Γιαγιόι Κουσάμα: Πέθανε στα 97 της η Ιαπωνίδα καλλιτέχνιδα

27/08/2026
από
Η Γιαγιόι Κουσάμα, η Ιαπωνίδα καλλιτέχνιδα που αυτοπροσδιοριζόταν ως ασέξουαλ και έγινε γνωστή σε ολόκληρο τον κόσμο για τις χαρακτηριστικές βούλες, τις κολοκύθες και τα έργα της Infinity Mirror Rooms, πέθανε σε ηλικία 97 ετών.

Η ανακοίνωση έγινε την Πέμπτη στην επίσημη ιστοσελίδα της, όπου αναφέρεται ότι η Κουσάμα πέθανε στις 14 Αυγούστου σε νοσοκομείο του Τόκιο. Δεν έχει γίνει γνωστή η αιτία του θανάτου της.

Σε ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στην επίσημη ιστοσελίδα του στούντιό της αναφέρεται ότι η πρωτοποριακή καλλιτέχνιδα αφιέρωσε τη ζωή της στην καλλιτεχνική δημιουργία.

«Σε μια εξαιρετική ζωή, αφιερωμένη ολοκληρωτικά στην καλλιτεχνική δημιουργία», η Κουσάμα δημιούργησε μια διεθνώς αναγνωρισμένη πορεία που εκτεινόταν από τις εικαστικές τέχνες και την περφόρμανς έως τη λογοτεχνία και την ποίηση.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση, «συνέχισε να ζωγραφίζει μέχρι τις τελευταίες ημέρες της, χωρίς να αφήσει ποτέ στην άκρη το πινέλο της».

«Θα συνεχίσουμε να υπηρετούμε τις επιθυμίες της Κουσάμα και, μέσω της τέχνης, να προσφέρουμε ελπίδα και δύναμη για το μέλλον στους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο», ανέφερε το στούντιό της.

Η Κουσάμα γεννήθηκε στο Ματσουμότο της Ιαπωνίας το 1929 και άρχισε να ζωγραφίζει από παιδί, ενώ βίωνε οπτικές και ακουστικές παραισθήσεις.

Αργότερα, αξιοποίησε αυτές τις εμπειρίες στο έργο της, αναπτύσσοντας τη χαρακτηριστική χρήση της επανάληψης, των βουλών και των μοτίβων.

Η σειρά Infinity Nets, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη Νέα Υόρκη το 1959, αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα έργα της. Οι Infinity Mirror Rooms, που δημιούργησε αργότερα, την ανέδειξαν σε παγκόσμια σταρ της σύγχρονης τέχνης.

Η Κουσάμα έζησε επίσης για πολλές δεκαετίες σε ψυχιατρικό νοσοκομείο του Τόκιο, στο οποίο εισήχθη οικειοθελώς το 1977, συνεχίζοντας παράλληλα να εργάζεται στο κοντινό στούντιό της.

«Καθημερινά παλεύω με τον πόνο, το άγχος και τον φόβο και η μόνη μέθοδος που έχω βρει ότι ανακουφίζει την ασθένειά μου είναι να συνεχίζω να δημιουργώ τέχνη», είχε γράψει στην αυτοβιογραφία της Infinity Net.

Η Κουσάμα αυτοπροσδιοριζόταν ως ασέξουαλ. Είχε επίσης περιγράψει μια διαρκή αποστροφή προς το σεξ, την οποία συνέδεε με εμπειρίες από την παιδική της ηλικία.

Παρά —ή ακριβώς εξαιτίας— αυτής της αποστροφής, η σεξουαλικότητα και η φαλλική εικονογραφία αποτέλεσαν επαναλαμβανόμενα θέματα στο έργο της.

Κατά τη δεκαετία του 1960 άρχισε να δημιουργεί τα λεγόμενα «μαλακά γλυπτά» (soft sculptures), καλύπτοντας υφασμάτινες, παραγεμισμένες φαλλικές μορφές με τις χαρακτηριστικές της βούλες. Στο Infinity Net, η Κουσάμα ανέφερε ότι τα δημιούργησε ως έναν τρόπο «να κατακτήσει τον φόβο» του σεξ.

Στο πλαίσιο της αντισυμβατικής καλλιτεχνικής σκηνής της Νέας Υόρκης τη δεκαετία του 1960, πραγματοποίησε προκλητικές περφόρμανς, μεταξύ άλλων εκδηλώσεις με γυμνό, ομαδικό σεξ και σώματα ζωγραφισμένα με τις χαρακτηριστικές βούλες της.

Την ίδια περίοδο δημιούργησε επίσης ένα γκέι κοινωνικό κλαμπ/στούντιο γυμνής ζωγραφικής, ενώ ίδρυσε την Kusama Dancing Team, μια ομάδα νεαρών γκέι ανδρών που συμμετείχαν στις περφόρμανς της.

Το έργο της χαρακτηρίστηκε από την απόρριψη των συμβατικών αντιλήψεων γύρω από το σώμα, τη σεξουαλικότητα, το φύλο και την επιθυμία.

Με την πάροδο των χρόνων, η τέχνη της εντάχθηκε ευρύτερα στο queer πολιτιστικό τοπίο, μέσα από την ανάδειξη της διαφορετικότητας, της αυτοέκφρασης και των μη συμβατικών προσεγγίσεων στην ταυτότητα και το σώμα.

Ωστόσο, το έργο και τα γραπτά της Κουσάμα έχουν δεχθεί κριτική και για ρατσιστικές απεικονίσεις και αναφορές σε μαύρους ανθρώπους.

Στην αυτοβιογραφία της, που κυκλοφόρησε το 2002, περιλαμβάνονται αναφορές στις «κτηνώδεις σεξουαλικές τεχνικές» και τη «χαρακτηριστική μυρωδιά» των μαύρων ανθρώπων.

Σε άλλο σημείο είχε περιγράψει το Γκρίνουιτς Βίλατζ της Νέας Υόρκης ως «παραγκούπολη», υποστηρίζοντας ότι «μαύροι πυροβολούν ο ένας τον άλλον μπροστά». Η συγκεκριμένη φράση αφαιρέθηκε από την αγγλική μετάφραση της αυτοβιογραφίας της.

Αργότερα, η Κουσάμα ζήτησε συγγνώμη για τη συγκεκριμένες αναφορές, δηλώνοντας ότι «λυπάται βαθιά που χρησιμοποίησε προσβλητική και οδυνηρή γλώσσα» και ότι πρόθεσή της ήταν πάντοτε να προωθεί «την αγάπη, την ελπίδα, τη συμπόνια και τον σεβασμό για όλους τους ανθρώπους».




Δες και αυτό!