Ο ποιητής Γιάννης Ευθυμιάδης σκηνοθετεί το σκηνικό ποίημα «Αλκίνοος», που ανεβαίνει από 21 έως 25 Σεπτεμβρίου στη σκηνή Ω του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά. Εμείς μιλήσαμε μαζί για αυτή την παράσταση που, διατηρώντας την ποιητικότητα του λόγου, επιχειρεί να αποδώσει με ρεαλιστικό τρόπο τις εικόνες της σύγκρουσης, της αέναης πάλης, του ερωτικού παραληρήματος αλλά και της μεταφυσικής αποχώρησης.

από τη Βίκυ Αναγνωστοπούλου

Ο «Αλκίνοος» είναι πρωταγωνιστής στην προσωπική του διαδρομή προς την αυτογνωσία. Καταφέρνει να φτάσει στο φως;

Ο «Αλκίνοος» είναι σύμβολο του ανθρώπου, του κάθε ανθρώπου που γεννιέται, πάσχει και οδηγείται στην φθορά. Μοιραία κι αναπόφευκτη πορεία. Εντός της όμως καθένας από μας μπορεί να ορθωθεί στο ανάστημα του, να βγει, έστω και ελάχιστα, από την προδιαγεγραμμένη του πορεία και να ορίσει τα βήματα του. Αυτό βέβαια τις περισσότερες φορές γίνεται με οδύνη, καμιά φορά με συντριβή. Μέσα όμως από τα σπαράγματα του εαυτού μας, μέσα απ’ τα πιο βαθιά σκοτάδια της καταβύθισής μας συναντιόμαστε με το φως. Είναι στη μοίρα του υβριστή να του γίνεται η αποκάλυψη του άχραντου. Πρόκειται όμως τότε για ένα φως κατακτημένο. Φως που έρχεται από μέσα μας. Φως αληθινό. Ο ήρωας στον «Αλκίνοος» διαγράφει μια τέτοια πορεία. Από την αμηχανία και την απορία στη διερώτηση, έπειτα στην πάλη, στην ερωτική έκσταση, στη συντριβή και τέλος στην ανακάλυψη αυτού του εξαίσιου φωτός που είναι σαν να αναγεννά εμάς και τα πράγματα.

Θεωρείτε ότι η αποδοχή επιτελεί κάποιο συγκεκριμένο ρόλο σε αυτή την προσπάθεια; Πόσο εύκολος ή δύσκολος μπορεί να είναι ο δρόμος αυτός;

Η αποδοχή είναι μια έννοια που καθορίζει τη ζωή μας αμφίδρομα. Είναι σημαντικό να αποδεχόμαστε κι εμείς τους άλλους και οι άλλοι εμάς. Ζούμε σε κοινωνία που μας έχει φορτώσει με εικόνες για τον εαυτό μας και για τους άλλους, που τις περισσότερες φορές λειτουργούν μέσα από σκληρές συμβάσεις, γίνονται βαρίδια στην καθημερινή μας ελευθερία. Αυτή η πορεία προς το φως, στην οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως, είναι και μια τέτοια μάχη, για να αποτινάξουμε τα βάρη που μας έχουν φορτώσει ή που κι εμείς οι ίδιοι συχνά φορτωνόμαστε. Η ζωή πρέπει να πορεύεται με ελευθερία και αμοιβαία αποδοχή. Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουμε -τόσους αιώνες κι ακόμη δεν το έχουμε κατακτήσει- να ζούμε ελεύθερα, αφήνοντας και τους γύρω μας να κάνουν το ίδιο. Δίχως επίκριση. Δίχως απόρριψη και περιθωριοποίηση ή στιγματιμσό. Κι έπειτα, αναλογίζομαι, πόσο σημαντικό είναι να αποδέχεται κανείς τον ίδιο του τον εαυτό. Είναι μεγάλο δώρο αλλά κι ευθύνη του καθενός μας να αγαπήσει τον εαυτό του και να αποδεχτεί τη μοναδικότητα του.

