Την ιστορία δύο υπέροχων μαμάδων διαβάσαμε πρόσφατα στο Vice, τη Θάλεια και τη Σοφία, που ζουν στην Αθήνα με το μικρό παιδί τους τον Βίκτωρα. Όπως αναφέρει στο κείμενό της η Ανδρονίκη Τσατσαρώνη, η Θάλεια και η Σοφία μοιράζονται για πρώτη φορά ανοιχτά την ιστορία της «αόρατης» οικογένειάς τους:

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΤΣΙΑΣ (ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΥ)

Αθήνα, 28 Φεβρουαρίου 2020. Την ώρα που η Θάλεια ετοιμάζεται να κλειδώσει πίσω της την πόρτα του γραφείου και να βγει στον δρόμο της νυχτερινής πόλης, χτυπάει στο κινητό της μήνυμα από τη Σοφία. «Άκυρο το ποτάκι μας γι’ απόψε». Παραλίγο να λιποθυμήσει διαβάζοντάς το. Ποτέ πριν η ακύρωση ενός ραντεβού από τη σύντροφό της δεν της προκάλεσε τόση χαρά. «Αμέσως κατάλαβα ότι είμαι έγκυος. Δεν το πίστευα ότι επιτέλους συμβαίνει», λέει σήμερα στο VICE η 38χρονη μητέρα.

Από το πρωί της ίδιας μέρας που είχε κάνει για πέμπτη φορά μέσα σε έναν χρόνο το τεστ εγκυμοσύνης, βρίσκονταν κι οι δυο τους σε αναμμένα κάρβουνα. Ποντάροντας όμως ότι το αποτέλεσμα θα έβγαινε και πάλι αρνητικό, είχαν κανονίσει να βγουν. «Έτσι κάπως να παρηγορηθούμε. Κι επειδή εγώ θα δούλευα μέχρι αργά, είχα ζητήσει απ’ τη Σοφία να έχει τον νου της για τυχόν απαντητικό email από το εργαστήριο».

Κι εγένετο αγόρι με δύο μαμάδες

Μετά από μία ήρεμη περίοδο εγκυμοσύνης που συνέπεσε με την πρώτη μεγάλη καραντίνα, τέλη Οκτωβρίου του ‘20, η Θάλεια γέννησε ένα υγιέστατο αγόρι που πήρε το όνομα Βίκτωρας. Η Σοφία ένιωθε τόσο συγκινημένη στη θέα του πρώτου τους παιδιού που κάθε φορά που το προσωπικό του μαιευτηρίου ρωτούσε αν είναι αδερφή της μαμάς, εκείνη αποκρινόταν όλο και πιο υπερήφανα «Είμαι η σύντροφός της, η δεύτερη μαμά».

Παρ’ όλα αυτά στο πιστοποιητικό γέννησης του Βίκτωρα, εκτός από το ονοματεπώνυμο της Θάλειας, αναγράφεται και όνομα πατρός: Γεώργιος.

«Επειδή δεν θέλαμε να δηλώνει για όλη του τη ζωή “αγνώστου πατρός”, κάναμε πρόσληψη πατρωνύμου. Πρόκειται για μία απλή διοικητική διαδικασία στην αρμοδιότητα των δήμων, ώστε ο γονέας/φροντιστής ενός παιδιού μη αναγνωρισμένου ή αγνώστου πατρός να λάβει πατρώνυμο και επώνυμο. Επιλέξαμε το όνομα του παππού του, πατέρα της Σοφίας, που δεν είναι πια στη ζωή».

Τι σημαίνει «αόρατη οικογένεια»

Η Θάλεια και η Σοφία μετρούν μαζί πέντε χρόνια, ενώ από νωρίς στη σχέση τους μοιράζονταν το όνειρο και την επιθυμία να δημιουργήσουν οικογένεια.

