την ανάγκη μιας παρέλασης, δεν καταλάβαινα κάποια πράγματα που  – εγώ – έβλεπα υπερβολικά. Τώρα, όμως, τα καταλαβαίνω. Γιατί μιλάμε για ανθρώπους, για κοινωνικές ομάδες που έχουν υποστεί τέτοια καταπίεση σε όλη τους τη ζωή, που έχουν κάθε δικαίωμα να υπερβάλλουν. Όλοι μας στη ζωή οφείλουμε να ευτυχίσουμε ζώντας δίπλα με τον άλλον, συγχωρώντας, με την έννοια να χωρούν στον περιβάλλον μας όλοι και όλα. Αν δεν το κατακτήσουμε αυτό θα είμαστε δυστυχισμένοι, θυμωμένοι και θα μετατρεπόμαστε πάντα σε μια αγέλη.

Είστε από τα πρώτα άτομα που μιλήσατε ανοιχτά υπέρ της ΛΟΑΤΚΙ+ γονεϊκότητας και σε μια περίοδο που δεν ήταν και τόσο συνηθισμένο να ακούμε καλλιτέχνες να μιλούν (ανοιχτά) γι΄αυτό.

Εννοείται, καμία δεύτερη σκέψη σ΄αυτά τα θέματα. Θέλω να βλέπω παιδιά που μεγαλώνουν με γονείς που πραγματικά το θέλουν. Κι αυτό δεν έχει να κάνει με κάποια ταυτότητα αλλά με το να κατανοούν ότι το να φτιάξεις σωστούς ανθρώπους είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορείς να προσφέρεις στην κοινωνία. Και σωστός άνθρωπος ποιος είναι; Αυτός που έχει μεγαλώσει μέσα σε ένα περιβάλλον αγάπης, αποδοχής, καλοσύνης. Θέλω ευτυχισμένους ανθρώπους στην κοινωνία.

Έχουν προκαλέσει ποτέ αντιδράσεις οι απόψεις σας αυτές;

Δεν ξέρω και δεν με ενδιαφέρει!


«Τα τρανς άτομα στη Συγγρού ήξεραν τι ώρα έλεγα το κομμάτι, παρατούσαν την πιάτσα, άκουγαν το τραγούδι, έκλαιγαν και έφευγαν»


Σε πολλά σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σας αναφέρουν ως «gay icon». Τον αποδέχεστε αυτόν τον χαρακτηρισμό;

Βεβαίως. Και αυτό νομίζω πως έχει να κάνει κυρίως με το ρεπερτόριο μου. Καταρχάς τα περισσότερα τραγούδια που έχω πει έχουν να κάνουν με τη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα. Το «Φίλε», ο «Ανθρωπάκος» κ.α. Παίρνω όλα τα τραγούδια του Σπανού. Παίρνω το «Δρόμοι του Βερολίνου». Εδώ θα σου πω κάτι πάρα πολύ συγκινητικό. Όταν πρωτοβγήκε ο δίσκος που είχε μέσα το «Δρόμοι του Βερολίνου», τραγουδούσα με τον Μαρίνο στη Μέδουσα. Τότε η Συγγρού άνθιζε. Υπήρχαν πολλές τρανς γυναίκες στη Συγγρού και το μαγαζί ήταν κοντά. Έβγαινα, λοιπόν, με ένα μαύρο αδιάβροχο βινύλ και τραγουδούσα αυτό το τραγούδι χωρίς μικρόφωνο. Κάποια στιγμή πάνω στη βδομάδα που κάναμε πρεμιέρα παρατήρησα ότι όλη η σκάλα στο μαγαζί – η Μέδουσα είχε μια υπέροχη σκάλα – ήταν γεμάτη με κόσμο. Όταν, όμως, ξανάβγαινα στην επόμενή μου εμφάνιση αυτός ο κόσμος δεν ήταν εκεί. Κάθε βράδυ γινόταν αυτό. Ώσπου κάποια στιγμή πιάνω τον μετρ του μαγαζιού και τον ρωτάω: «τι γίνεται; ποιος είναι αυτός ο κόσμος;». Τότε εκείνος μου εξήγησε ότι «τα τρανς άτομα στη Συγγρού ξέρουν τι ώρα λες το κομμάτι, παρατάνε την πιάτσα, ακούν το τραγούδι, κλαίνε και φεύγουν». Ήταν τόσο συγκινητικό όλο αυτό. Σίγα σιγά γίναμε φίλες με πολλές απ΄αυτές τις γυναίκες. Ερχόντουσαν στο μαγαζί και μου έδιναν δωράκια που τα έφτιαχναν μόνες τους. Από τα πιο συγκινητικά πράγματα στην καριέρα μου. Και θυμάμαι να λέω στον εαυτό μου: «αν αυτοί οι άνθρωποι, οι οποίοι έχουν και σώματα και ψυχές κακοποιημένα, που ένας θεός ξέρει τι διωγμούς έχουν περάσει, αν αυτές οι ψυχές βρίσκουν παρηγοριά σε ένα κομμάτι και νιώθουν ότι κάποιος μιλάει για αυτές, τότε όλο αυτό που κάνω αξίζει τον κόπο».