Διαβάζοντας ένα απόσπασμα από το κείμενό σας, βίωσα κατά την ανάγνωση ένα φοβερό συναίσθημα συγκίνησης για το μεγαλείο του συναισθήματος που αποπνέει η κάθε λέξη σας. Ποια είναι η άποψη σας για τον ανεκπλήρωτο έρωτα; Τον έρωτα που δεν ξέρει κανείς αν ήταν αμφίδρομος αλλά μπορεί και να ήταν; Τον έρωτα που βαριά σκεπάσματα κάλυψαν στα βάθη ενός θώρακα;

Ο έρωτας, ο αληθινός έρωτας είναι, υπό μία έννοια, πάντα ανεκπλήρωτος. Ερωτευόμαστε την ιδέα του έρωτα, πλάθουμε με τη φαντασία μας έναν ιδανικό αποδέκτη και τον ερωτευόμαστε, θέλουμε να βιώσει κι ο άλλος ό,τι ακριβώς βιώνουμε κι εμείς, να το νιώσει όπως και όσο κι εμείς. Πράγμα ανέφικτο. Κι έτσι οδηγούμαστε σιγά σιγά στη ματαίωση και την συντριβή. Ο έρωτας είναι συναίσθημα οδύνης. Είναι το “γλυκόπικρο ερπετό”, όπως τον αποκαλεί η Σαπφώ, από το οποίο είναι αδύνατο να ξεφύγεις. Κι ακριβώς αυτό το οξύμωρο είναι που του δίνει το μεγαλείο και την ακατανίκητη δύναμή του.

Γιατί πιστεύετε ότι μας συγκινεί και μας πληρώνει τόσο, αυτό το γλυκόπικρο συναίσθημα του έρωτα; Ποια είναι η αληθινή δύναμη του έρωτα κατά τη γνώμη σας;

Ο έρωτας είναι πόλεμος. Είναι μια αδυσώπητη πάλη πρώτα με τον ίδιο μας τον εαυτό, με το συναίσθημά μας, με το σώμα μας, με το μυαλό κι ύστερα πάλη με τον άλλο. Είναι μια απεγνωσμένη απόπειρα να επικρατήσουμε, να νικήσουμε ή έστω να νικηθούμε. Μέσα όμως από την πάλη αυτή γεννιέται μια νέα πραγματικότητα. Επιβεβαιώνεται η ύπαρξη μας. Ο έρωτας είναι η δύναμη που γεννά τη σκέψη, την ορμή μας, τον κόσμο μας όλο. Άλλωστε, μόνο όταν είμαστε ερωτευμένοι, με τους ανθρώπους, με τις ιδέες, με τα πράγματα, μόνο τότε είμαστε πραγματικά ζωντανοί. Μόνο τότε πάλλεται μέσα μας η αγωνία της ύπαρξης μας. Και μόνο τότε κατορθώνουμε να αφήσουμε πίσω μας ένα ίχνος, ισχυρό ή όχι δεν έχει σημασία, από το πέρασμα μας στον κόσμο αυτόν. Η δημιουργία η ίδια, η τέχνη, ως κι ο άνθρωπος είναι γεννήματα ενός έρωτα.

Θεωρείτε πως η λύτρωση είναι προσωπική υπόθεση;

Καθένας μας πορεύεται μονάχος του. Λέει ο ήρωας στον «Αλκίνοος»: «Μόνος ποντίζομαι στου πάθους το μεταίχμιο, μόνος πασχίζω να πιστέψω κολυμπώντας…». Η αναζήτησή της αλήθειας μας είναι μια πορεία μοναχική. Κανείς δεν μπορεί να δει, να νιώσει τα πράγματα όπως εμείς οι ίδιοι. Κανείς δεν μπορεί να μοιραστεί ατόφιο και ακέραιο το συναίσθημά μας. Κι είμαστε τυχεροί, αν έστω μπορέσουμε να βρούμε συνοδοιπόρους σ’ αυτή την πορεία, να μοιραστούμε έστω ψήγματα της δικής μας αντίληψης για τον κόσμο. Όμως δεν μπορώ να παραγνωρίσω το γεγονός πως αυτή η απόλυτη μοναδικότητά μας ορίζεται από την ετερότητα. Είμαστε ό,τι δεν είναι οι άλλοι γύρω μας. Συνειδητοποιούμε ποιοι είμαστε κυρίως από ό,τι μας διαφοροποιεί, μας ξεχωρίζει από τους άλλους. Συνεπώς η η λύτρωση είναι, ναι, μια προσωπική υπόθεση, που όμως περνά μέσα απ’ τη σχέση μας με τους άλλους.

