Ζητήσαμε από έξι άτομα να μας προτείνουν το αγαπημένο τους βιβλίο

14/08/2026
Κάθε φορά καταπιανόμαστε με ένα θέμα που μας απασχολεί, ζητώντας από διάφορες προσωπικότητες να μας γράψουν γι΄αυτό.

Αυτή τη φορά έξι άτομα γράφουν για «ένα αγαπημένο βιβλίο (που προτείνουν) για τις διακοπές».

Manu Saavedra – tattoo artist

Η Αθήνα βράζει. Οι καλοκαιρινές διακοπές αχνοφαίνονται στον ορίζοντα και η ανάγκη τους γίνεται ολοένα και πιο επιτακτική. Ένα βράδυ στο μπαλκόνι, όταν το αεράκι μοιάζει σχεδόν ειρωνικό απέναντι στη ζέστη της πόλης, τα τζιτζίκια σωπαίνουν και οι προβολείς φωτίζουν τον «ιερό» βράχο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή που ο Παρθενώνας σου κλέβει το βλέμμα, βρίσκεσαι ήδη υπό την εξουσία του Χρήστου Χρυσόπουλου. Ήταν –και παραμένει στη δική μου αντίληψη– ένα βιβλίο (Ο βομβιστής του Παρθενώνα/Καστανιώτης) για το βλέμμα: για το πώς κοιτάζουμε την πόλη, την Ιστορία και τον εαυτό μας όταν όλα μοιάζουν ακίνητα και, ταυτόχρονα, έτοιμα να εκραγούν. Μολονότι αυτή η λυτρωτική έκρηξη δεν συμβαίνει ποτέ. Αυτή η διαρκώς αναβαλλόμενη έκρηξη είναι και η ουσία. Δεν εξετάζεται η βία ως γεγονός, αλλά οι ρωγμές που τη γεννούν: εκεί όπου η ατομική ευθύνη συναντά τη συλλογική συνενοχή, η απειλή συνυπάρχει με την ακινησία και κάθε βεβαιότητα τίθεται υπό αμφισβήτηση. Μέσα στη μελαγχολική αισιοδοξία του καψερoύ Ιούλη, εξακολουθώ να περιμένω αυτή την έκρηξη, παρότι γνωρίζω πως δεν θα έρθει ποτέ. Ίσως γι’ αυτό, όταν έρθει η ώρα για χωριό, ο Βομβιστής θα βρεθεί ξανά στο σακίδιο.

Γιάννης Κατίνας – πολίτης της γης

Έχεις πιάσει ποτέ τον εαυτό σου να βρίσκεται στην παραλία και αντί να χαλαρώνεις να σκέφτεσαι αν περνάς «αρκετά καλά»; Το βιβλίο αυτοβελτίωσης που επέλεξα να παρουσιάσω, το υπογράφει ο Jay Shetty με τίτλο Σκέψου σαν Μοναχός (Ψυχογιός) και μιλάει για την απελευθέρωση του ανθρώπου από την ύπνωση των κοινωνικών συμβάσεων και τον επαναπροσδιορισμό της προσωπικής του επιτυχίας. Μέσω των διηγήσεων των εμπειριών του ο Shetty με έκανε να προβληματιστώ για τον τρόπο που υπάρχω και σκέφτομαι. Δεν είχα μπει ποτέ άλλοτε στη διαδικασία να αναλύσω, ότι οι σκέψεις μου δεν είναι όλη μου η ταυτότητα και πως τελικά ο φόβος μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο, αρκεί να το αποφασίσω. Πιστεύω, ότι οι διακοπές είναι εκείνη η κατάλληλη στιγμή μεταξύ μιας πολύμηνης κούρασης και πριν την επανέναρξη, ώστε να κινηθώ σωματικά, αλλά και πνευματικά. Ή αλλιώς, είναι ένα γόνιμο έδαφος για να φυτέψω έννοιες, όπως η ευγνωμοσύνη και ο οραματισμός. Η ποιότητα ζωής πηγάζει μέσα από τις προτεραιότητες που τίθενται, και εκείνες τις μικρές παύσεις για να ακούσει κανείς το μέσα του και το σώμα του. Τελειώνοντας αυτό το βιβλίο, νομίζω ότι με βοήθησε να φροντίσω περισσότερο τον εαυτό μου και πως να φιλτράρω τη φασαρία του μυαλού μου. Βέβαια, δεν συμφώνησα με κάθε συμβουλή του, καθώς παραδείγματος χάριν, δεν πιστεύω ότι η εσωτερική γαλήνη μπορεί να εξαφανίζει τις κοινωνικές πιέσεις που δεχόμαστε.

