Η μικρή Όλγα το απόγευμα της 17ης Νοεμβρίου στεκόταν μπροστά από τη μεταλλική πόρτα ενός εργοστασίου, την ώρα που αυτή έκλεινε με αποτέλεσμα να συνθλιβεί.

Στη συνέχεια, ακολούθησαν διάφορα βίντεο ντοκουμέντα που έδειχναν τους εργαζόμενους του εργοστασίου να περνάνε δίπλα από το άψυχο κορμί της 8χρονης Όλγας, να το κοιτάνε και απλά να συνεχίζουν τις δουλειές τους. Ένας μάλιστα κλωτσούσε το παιδί για να δει αν είναι ζωντανό. Το παιδί πάλευε 20 λεπτά και δεν το βοήθησε κανείς.

Δεν άντεξα να δω τα όσα βίντεο κυκλοφορούν αλλά ούτε και να διαβάσω με κάθε λεπτομέρεια την έκβαση του θανάτου της. Ακόμα και τώρα μετά από μέρες νιώθω τα συναισθήματα μου να ξεχειλίζουν, κι ένα συναίσθημα ξεχωρίζω περισσότερο. Αυτό του θυμού, θυμός λοιπόν.

Θυμός για την κατάντια μας ως άνθρωποι, μια κοινωνία σε σήψη και αποσύνθεση. Μια κοινωνία που όχι μόνο δεν σοκάρεται στο θέαμα ενός μικρού παιδιού που κείτεται νεκρό, αλλά αντ’αυτού κανιβαλίζει. Γιατί βλέπετε η Όλγα ήταν ρομά, ήταν γυφτάκι ρε παιδί μου, σιγά δε θα λείψει και σε κανέναν. Ένα γυφτάκι λιγότερο δε θα κάνει τη διαφορά, θα πουν πολλοί και το είπαν πολλοί. Ρε ‘σεις ήταν ένα 8χρονο παιδί. Είχε όνειρα, ήθελε να παίξει, να χωθεί στην αγκαλιά της μάνας του, να ζήσει.

Συγγνώμη Όλγα.

Συγγνώμη για την κοινωνία που σου έλαχε να ζεις και να είσαι μέρος αυτής.

Συγγνώμη που δεν κάναμε κάτι πιο νωρίς.

Συγγνώμη που επαναπαυτήκαμε ο καθένας μας σε ό,τι έχουμε.

Συγγνώμη που κοιτάμε τη δουλειά μας και τίποτα άλλο πέραν αυτής, έτσι μάθαμε άλλωστε.

Συγγνώμη που δεν αντιδράσαμε.

Είθε η Όλγα να είναι το τελευταίο θύμα αυτής της αδυσώπητης κοινωνίας που σφυρίζει αδιάφορα ακόμα και στον θάνατο ενός παιδιού. Και θα κλείσω παραθέτοντας κάποιους στίχους του Παύλου Σιδηρόπουλου μπας και τους εμπεδώσουμε όλοι, “Υπερασπίσου το παιδί, γιατί αν γλιτώσει το παιδί υπάρχει ελπίδα”.

Χριστίνα Φαίδωνος