Να κάνουμε και ένα σχόλιο για το «Μαμά Γερνάω»;

Ναι, ένας ακόμη δίσκος για το οποία αισθάνομαι περήφανη. Αν κάποιος μου έλεγε «δεν ξέρω ποια είσαι καλλιτεχνικά» θα του έδινα το «Μαμά Γερνάω» και το «Μαγικό Κουτί» για να καταλάβει το ποια είμαι.

Πώς αυτοπροσδιορίζεστε καλλιτεχνικά;

Ηθοποιός που τραγουδάει

Και πολιτικά;

Ήμουν πάντα στα αριστερά του κέντρου. Ως φοιτήτρια πέρασα απ΄όλες τις φράξιες τις αριστερές και μου είχε κάνει πολύ κακή εντύπωση που μισούσε ο ένας τον άλλον και μάλωναν πολύ μεταξύ τους. Και τότε ήταν που αποφάσισα ότι δεν μπω ποτέ σε κανένα κόμμα. Θα ψηφίζω πάντα με τις πεποιθήσεις μου, όποιο κόμμα θεωρώ ότι μου ταιριάζει σ΄αυτές. Τώρα είμαι σαφώς προσανατολισμένη προς τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα, έως ότου πω «ώπα». Ακόμα δεν το έχω πει, αν και έχουν κάνει πολλά λάθη. Θέλω πραγματικά, όμως, να φύγει αυτή η κυβέρνηση. Τόσα σκάνδαλα και δεν ανοίγει ρουθούνι, τίποτα. Υπάρχει, επίσης, ένας κυνισμός που με αναστατώνει σ΄αυτή την κυβέρνηση. Δεν μπορώ καν να σχολιάσω τι γίνεται με την παιδεία, την υγεία και με τον πολιτισμό. Έχουμε μια υπουργό που φαίνεται να μισεί τον πολιτισμό της χώρας. Μιλάμε για πραγματικό μίσος.


«Δεν σου λέω ότι πάντα πρέπει να θέτεις το πολιτικό στην τέχνη σου, αλλά όταν ο καιρός το απαιτεί πρέπει να το κάνεις»


Συνδέεται η αξία ενός καλλιτέχνη με την πολιτική του στάση/δράση;

Απόλυτα! Τι κάνει η τέχνη; Είναι θεραπεία στην ψυχή των ανθρώπων. Και αυτό δεν γίνεται αν δεν είσαι υπέρ του ανθρώπου. Είναι αντιφατικό. Δεν είναι τέχνη αυτό. Μπορείς να κάνεις ένα επάγγελμα, αλλά δεν είσαι καλλιτέχνης. Και δεν εννοώ να είσαι απαραίτητα αριστερός, αλλά τι να κάνουμε τώρα που προς τα αριστερά θα δεις τον ανθρωπισμό να είναι υπέρτατο αξίωμα και ζητούμενο. Θεωρώ, επίσης, ότι κανείς μας δεν έχει το δικαίωμα να είναι αμέτοχος στα πολιτικά. Δεν γίνεται να μην μετέχεις στα πολιτικά θέματα με τη στάση και την κρίση σου. Ένας καλλιτέχνης που έχει τις κεραίες του ανοιχτές δεν μπορεί να μην μετέχει δεν γίνεται. Δεν σου λέω ότι πάντα πρέπει να θέτεις το πολιτικό στην τέχνη σου, αλλά όταν ο καιρός το απαιτεί πρέπει να το κάνεις. Είναι χρέος του καλλιτέχνη.

Όλη αυτή η πολιτική σας εξωστρέφεια έχει κόστος;

Έχει ένα κόστος που δεν με αφορά. Την καριέρα μου την έχω κάνει, δεν χρειάζεται να αποδείξω τίποτα σε κανέναν. Θα γίνω αντιπαθής; Ας γίνω! Δεν με πειράζει καθόλου. Παλιότερα μπορεί να με πλήγωνε, τώρα καθόλου. Νιώθω ελεύθερη και δεν αισθάνομαι υποχρεωμένη να κάνω οποιαδήποτε παραχώρηση και συμψηφισμό για την καριέρα μου. Καθόλου.