Βάσω Τσάρα – δημοσιογράφος

Βροχή του Σόμερσετ Μωμ (εκδόσεις ΑΓΡΑ). Είναι αρχές του 20ου αιώνα και ένα κρούσμα χολέρας αναγκάζει τους επιβάτες ενός πλοίου να απομονωθούν σε ένα μικρό νησί της αποικιοκρατούμενης Σαμόα, όπου βρέχει ασταμάτητα. Εκεί, στους στενούς διαδρόμους και στα δωμάτια με τους ξύλινους τοίχους του πανδοχείου του Τζο, βρίσκονται στρυμωγμένα το «καλό» και το «κακό», ένας φανατικός ιεραπόστολος και μια αναπολογητική σεξεργάτρια. Η Σέιντι Τόμσον είναι μια εξωστρεφής γυναίκα. Γελάει δυνατά, αγαπά τη μουσική και τον χορό και απολαμβάνει να δέχεται άντρες στο δωμάτιό της. Ο Άλφρεντ Ντέιβιντσον, με τον αστείρευτο θρησκευτικό του ζήλο, πιστεύει ότι είναι ιερή του αποστολή να οδηγήσει τους ανθρώπους στη μετάνοια. Αναλαμβάνει με πάθος το χρέος του να «γιατρέψει την άσωτη πόρνη» που βρέθηκε στον δρόμο του, υποβάλλοντάς την σε μια «θεραπεία» μεταστροφής. Ο ιεραπόστολος παίζει με το μυαλό, το σώμα, την ελευθερία της γυναίκας, πάντα στο όνομα της αγάπης του Κυρίου. Και εκείνη χάνει, για λίγο. Μέχρι που ο Ντέιβιντσον μολύνεται. Δοκιμάζει λίγη απ’ τη χαρά της ζωής και επιλέγει να πεθάνει, σαν τη μόνη πράξη απελευθέρωσης που πέτυχε ποτέ. Η Σέιντι μένει πίσω και μας φωνάζει πάνω απ’ τη μουσική που θα παίζει στο δωμάτιό της ότι, όσο και αν βρέχει στον κόσμο μας, εμείς να αγαπάμε, να ζούμε αναπολογητικά, να είμαστε τα εαυτά μας.

Δαμιανός Αγραβαράς – Συγγραφέας

Ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία που προτείνω ανεπιφύλακτα για το φετινό καλοκαίρι είναι το Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι του Ocean Vuong (εκδ. Gutenberg, 2021). Γεννημένος στο Βιετνάμ και πρόσφυγας από την ηλικία των δύο ετών, ο Vuong συνθέτει ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα σε μορφή επιστολής προς τη μητέρα του – μια μητέρα που δεν διαβάζει καλά αγγλικά και δεν θα μπορέσει ποτέ να κατανοήσει πλήρως τα λόγια του. Στον πυρήνα του βιβλίου βρίσκεται το τραύμα στις πολλαπλές του εκφάνσεις: η μετανάστευση, η βία, η κληρονομιά του πολέμου του Βιετνάμ, η ταξική ανισότητα, η απώλεια. Παράλληλα με την ιστορία της οικογένειάς του και τον δύσκολο αγώνα ένταξης στην αμερικανική κοινωνία, παρακολουθούμε την κουήρ αφύπνιση του αφηγητή μέσα από την ιστορία του πρώτου του έρωτα. Η κουήρ εμπειρία αναδύεται ως μια επίμονη αναζήτηση οικειότητας, τρυφερότητας και φωνής απέναντι στη σιωπή, υπενθυμίζοντάς μας ότι η αγάπη, ακόμη και μέσα στο τραύμα, μπορεί να γίνει πράξη αντίστασης. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στη γλώσσα του βιβλίου, που, χάρη και στην υποδειγματική μετάφραση της Έφης Φρυδά, διατηρεί τον λυρισμό και την ποιητικότητά της χωρίς να βαραίνει την αφήγηση. Αντίθετα, χαρίζει στο κείμενο μια σπάνια τρυφερότητα και μια ακρίβεια που συγκινεί βαθιά. Αν αναζητάτε ένα καλοκαιρινό ανάγνωσμα που θα συνεχίσει να σας συντροφεύει πολύ μετά την τελευταία του σελίδα, το Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι αποτελεί μία από τις σημαντικότερες στιγμές της σύγχρονης κουήρ λογοτεχνίας· ένα βιβλίο που δεν ζητά απλώς να διαβαστεί, αλλά να βιωθεί.