Εντοπίζετε κάποιου είδους γοητεία στην μεταφορά του ποιητικού λόγου στη σκηνή; Πώς βιώνετε τη διαδικασία αυτή;

Το έργο αυτό από τη γένεσή του είχε καθαρό το στίγμα της δραματικής φωνής, της φωνής της απεύθυνσης. Γι’ αυτό και πίστευα από την πρώτη στιγμή πως ο καλύτερος τρόπος να συναντηθεί με τους αποδέκτες του θα ήταν η σκηνική του απόδοση. Κι είναι, στ’ αλήθεια, μεγάλη ευλογία αυτό που συμβαίνει αυτό τον καιρό στη Σκηνή Ω του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, να παίρνει ο «Αλκίνοος» σάρκα και οστά επί σκηνής. Κι είναι μεγάλη η χαρά μου να ενσαρκώνει αυτόν τον τόσο πολυδιάστατο ήρωα ένας ηθοποιός με την υποκριτική δύναμη και συνάμα την ευαισθησία του Βαγγέλη Παπαδάκη. Ο Βαγγέλης ισορροπεί ανάμεσα στην παραφορά και την μειλίχια έκφραση σχοινοβατώντας με ακρίβεια θαυμαστή. Πρέπει να ερωτευτεί παράφορα μα και να γίνει το αντικείμενο του έρωτά μας, να γίνει το σώμα αλλά και η ιδέα του έρωτα. Κι είναι, τολμώ να πω, ένας ερμηνευτικός άθλος αυτό που αποτολμά. Από την άλλη η απόφασή μου να σκηνοθετήσω ο ίδιος το έργο , απόφαση ειλικρινά δύσκολη, ήρθε από τη συνειδητοποίηση πως γνωρίζω σε βάθος τα αισθήματα και τις αισθήσεις, τις προθέσεις και τις επιθυμίες του ήρωα. Και “είδα” από την πρώτη στιγμή της σύνθεσης του έργου ολοκάθαρα τον “χώρο”, τον εξωτερικό και τον εσωτερικό, μέσα στον οποίο συντελείται το δράμα αυτούς του ανθρώπου. Παραδέχτηκα εξαρχής την άγνοια μου γύρω από το εγχείρημα αυτό και μπήκα μέσα στην μαγική αναζήτησή της σκηνικής απόδοσης του ποιήματος με την αποκοτιά ενός παιδιού, με την αθωότητα και την ειλικρίνεια της άγνοιας που όμως οδηγεί στην γενναία αναζήτησή και τον πειραματισμό. Το ταξίδι αυτό με έφερε στη θέση να “ξαναδιαβάσω” το έργο μου, αναζητώντας, και κάποιες φορές ανακαλύπτοντας, κι άλλες πτυχές από αυτές που είχα ως τώρα στη συνείδησή μου.

Ποια διάσταση προσθέτει στο ποίημά σας η σκηνική φόρμα;

Το κείμενο έχει σφιχτούς αρμούς και δύσκολα σ’ αφήνει να κινηθείς με ελευθερία μακριά από τις προθέσεις και τους στόχους του, μακριά από το πνεύμα και το σώμα του. Όμως αυτός ο αθώος πειραματισμός, στον οποίο μόλις αναφέρθηκα, μου έδωσε την ευκαιρία να βυθιστώ σε άγνωρες ως τώρα περιοχές των λέξεων, των νοημάτων ως κι αυτής της σκηνικής δράσης ακόμα. Ενώ στο ποίημα η απεύθυνση, η παράφορη ερωτική εξομολόγηση γίνεται προς ένα υπαρκτό πρόσωπο που κείτεται αντίκρυ στον ήρωα σιωπηλό -δεν ξέρουμε αν κοιμάται ή αν είναι άψυχο-, στη σκηνική απόδοση ο ήρωας επινοεί με την φαντασία του αυτό το άλλο πρόσωπο. Μιλά, σπαράζει ενώπιον του κενού. Κι αυτό, νομίζω, ανεβάζει κατά πολύ τόσο τη δραματική ένταση όσο και την τραγικότητα του προσώπου που απεγνωσμένα αναζητά κάποιον να γείρει επάνω του, να σμίξει ερωτικά μαζί του, να μοιραστεί την αλήθεια του.