Κάτι που η ελληνική Πολιτεία καθιστά αδύνατο, εφόσον από τη μία δεν έχει νομιμοποιήσει τον πολιτικό γάμο για ομόφυλα ζευγάρια και από την άλλη η ισχύουσα νομοθεσία απαγορεύει την κοινή τεκνοθεσία παιδιών από ζευγάρια όμοιου φύλου. Ένα ΛΟΑΤΚΙ άτομο στην Ελλάδα διαθέτει το δικαίωμα στην τεκνοθεσία μονάχα ατομικά. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι άνθρωποι όπως η Σοφία και η Θάλεια που είναι μαζί, αγαπιούνται και θέλουν συνειδητά να γίνουν ισότιμα γονείς, δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα. Απορρίπτοντας από κοινού την πιθανότητα να προβούν σε τεκνοθεσία η καθεμία ατομικά, ως γυναίκα άνευ συντρόφου, η διαδικασία της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής έμοιαζε με μονόδρομο.

«Ούτως ή άλλως θέλαμε πολύ να αποκτήσουμε βιολογικά παιδιά και ονειρευόμασταν ιδανικά ένα από την καθεμία. Σκέφτομαι όμως ότι αν είχαμε κι εμείς ως ομόφυλο ζευγάρι το αναφαίρετο δικαίωμα των ετερόφυλων ζευγαριών στην κοινή τεκνοθεσία, μπορεί και να μην μπαίναμε σε μια τόσο κοστοβόρο και ψυχοφθόρο διαδικασία όπως είναι η τεχνητή γονιμοποίηση. Ακόμη κι έτσι, για το ελληνικό κράτος ο Βίκτωρας υφίσταται ως παιδί μονογονεϊκής οικογένειας με νομική μητέρα τη Θάλεια. Εμένα ούτε μου επιτρέπει να τεκνοθετήσω τον γιο μου, ούτε με αναγνωρίζει ως μαμά του. Είμαι αόρατη», εξηγεί η 34χρονη Σοφία.

Για την ίδια, παρομοίως και για κάθε γονέα που παραμένει απροστάτευτος από τον νόμο, εγείρονται αυτονόητα πολλά και αγωνιώδη ερωτήματα που θέτουν εν αμφιβόλω κυρίως την ευημερία του παιδιού.

Στο παράδειγμα που φέρνει η Θάλεια, η οποία υπογράφει αποκλειστικά όλα τα έγγραφα του Βίκτωρα, αν τυχόν ο μικρός πάθει κάτι και χρειαστεί νοσηλεία ενώ η ίδια απουσιάζει σε ταξίδι, η Σοφία δεν μπορεί να παραστεί ως επίσημος κηδεμόνας του. «Αν πεθάνω, το παιδί φαίνεται ορφανό και μεταβαίνει όπως ορίζει ο νόμος στον κοντινότερο συγγενή μου. Δεν μένει αυτομάτως με την άλλη μαμά του. Η Σοφία θα κληθεί να τον διεκδικήσει δια της δικαστικής οδού και να αποδείξει αυτό που στην περίπτωσή μας δεν είναι αυταπόδεικτο: ότι δεν μπορείς να στερήσεις από ένα παιδί το γονιό του καθώς το συμφέρον του είναι κοντά του».

Απόλυτα εκτεθειμένοι από το κράτος αφήνονται, τόσο ο «αόρατος» γονέας όσο και το παιδί, ακόμη και στο ενδεχόμενο που το ζευγάρι αποφασίσει να χωρίσει.

Παρότι η Σοφία φυσικά και εμπιστεύεται τη Θάλεια και ξέρει ότι ποτέ δεν θα εκμεταλλευόταν το προνόμιο που έχει σε σχέση με εκείνη, δεν μπορεί παρά να νιώθει ευάλωτη.