Ανδρέας Παπαγγελόπουλος – Οδηγός ΔΕΗ

Σπανίως διαβάζω ένα βιβλίο παραπάνω από μία φορά. Ο χρόνος είναι τρομακτικά, αγχωτικά μικρός για όσα επιθυμώ να διαβάσω. Ίσως, η ποίηση να αποτελεί την εξαίρεση. Ενδεχομένως επειδή προσεγγίζεται με διαφορετική ματιά, ανάλογα το βίωμα, τη διάθεση, την εμπειρία, τα χρόνια. Η ποίηση διατηρεί μια αναλλοίωτη φρεσκάδα. Τα τελευταία καλοκαίρια, άλλοτε στα σύντομα διαλείμματα για γαλλικό καφέ από τη δουλειά στο εργοστάσιο, άλλοτε περπατώντας ξυπόλητος προσέχοντας τις αιχμηρές πέτρες σε κάποια ερημική παραλία ή κάποιο μυστικό κολπίσκο της Νοτιοανατολικής Κρήτης όπου ζω… Έχω στο σακίδιό μου μια δροσερή, σπιτική λεμονάδα και κάποιο βιβλίο του Νικόλα Κουτσοδόντη. Δύσκολη η επιλογή ανάμεσα στις τρεις ποιητικές του συλλογές. Θα επιλέξω την τελευταία, Ίσως φύγεις στο εξωτερικό από τις εκδόσεις Θράκα. Μέσα από την ταύτιση με την ποιητική φωνή, κάπου εβδομήντα σελίδες αρκούν για να μυρίσεις τον Θερμαϊκό, να κλέψεις ένα κομμάτι κύματος του Ιουλίου, μέσα από μια ρομαντική εικονογραφία ανθρώπων, συντρόφων, συναισθημάτων, συνοικιών, γνώριμων δρόμων, πλατειών, πόλεων, χωρών. Σε κάθε σχεδόν σελίδα διαταράσσεται το κυρίαρχο και ετεροκανονικό αφήγημα. Εδώ η ποίηση, αφυπνίζοντας πιθανά κοινά κουήρ βιώματα, εκτίθεται… Μιλάει ανοιχτά, μοιράζεται. Κείμενο πολιτικά και ερωτικά φορτισμένο που ξεκλειδώνει και απελευθερώνει. Κείμενο συνάμα κοινωνικό, παρτιζάνικο, με στοιχεία προλεταριακού έρωτα, αντισυμβατικό, τρυφερό, λυρικό, ριψοκίνδυνο, ευαίσθητο. Υπόγεια εμπειρία. Ποιητική ευδαιμονία. Γράφοντας όλα αυτά, πέρασε η ώρα. Σουρούπωσε. Τα βράδια με το μελτέμι κάνει ψύχρα στα παραθαλάσσια μέρη. Μαζεύοντας την πετσέτα μου, πριν φυλάξω στο σακίδιο το βιβλίο, διαβάζω τον επίλογο: “Έφερα τελικά κάποιον σπίτι μαμά. Μαμά απόκτησα πλέον σπίτι και πάλι φεύγω”.

