Aυτό που κάποτε λειτουργούσε ως πολιτικό ανάχωμα απέναντι στη δημόσια ομοτρανσφοβία μοιάζει σήμερα να έχει αρχίσει να καταρρέει.
Γιακουμάτος, Νικολόπουλος, Κατσίκης, κ.α. Ονόματα που θα μείνουν στην ιστορία για τον έντονο ομοτρανσφοβικό τους λόγο. Βλέπετε, η αντί-ΛΟΑΤΚΙ ρητορική στον δημόσιο πολιτικό διάλογο δεν είναι κάτι σπάνιο ή κάτι καινούριο για τη χώρα μας, ούτε φαίνεται να ακολουθεί κάποια φθίνουσα πορεία με το πέρασμα των χρόνων. Αντιθέτως, ενδυναμώνεται και κανονικοποιείται παίρνοντας, μάλιστα, χαρακτηριστικά κεντρικής πολιτικής πράξης – αν σκεφτούμε πως υπάρχουν πολιτικά πρόσωπα που επιβιώνουν αποκλειστικά από τις επιθέσεις τους στη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα.
Ωστόσο, υπάρχει και κάτι που έχει αλλάξει αρκετά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια και που κρίνω σημαντικό να το αναδείξουμε. Μιλώ για την πλαισίωση και τη διαχείριση αυτής της ρητορικής μίσους, κυρίως από τον υπόλοιπο πολιτικό (και μη) κόσμο. Γιατί, όχι τόσο παλιά, όταν ένα πολιτικό πρόσωπο κατέληγε σε κάποιο ομοτρανσφοβικό παραλήρημα, υπήρχαν αρκετά άλλα που έτρεχαν να το καταδικάσουν. Μέχρι και επίσημα δελτία τύπου παρατάξεων, θυμάμαι, που δήλωναν σαφώς και με θράσος την (υπο)στήριξή τους προς τη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα.
Στις μέρες μας, αυτό είναι κάτι που σπάνια συμβαίνει, αφού οι περισσότερες παρατάξεις και τα μέλη τους, φαίνεται να προτιμούν τις ασφαλείς αποστάσεις από την σαφή στήριξη της πολύχρωμης κοινότητά μας. Δείτε για παράδειγμα αν και ποι@ αντέδρασαν σε όλες αυτές τις αντιεπιστημονικές δηλώσεις του Σαμαρά, του Μαρινάκη και τόσων άλλων.
Γιατί όμως; Και πώς ένας πολιτικός κόσμος που συζητούσε, σχεδόν εμμονικά, για την πολιτική ορθότητα έφτασε στο σημείο να προσπερνά τόσο εύκολα την ομοτρανσφοβία του, καταλήγοντας να την κανονικοποιεί;
Η απάντηση του παραπάνω ερωτήματος είναι δύσκολη και σίγουρα ξεπερνά την αρκετά μονοδιάστατη δική μου προσέγγιση. Μια προσέγγιση που σχετίζεται με τις ψηφοθηρικές διαθέσεις της εκάστοτε παράταξης και του εκάστοτε πολιτικού προσώπου. Γιατί, όχι τόσο παλιά, η ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα (άρα και η ενασχόληση με τα ζητήματά της) αναγνωριζόταν ως ένας σημαντικός σύμμαχος, ικανός να εξασφαλίσει ψήφους και υποστήριξη. Σήμερα, όμως, κάτι τέτοιο δεν ισχύει ή αν ισχύει έχει περιοριστεί αρκετά.
Η επικράτηση του ακροδεξιού επιχειρήματος περί «woke κουλτούρας», έχει πείσει το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού κόσμου, ότι η ενασχόληση με τα ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιώματα έχει μεγαλύτερο ρίσκο παρά οφέλη. Ότι είναι καλύτερο να προσπερνάς διακριτικά από το να καταγγέλλεις και να υποστηρίζεις.
Και κάπως έτσι, αυτό που κάποτε λειτουργούσε ως πολιτικό ανάχωμα απέναντι στη δημόσια ομοτρανσφοβία μοιάζει σήμερα να έχει αρχίσει να καταρρέει. Όχι απαραίτητα επειδή όλοι συμφωνούν με όσα λέγονται, αλλά επειδή όλο και λιγότεροι αισθάνονται ότι αξίζει να τα καταδικάσουν.