«Το τι μέλλει γενέσθαι αν χωρίσουμε είναι κάτι που έχουμε συζητήσει εκτενώς πολύ πριν έρθει τελικά το παιδί. Ποτέ δεν ξέρεις όμως. Οι άνθρωποι όταν χωρίζουν φανερώνουν και πλευρές τους που δεν είχαν παρουσιάσει νωρίτερα. Ποιος δεν καταρρέει μπροστά σε αυτά τα ενδεχόμενα; Ενίοτε κατακλύζομαι από τέτοιες σκέψεις και σφίγγεται το στομάχι μου. Κι αν η Θάλεια πεθάνει και οι συγγενείς της θελήσουν να πάρουν το παιδί; Και βρεθώ ξαφνικά χωρίς τον άνθρωπό μου και χωρίς το παιδί μου – και το παιδί μου χωρίς εμένα;».

Η αναμόρφωση του Οικογενειακού Δικαίου στην Ελλάδα ώστε να παρέχεται πλήρης πρόσβαση στον πολιτικό γάμο σε όλα τα ζευγάρια, ανεξαρτήτως φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού, δεν θα λύσει αυτομάτως όλα τα προβλήματα των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στη χώρα. Θα εξασφαλίζει όμως, καθώς φαίνεται, την τεκνοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια. Με άλλα λόγια θα κατοχυρώνει νομικά και τους δύο γονείς, δίνοντας δυνατότητα κοινής τεκνοθεσίας, ακριβώς όπως συμβαίνει και στα ετερόφυλα ζευγάρια.

«Για εμένα και τη Θάλεια ο γάμος δεν αποτελεί ούτε επιθυμία, ούτε προαπαιτούμενο. Αν με ρωτάς, ο γάμος δεν θα έπρεπε καν να αποτελεί τεκμήριο γονεϊκότητας. Είτε θέλω να παντρευτώ είτε όχι, είμαι και θα παραμείνω μαμά του Βίκτωρα. Και θα έπρεπε και τώρα που είμαστε σε σύμφωνο συμβίωσης να μπορώ να τον τεκνοθετήσω εφόσον θέλω. Από ‘κει και πέρα, αν οποιαδήποτε κυβέρνηση δεσμευτεί ότι θα αναγνωρίσει το παιδί μας ως παιδί και των δύο υπό την προϋπόθεση του γάμου, τότε ναι, θέλοντας και μη θα παντρευτούμε».

Κάπου παρακάτω η Σοφία σημειώνει ακόμη ένα παράδοξο. Αν είχαν συνάψει μεταξύ τους το σύμφωνο συμβίωσης πριν εκκινήσουν τη διαδικασία της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, δεν θα μπορούσαν να μετάσχουν σε αυτή. Η κείμενη νομοθεσία αφορά μόνο γυναίκες που βρίσκονται σε ετερόφυλη σχέση ή γυναίκες μόνες εκτός γάμου ή συμφώνου.

«Οπότε πριν προχωρήσουμε η καθεμία ξεχωριστά σε εξωσωματική με σπέρμα δότη, βεβαιώσαμε μέσω συμβολαιογράφου ότι είμαστε μόνες άγαμες γυναίκες. Και υπογράψαμε τελικά το σύμφωνο αφότου γεννήθηκε ο Βίκτωρας».

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΤΣΙΑΣ (ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΥ)

Προχωρώντας στην ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή

Μέθοδος πρώτης επιλογής ήταν η ενδομητρική σπερματέγχυση που αποτελεί τη συχνότερη μέθοδο υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και περιλαμβάνει ελάχιστη ιατρική παρέμβαση. «Ήταν ο πιο εύκολος τρόπος, τόσο πρακτικά και οικονομικά, όσο σωματικά και συναισθηματικά. Πρόκειται για ενέσιμη χορήγηση του σπέρματος δότη, χωρίς αναισθησία στο ιατρείο. Βέβαια, οι πιθανότητες να συλλάβεις δεν είναι πολλές», διευκρινίζει η Θάλεια που προηγήθηκε της Σοφίας στην προσπάθειά τους για παιδί λόγω ηλικίας.