Να μιλήσουμε και για τη συναυλία στο Παλλάς στις 30/1.

Είναι η επανάληψη της συναυλίας του Ηρωδείου, που ήταν μια πολύ ευλογημένη στιγμή. Νιώσαμε μεγάλη συγκίνηση και εγώ και ο κόσμος. Θεώρησα ότι το χρωστούσα στον Γιάννη Σπανό, ένιωθα την ψυχή του εκεί να φτερουγίζει μαζί μας και ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία να την επαναλάβουμε, γιατί ήταν πολλοί άνθρωποι που την είδαν και έρχονται να την ξαναδούν.

 Μελλοντικά σχέδια που θα θέλατε να μοιραστείτε;

Στις 6 Μαρτίου ξεκινώ στο VOX παραστάσεις με τον Φώτη Σιώτα. Χαίρομαι πολύ γιατί θα κάνουμε ένα πρόγραμμα με τραγούδια φαινομενικά εξωστρεφή αλλά με πάρα πολύ ουσιαστικό και πολιτικό λόγο, χωρίς να είναι σύνθημα και να σηκώνουν το δάκτυλο.

 Υπάρχει κάτι που θα θέλατε να προσθέσετε;

Θέλω να σου πω και για μια πολύ δύσκολη στιγμή στην καριέρα μου, που δεν την ξέρει πολύ ο κόσμος. Είναι το 1991, ο Πάγκαλος είχε παραδώσει τον Οτσαλάν στη CIA και αρκετοί καλλιτέχνες που είμαστε αντίθετοι σ΄αυτό έχουμε φτιάξει ένα κίνημα.  Κάποια στιγμή, λοιπόν, γίνεται μια πανκουρδική συνάντηση στη Βόννη. Μαζεύτηκαν Κούρδοι απ΄όλη την Ευρώπη για να διαμαρτυρηθούν και πήγαν και καλλιτέχνες για να γίνει μια συναυλία. Μια εβδομάδα μετά την παράδοση του Οτσαλάν, αυτό. Από την Ελλάδα έστειλαν εμένα. Βγαίνω που λες μπροστά σε 250.000 θυμωμένους και πληγωμένους Κούρδους για να τραγουδήσω. Πέφτει μια σιωπή τρομακτική. Σκέψου 250.000 ανθρώπους να σωπαίνουν. Σε ξεκούφαινε η σιωπή αυτή. Είπα τα τραγούδια μαζί με τον Κοντραφούρη και τον Στράτο Βουγά και δεν μας χειροκρότησε κανείς. Καλά μας έκαναν. Ήταν από τις πιο δύσκολες και ωφέλιμες στιγμές στην καριέρα μου.

Πώς να κλείσουμε αυτή τη συνέντευξη;

Με μια ευχή. Να βρει ο καθένας μας εκείνον τον δρόμο που θα τον κάνει να νιώθει γαλήνιος, ευτυχισμένος και πλήρης. Αυτό εύχομαι και σε όλους και στον εαυτό μου. Να βρούμε τον δρόμο μας και να είναι προς το φως.


Η Τάνια Τσανακλίδου τιμά το έργο του Γιάννη Σπανού: Θέατρο Παλλάς, Δευτέρα 30 Ιανουαρίου στις 21:00

Από μικρός ήθελα να γίνω αστροναύτης. Εξάλλου, πάντα θυμάμαι να μου λένε ότι "πετάω στα αστέρια". Λόγω όμως σχετικής υψοφοβίας αποφάσισα να αλλάξω επαγγελματικό προσανατολισμό και να γίνω δημοσιογράφος (απ' το κακό στο χειρότερο), Μπήκα στο Πάντειο (Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων & Πολιτισμού) και λίγους καφέδες αργότερα πήρα το πτυχίο μου. Έκτοτε το επαγγελματικό μου μετερίζι με έχει οδηγήσει στην πόρτα ανθρωπιστικών οργανισμών (Διεθνή Αμνηστία, Έλιξ) αλλά και πολλών έντυπων και διαδικτυακών μέσων (Esquire, Nitro, Protagon, κλπ). Η σχέση μου με το Antivirus ξεκίνησε τυχαία τον Μάρτιο του 2013. Έκτοτε έγινε λατρεία... Είτε εδώ είτε στο περιοδικό, όλο και κάπου θα με πετύχετε. Αν τώρα θέλετε να κάνετε και κάποιο σχόλιο... θα με βρείτε στο [email protected] Cu!