Ειρήνη Δαφέρμου – μπαλαρίνα στα μπολσόι που δεν ήταν από σόι

Λέω, διάβασε παράλληλα τις Γκερίλλες (Εκτός Γραμμής) της Μονίκ Βιττιγκ και τις Μαχήτριες (Κουκκίδα) τ του Δημοκρατικού Στρατού της Τασούλας Βερβενιώτη, Λέω, δεν πιστεύω στις συμπτώσεις της σχεδόν ταυτόχρονης έκδοσης τους,  Λέω, περίμεναν και τα δυο κείμενα υπομονετικά στα συρτάρια, οι Γκερίλλες για να μεταφραστούν στα ελληνικά από το 1969 και οι Μαχήτριες, ω Αυτές από το 1949. Λέω, η Βιττίγκ γράφει στον επίλογο ότι προσπάθησε να στήσει το ποιηματο-γράφημα των επαναστατημένων γυναικών του Μάη και σκέφτηκε να φτιάξει μια χαοτική γραφή, όπου η μια σελίδα θα ήταν αφιερωμένη στην ιστορία και η άλλη στο δικό της κείμενο σε μια διαλεκτική σχέση. Λέει, αφού αναφέρει μια σειρά αντρών θεωρητικών που κατέκλυσαν τις σελίδες της ιστορίας, πως απαρνήθηκε το εγχείρημα. Λέω, πως αν είχε το βιβλίο της Βερβενιώτη στα χέρια της, το εγχείρημα θα είχε πετύχει. ΓΑΡΕΦΩ, ΦΙΛΟΜΗΛΑ, ΒΕΡΑ, ΝΤΟΜΙΝΙΚ, ΜΑΡΙΚΑ, ΤΣΕΝΤ-ΤΕ, ΣΠΙΘΑ, ΣΕΡΑΜΙΣ Λέω, φτιάξε εσύ αυτό το βιβλίο κι έλα να κάψουμε μαζί κάθε αγωνία για τεκμηρίωση, Λέω, υπήρξαν Αμαζόνες, -υπάρχουμε ακόμη-, η Γενοβέφα το 1949 αλώνισε τον Θεσσαλικό κάμπο έφιππη, σκορπώντας τρόμο στον εχθρό, κι όταν ήρθαν να την πάρουν για εκτέλεση έβγαλε τις πόρπες της, να ‘χει η μάνα της κάτι να θυμάται, κι είπε «Μη φοβάστε καθόλου. Το αίμα μου θα ποτίσει το δέντρο της ελευθερίας». Λέω, μπες κι εσύ στον Κύκλο, βούτηξε στο έπος, σε αυτό που μπορεί να γεννήσει ξανά γκερίλλες, κανένα Αρχείο δεν θα το καταφέρει ποτέ, μόνο ένα ποίημα σαν της Βιττίγκ που χώρεσε όλους τους μύθους κι ένα βιβλίο προφορικής ιστορίας σαν της Βερβενιώτη που φτιάχτηκε όχι για να αποδείξει αλλά για να μιλήσει. Εξήντα μαχήτριες του ΔΣΕ συναντάνε τις Γκερίλλες, στον ίδιο Κύκλο, λέω, είναι αυτό που χρειάζομαι για να βρω τις λέξεις. «Λες ότι λείπουν οι λέξεις για να περιγράψουν αυτή την εποχή, λες ότι δεν υπάρχει. Αλλά θυμήσου. Κάνε μια προσπάθεια να θυμηθείς. Ή αν δεν μπορείς φαντάσου».

Vasilis Thanopoulos

Vasilis Thanopoulos

Από μικρός ήθελα να γίνω αστροναύτης. Εξάλλου, πάντα θυμάμαι να μου λένε ότι "πετάω στα αστέρια". Λόγω όμως σχετικής υψοφοβίας αποφάσισα να αλλάξω επαγγελματικό προσανατολισμό και να γίνω δημοσιογράφος (απ' το κακό στο χειρότερο), Μπήκα στο Πάντειο (Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων & Πολιτισμού) και λίγους καφέδες αργότερα πήρα το πτυχίο μου. Έκτοτε το επαγγελματικό μου μετερίζι με έχει οδηγήσει στην πόρτα ανθρωπιστικών οργανισμών (Διεθνή Αμνηστία, Έλιξ) αλλά και πολλών έντυπων και διαδικτυακών μέσων (Esquire, Nitro, Protagon, κλπ). Η σχέση μου με το Antivirus ξεκίνησε τυχαία τον Μάρτιο του 2013. Έκτοτε έγινε λατρεία... Είτε εδώ είτε στο περιοδικό, όλο και κάπου θα με πετύχετε. Αν τώρα θέλετε να κάνετε και κάποιο σχόλιο... θα με βρείτε στο [email protected]. Cu!




Δες και αυτό!