Μετά από δύο ατελέσφορες προσπάθειες, σειρά είχε η εξωσωματική γονιμοποίηση. Αν δεν έπαιρναν από την αρμόδια επιτροπή του ΕΟΠΥΥ την πολυπόθητη έγκριση, ώστε να καλυφθούν από το ταμείο οι απαιτητές φαρμακευτικές δαπάνες, για κάθε κύκλο εξωσωματικής θα επιβαρύνονταν περαιτέρω κατά 2.000 ευρώ περίπου. Προηγουμένως ήρθαν αντιμέτωπες με όλες τις προκλήσεις, τη γραφειοκρατία αλλά και τις επίπονες ιατρικές εξετάσεις που επιβάλλονται ανεξαιρέτως σε κάθε γυναίκα που παλεύει να γίνει μητέρα δι’ αυτής της μεθόδου.

«Η εξωσωματική είναι μία κατ’ εξοχήν δύσκολη διαδικασία που κουβαλά πολλές ματαιώσεις γι’ αυτό και απαιτεί ένα ιδιαίτερα υποστηρικτικό συναισθηματικά περιβάλλον. Πόσο μάλλον όταν δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος να κάνεις παιδιά. Για μένα το ψυχοφθόρο δεν ήταν τόσο η σωματική καταπόνηση, όσο η συχνή συναναστροφή με το ιατρικό περιβάλλον και η ανείπωτη αγωνία μετά από κάθε τεστ μέχρι την τρίτη φορά που πιάσαμε».

Επιλογή δότη

Απευθυνόμενες διαδικτυακά σε δανέζικη τράπεζα σπέρματος που τους εξασφάλιζε εκτενέστερη πληροφόρηση σχετικά με τον δότη από αντίστοιχη ελληνική, η Θάλεια και η Σοφία σκάναραν εκατοντάδες προφίλ ανδρών μέχρι να καταλήξουν. Ο φάκελος κάθε υποψήφιου περιλάμβανε τα εξωτερικά του χαρακτηριστικά: ύψος, βάρος, επιδερμίδα, χρώμα μαλλιών και ματιών, αλλά και πληροφορίες αναφορικά με την καταγωγή του, την οικογενειακή του κατάσταση, το μορφωτικό επίπεδο, τα ενδιαφέροντά του και φυσικά το ιατρικό του ιστορικό.

«Επιπλέον είχαμε πρόσβαση σε δυο-τρεις φωτογραφίες του δότη ως παιδί, αλλά και μία γενική εντύπωση που αποκομίστηκε από το επιστημονικό προσωπικό της τράπεζας κατά τη συναναστροφή μαζί του. Και τελευταίο λάβαμε ένα μήνυμα που είχε αφήσει προς τους λήπτες της δωρεάς του, τόσο γραπτώς όσο και υπό τη μορφή ηχητικού για να ακούσουμε τη φωνή του. Στο περίπου έλεγε: “Αγαπητοί μελλοντικοί γονείς, σας θαυμάζω γι’ αυτό που κάνετε. Αν μπορώ με αυτόν τον ελάχιστο τρόπο να σας βοηθήσω, χαίρομαι πολύ”».

Η Θάλεια επισημαίνει έναν εξίσου σημαντικό παράγοντα που επηρέασε την αναζήτησή τους: ότι η Ελλάδα τότε -και μέχρι πριν λίγο καιρό- απαγόρευε τη διάθεση εντός των συνόρων της σπέρματος από επώνυμο δότη – τα στοιχεία του οποίου δηλαδή βρίσκονται στη διάθεση του παιδιού όταν γίνει 18. Αυτή η παράγραφος του νόμου έχει πλέον τροποποιηθεί κι ως εκ τούτου η ταυτότητα του δότη δύναται κατ’ επιλογή του να είναι ανώνυμη, ή επώνυμη, ή να γνωστοποιείται μόνο στο τέκνο μετά την ενηλικίωσή του, αν το τελευταίο το αιτηθεί.

