Οι διακρίσεις σε βάρος των LGBTQI κοστίζουν στις χώρες πολλά χρήματα, γιατί η πολύχρωμη κοινότητα δεν έχει τις ίδιες ευκαιρίες για να μπορεί να συμβάλει εξίσου στην οικονομία

Το κόστος κάθε χώρας από την ομοφοβία, την αμφιφοβία και την τρανσφοβία δεν εξαντλείται στα μεμονωμένα πρόστιμα που πληρώνουν περιστασιακά κάποιοι ιδιώτες, αλλά πάει πολύ πιο βαθιά. Οι LGBTQI διακρίσεις θα μπορούσαν να κοστίζουν στον κόσμο 100 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, λόγω της χαμένης παραγωγικότητας των LGBTQI ατόμων και της συνακόλουθης μειωμένης συνολικής οικονομικής παραγωγής.


Ο ερευνητής του UNAIDS κι οικονομολόγος υγείας Erik Lamontagne κατέληξε στο παραπάνω ποσό μετά από μία σειρά συσχετίσεων και υπολογισμών, τονίζοντας ότι αυτό το ποσό είναι μια συντηρητική μόνο εκτίμηση της πραγματικότητας, διότι τα ακριβή στοιχεία δεν είναι διαθέσιμα σ’ όλες τις χώρες.

Για να υπολογίσει το ποσό αυτό ο Lamontagne συσχέτισε το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) με ένα σύνολο μεταβλητών που μετρούν τη διάκριση των LGBTQI ατόμων. Φυσικά, οι χώρες με τα υψηλότερα επίπεδα διακρίσεων ήταν οι μεγαλύτεροι χαμένοι από οικονομικής άποψης.

Erik Lamontagne , UNAIDS, Genève

«Πέρα από το κόστος καθεαυτό, αυτό που είναι υψηλότερο είναι το μερίδιο του κόστους της ομοφοβίας. Το κόστος, ως ποσοστό του ΑΕΠ, είναι δυσανάλογα μεγαλύτερο στις χώρες που υπάρχουν πιο ομοφοβικές ρυθμίσεις» , σημειώνει ο Lamontagne σε συνέντευξή του στην Humanosphere και συμπληρώνει:

«Όσο περισσότερο γίνεται προσπάθεια ελέγχου του σεξουαλικού προσανατολισμού των ανθρώπων, τόσο υψηλότερο είναι το οικονομικό κόστος» .

Ο Lamontage δημιούργησε μάλιστα κι έναν δείκτη για να μετρήσει πόσο οι διακρίσεις απέναντι στο νόμο κι ο κοινωνικός αποκλεισμός επηρεάζουν την ανάπτυξη: τον Δείκτη Κλιματικής Ομοφοβία.

Οι χώρες με το υψηλότερο επίπεδο των ομοφοβικών πολιτικών που υποφέρουν περισσότερο. (Credit: Erik Lamontagne)

Οι πρακτικές προσλήψεων που ενέχουν διακρίσεις, η άνιση αμοιβή, η χαμηλότερη εκπαίδευση και το χαμηλότερο προσδόκιμο επιβίωσης συμβάλλουν ως μεταβλητές, που στοιχειοθετούν το γεγονός, ότι τα LGBTQI άτομα κερδίζουν χαμηλότερο δυνητικό εισόδημα. Γεγονός που, σύμφωνα με Lamontagne, σημαίνει ότι ακόμα λιγότερα χρήματα πηγαίνουν προς το ΑΕΠ κάθε κράτους.

Οι χώρες με τους πιο σκληρούς νόμους εναντίον των LGBTQI ατόμων χάνουν ένα μερίδιο ίσο περίπου με το 1% του ΑΕΠ ετησίως. Το Τόγκο, η Παπούα Γουινέα, το Ιράκ και το Μαρόκο είναι μερικές από τις χώρες, που χάνουν το μεγαλύτερο μερίδιο της οικονομικής παραγωγής.

Ο Lamontage κι άλλοι ακτιβιστές, όπως ο Peter Tatchell, υποστηρίζουν ότι ένας τρόπος σκέψης με οικονομικούς όρους θα μπορούσε ν’ αλλάξει την χάραξη πολιτικών, αλλά και την στάση της πολιτικής σκηνής απέναντι σ’ αυτά τα ζητήματα.

Peter Tatchell

«Για τις κυβερνήσεις που δεν συγκινούνται με το θέμα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των διωγμών των LGBTQI ατόμων, μπορεί να είναι πιο δεκτικές στα οικονομικά επιχειρήματα. Πινανόν, δηλαδή να ακούσουν το επιχείρημα ότι η αποποινικοποίηση των ομόφυλων σχέσεων έχει οικονομική λογική» , είπε στο Humanosphere.

Ενώ, ο Lamontagne συμφωνεί: «Τα οικονομικά επιχειρήματα ως στόχο έχουν να συμπληρώσουν και να ενισχύσουν το επιχείρημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» .

«Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους το UNAIDS στηρίζει αυτό το έργο. Έχουμε ένα στόχο, εκείνον της μηδενικής ανοχής απέναντι στο στιγματισμό και στις διακρίσεις, καθώς και τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Όλα αυτά βρίσκονται στο επίκεντρο των παρεμβάσεων μας» .

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here