Με την ιστορία να κινείται γύρω από μια κατάδυση προς τα έσω, πώς επιτυγχάνεται η εξωστρέφεια προς το κοινό;

Ο “Αλκίνοος” είναι, πράγματι ένα ποίημα “εσωτερικού χώρου”. Κυριολεκτικά, γιατί όλα διαδραματίζονται μέσα σε ένα κλειστό και σκοτεινό δωμάτιο, κι έπειτα συμβολικά, γιατί έτσι αποδίδεται η καταβύθιση στις πιο σκοτεινές, τις πιο μύχιες γωνιές της ύπαρξης μας. Όμως η απόγνωση του ήρωα τον φέρνει στο σημείο να γεννήσει με τον νου του έναν άλλο άνθρωπο. Να κοινωνήσει μαζί του το φως. Η παράσταση έχει χτιστεί ως πράξη επικοινωνίας, ως ένα άπλωμα του χεριού από τον ήρωα προς τον εαυτό του και προς τον άλλο, από τον ηθοποιό που υποδύεται τον ρόλο προς το κοινό, με…ευχή μας μεγάλη η συγκίνηση που επιθυμούμε να προκαλέσουμε στους θεατές να τους φέρει να μοιραστούν το συναίσθημα αυτό, δηλαδή να επικοινωνήσουν. Όλα αυτά τα χρόνια, και ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια του μεγάλου μας εγκλεισμού, ανέδειξαν ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη μας να συναντήσουμε τον άλλο, να απογυμνωθούμε και έτσι ανυπεράσπιστοι, αθώοι και αληθινοί να μοιραστούμε τις ζωές μας.

Ποιο είναι άποψή σας για την ελευθερία του ανθρώπου ως προς τον προσδιορισμό του εαυτού του; Πιστεύετε ότι είναι κάτι που μας αποκόπτει από τον εσωτερικό μας κόσμο με κάποιον τρόπο;

Το πώς θα ορίσει κανείς τι είναι και -πιο σημαντικό- τι θέλει να είναι, αποκτά, νομίζω, το νόημα της υπέρτατης ελευθερίας. Γεννιόμαστε με προσδιορισμένες από την κοινωνία ταυτότητες φύλου, φυλής, κοινωνικής θέσης. Είναι δική μας υπόθεση, μόχθος μεγάλος, καμιά φορά και πόλεμος, να αποτινάξουμε όσα δεν θέλουμε να ορίζουν την ταυτότητα μας, όσα δεν μας κάνουν αληθινά ευτυχισμένους. Αν μείνουμε δέσμιοι αυτής της ταυτότητας που μας επιβλήθηκε, τότε, ναι, αποτραβιόμαστε από τον βαθύτερο εαυτό μας. Ξεχνάμε σιγά σιγά ποιοι αληθινά είμαστε ή, το χειρότερο, δεν μαθαίνουμε ποτέ ποιοι θα θέλαμε να είμαστε. Για να σμίξουμε με ό,τι πιο αληθινό, ό,τι πιο ακριβό κρύβουμε μέσα μας, θα πρέπει να παλέψουμε σκληρά. Η δικαίωση όμως μας επιφυλάσσει την ολοκλήρωσή μας.

Τι θα λέγατε προς τον κόσμο που φοβάται να «ζήσει» και να βιώσει το μεγαλείο του αληθινού συναισθήματος με ό,τι αυτό συνεπάγεται;

Ο φόβος είναι το πιο σκοτεινό, το πιο απεχθές συναίσθημα. Ο φόβος μάς στερεί από την ευτυχία να είμαστε αυτό που πραγματικά θέλουμε. Τον φόβο χρησιμοποιούν όποιοι θέλουν να μας υποτάξουν. Η πορεία του ανθρώπινου γένους είναι μια πορεία να ξεφύγουμε από τον φόβο τον ασυνείδητο και να αποκτήσουμε οντότητα συνειδητή. Κι όποιος αναζητά την ευτυχία, την ολοκλήρωση μέσα στην επικράτεια του φόβου, γελιέται. Το μεγαλείο του αληθινού συναισθήματος, όπως σωστά το θέτετε, προϋποθέτει πρώτα απ’ όλα να μην φοβόμαστε τον ίδιο μας τον εαυτό, να αποτινάξουμε τη δειλία μας απέναντι στο καθαρό συναίσθημα. Εξιδανικεύσαμε τη λογική και χάσαμε το δρόμο προς το ατόφιο συναίσθημα. Και πληρώνουμε ως άνθρωποι και ως κοινωνία το κόστος. Στεγνώσαμε. Μαραγκιάσαμε. Ό,τι πιο καρπερό και θαλερό, βρίσκεται μέσα στην επικράτεια της βίωσης του συναισθήματος. Και τρέφω μεγάλο θαυμασμό για τα νέα παιδιά που προχωρούν πέρα κι έξω από τις όποιες συμβάσεις και χαίρονται τη ζωή χωρίς ταυτότητες.


Πληροφορίες:

Δημοτικό Θέατρο Πειραιά – Σκηνή Ω
21 – 25 Σεπτεμβρίου