«Εμείς, ως μητέρες, θα θέλαμε ο Βίκτωρας να έχει τη δυνατότητα αν το θελήσει να έρθει σε επαφή με τον άνθρωπο που διέθεσε γενετικό υλικό ώστε να έρθει στη ζωή. Μπορεί κάποτε να του προκύψουν απορίες ή κι ερωτήματα για την υγεία του σωματική ή/και ψυχική. Είναι δικαίωμά του και μάλιστα θεμελιώδες. Ο ρόλος του γονέα ανήκει εξ ολοκλήρου και μόνο σε εμάς τις δύο, ωστόσο τον αναγνωρίζουμε ως δότη. Γιατί να μην μπορεί το παιδί μας να τον βρει αν το θελήσει;».

Κάθε φιαλίδιο από την τράπεζα σπέρματος ανήλθε στα 250 ευρώ, ανεβάζοντας το συνολικό κόστος της προσπάθειάς τους να γίνουν μητέρες στις 10.000 ευρώ, χωρίς σε αυτά τα χρήματα να υπολογίζονται τα έξοδα της γέννας.

Όταν μια ολόκληρη κοινωνία ρωτάει «τι θα πει στα παιδιά της»

Συνηθέστερη έκφραση ομοφοβίας που επί σειρά ετών είχε κανονικοποιηθεί στον δημόσιο λόγο είναι μία κατ’ επίφασιν άκακη ερώτηση που ετίθετο επιτακτικά από στρέιτ προς ΛΟΑΤΚΙ άτομα: Κι εγώ τι θα πω στο παιδί μου για σας; Θυμίζει πολύ και την άλλη περιβόητη κι εξίσου δημοφιλή τοποθέτηση: μα δεν με νοιάζει τι κάνουν στο κρεβάτι τους. «Ναι, οκ. Τότε γιατί μιλάς γι’ αυτό και γιατί το φαντάζεσαι;», θα αναρωτηθεί η Θάλεια.

Ενώ το μόνο που διαφοροποιεί ένα γκέι από ένα στρέιτ άτομο είναι ο σεξουαλικός προσανατολισμός, δηλαδή το φύλο με το οποίο συνδέονται ερωτικά, η γκέι κοινότητα υπερσεξουαλικοποιείται. Αντιμετωπίζεται εν πολλοίς σαν να μη φέρει καμία άλλη ανάγκη πέραν του σεξ.

«Τα αιτήματα και οι διεκδικήσεις μας δεν έχουν να κάνουν με το σεξ που κάνουμε, αλλά με πανανθρώπινες ανάγκες. Γιατί όλοι στέκονται στο κρεβάτι μας κι εστιάζουν εκεί την κουβέντα όταν μιλούν για εμάς; Όταν γνωρίζεις έναν στρέιτ άνθρωπο και μιλάτε περί σχέσεων, τον φαντάζεσαι πώς κάνει σεξ; Όχι. Τότε γιατί να το κάνεις εικόνα και να το προβάλλεις για ένα γκέι άτομο;»

Από τη μεριά της η Σοφία, που κάνει πολύ πιο ηχηρό coming out ως λεσβία απ’ όταν έγινε μαμά, ξεκαθαρίζει ότι δεν είναι δική της ευθύνη να εκπαιδεύσει όλους τους ανθρώπους γύρω της πώς να μην είναι ομοφοβικοί. «Κάποτε ένιωθα υποχρεωμένη να το κάνω, πλέον όμως δε νιώθω ότι το οφείλω. Όσο κάποιος ή κάτι δεν με θίγει ευθέως, δεν ασχολούμαι. Είμαι ΟΚ πια με το να αφήνω τους ανθρώπους στην άγνοιά τους, διότι είναι φοβερά κουραστικό να προσπαθείς να εκπαιδεύσεις κάθε ομοφοβικό γύρω σου».

Η ερώτηση «τι θα πω στο παιδί μου;», τόσο για τη Σοφία όσο και για τη Θάλεια, είναι μία πρόφαση της κοινωνίας εν γένει, καθώς η δυσκολία κάθε άλλο παρά έγκειται στα παιδιά. Για όλα υπάρχει ο κατάλληλος τρόπος να ειπωθούν. «Καταρχάς, στο δικό μας το παιδί, ανάλογα με την αντιληπτική ικανότητα κάθε ηλικίας και όσα μπορεί να επεξεργαστεί, θα λέμε πάντα την αλήθεια. Ήδη τώρα, που δεν μιλάει ακόμη, τον ρωτάμε πόσες μαμάδες έχεις; Δείχνει δύο και απαντάει “μαμά-μαμά”. Σιγά-σιγά θα του μιλήσουμε και για όλες τις διαφορετικές οικογένειες που υπάρχουν».

Η Σοφία εξομολογείται ότι τίποτα δεν φαντάζει δυσκολότερο να ειπωθεί και να εξηγηθεί σε ένα παιδί από ζητήματα όπως ο ρατσισμός, ο πόλεμος ή η αδικία. «Αγωνιώ για το πώς πρέπει να προσεγγίσω το παιδί μου και να του μιλήσω για την κοινωνική αδικία που υφίσταται ο ίδιος ως μέλος μιας αόρατης για το κράτος οικογένειας. Ψάχνω συνεχώς να βρω τις κατάλληλες απαντήσεις. Φαντάσου πόσοι μαύροι γονείς πρέπει να εξηγούν καθημερινά στα παιδιά τους γιατί τα κοιτάζουν καχύποπτα όταν κυκλοφορούν στην Αθήνα ή τα δείχνουν ή τα αποκαλούν όπως τα αποκαλούν. Καλό θα ήταν, λοιπόν, όλοι μας, στρέιτ ή μη, να ανησυχούμε και να στοχεύουμε στο πώς θα αναθρέψουμε σωστούς ανθρώπους. Κανένα παιδί απ’ όσα συναναστρεφόμαστε δεν έχει δείξει την παραμικρή δυσκολία να ακούσει ότι ο Βίκτωρας έχει δύο μαμάδες. Έτυχε κάποτε και ρώτησε μπροστά μας ένα παιδάκι: Ποια από σας είναι η μαμά του; Κι η Θάλεια απάντησε ότι και οι δύο είμαστε μαμάδες του. Τότε ο πιτσιρικάς αντιγύρισε ότι αυτό δε γίνεται κι ότι δεν ξέρει καμία άλλη τέτοια οικογένεια. Κι αφού τον ρώτησα χαμογελώντας αν χαίρεται που επιτέλους γνωρίζει την πρώτη οικογένεια σαν κι εμάς, είπε ένα χαλαρό α ναι! και συνέχισε ευδιάθετο να κάνει κούνια».

Όπως παρατηρούν όταν κυκλοφορούν όλοι μαζί, μπορεί αρχικά οι άλλοι ετερόφυλοι γονείς τριγύρω να τις κοιτάζουν κάπως πιο διερευνητικά, στο τέλος όμως μάλλον καθησυχάζονται από το πόσο μοιάζουν.

«Διαπιστώνουν ότι οι αγωνίες μας, τα άγχη κι η καθημερινότητα δεν διαφέρουν από των υπόλοιπων μαμάδων. Σαν να “κατευνάζεται” η ομοφοβία όταν συστηνόμαστε ευθύς εξαρχής με την αλήθεια μας. Κανείς μέχρι σήμερα δεν μας έχει προσβάλει ή προκαλέσει με τη συμπεριφορά του, τουλάχιστον κατά πρόσωπο. Σε σημείο που αναρωτιέμαι ποιος έχει τελικά το πρόβλημα με τις διαφορετικές οικογένειες και δεν πάμε παρακάτω ως κοινωνία; Είμαστε εδώ. Υπάρχουμε και μας βλέπουν», θα πει η Σοφία.

Καθημερινό coming out

Αυτό βέβαια το αναπόφευκτο στην περίπτωσή τους καθημερινό coming out στερεί ένα κομμάτι αυθορμητισμού και δύναται να τους προκαλέσει αμηχανία. Ένας απλός ανέμελος περίπατος στην παιδική χαρά μετατρέπεται πολύ εύκολα σε αποκάλυψη του σεξουαλικού τους προσανατολισμού και -ανάλογα με το ποιον άνθρωπο έχουν απέναντι- επιδέχεται και διαφορετικής αντιμετώπισης.

«Ας πούμε τα πρωινά που βγαίνω με τον Βίκτωρα για βόλτα, ψώνια ή παιχνίδι, συχνά θα του μιλήσουν ή θα σχολιάσουν πόσο γλυκός και όμορφος είναι. Κάθε τόσο πάνω στην κουβέντα θα ακουστεί κι ένα “Ο μπαμπάς του είναι ξανθός ε;” ή “Πού είναι ο μπαμπάς του;”». Σε κάθε τέτοια στιγμή η Θάλεια πρέπει να διαλέξει μεταξύ του αν θα κάνει coming out ή όχι στον γείτονα, στον μανάβη, στην άγνωστη ταμία ενός σούπερ μάρκετ. Τώρα που ο μικρός δεν καταλαβαίνει, μπορεί να το αποφεύγει χαμογελώντας ή και να λέει ψέματα.

«Μεγαλώνοντας όμως το παιδί, δεν με παίρνει ούτε να αποφεύγω να απαντήσω ούτε φυσικά να λέω ψέματα. Θα πρέπει να μοιράζομαι κομμάτια της ιστορίας μας ακόμη και με άγνωστους ανθρώπους που δεν έχουν καμία σημασία για εμάς».

Το ίδιο θα ισχύει αργότερα και για τον Βίκτωρα που θα καλείται ξανά και ξανά να εξηγεί μιλώντας για την οικογένειά του, στο σχολείο, σε φίλους, σε δραστηριότητες. Όπως καταλήγει όμως η Σοφία, αν το καλοσκεφτείς, κάθε παιδί εκεί έξω κάνει συχνά κι από ένα διαφορετικό coming out. Είτε επειδή ανήκει σε μονογονεϊκή οικογένεια, είτε επειδή ανήκει σε φτωχή, είτε επειδή οι γονείς του έχουν χωρίσει κ.ο.κ.

Υπάρχουν ουράνια τόξα

Η Θάλεια και η Σοφία κατάφεραν να δημιουργήσουν μία οικογένεια που βασίζεται στην αγάπη, τον σεβασμό και κυρίως την απόλυτα συνειδητή πρόθεση. «Άλλωστε σε εμάς δεν μπορεί απλώς να προκύψει, ούτε είμαστε κοινωνικά εκπαιδευμένες σε αυτό ως μοτίβο. Και παρότι η Πολιτεία δεν την αναγνωρίζει, η οικογένειά μας υπάρχει επειδή παλέψαμε γι’ αυτήν».

Μεριμνούν νυχθημερόν ώστε τίποτα και κανείς να μη διακινδυνεύσει αυτή την ασφάλεια που προσφέρουν στο παιδί τους. Και χαίρονται που όταν ο Βίκτωρας φωνάζει “μαμά!” γυρίζουν και οι δύο. Σταδιακά βρίσκει από μόνος του τον τρόπο να δείχνει σε ποια αναφέρεται.

Για να πραγματοποιήσουν όμως αυτό το μεγάλο όνειρο, έπρεπε πρώτα να ξορκίσουν όλες τις φωνές που τους υπαγόρευαν ύπουλα ότι δεν υπάρχει ομόφυλη γονεϊκότητα. «Θυμάμαι, κάποτε, έμπαινα καθημερινά στο youtube για να χαζέψω βαρετά βίντεο ομόφυλων ζευγαριών με παιδιά από την Αμερική, μόνο και μόνο για να βεβαιωθώ ότι μπορεί να συμβεί στ’ αλήθεια! Μακάρι τώρα πια κι εμείς με τη στάση μας να ενθαρρύνουμε έστω κι έναν», θα πει κλείνοντας η Σοφία.

«Είναι αληθινό και γίνεται».