Για την (ομοφοβική) υπόθεση πλασμαφαίρεσης και τις «θεραπείες μεταστροφής» στην Ελλάδα

30/09/2026
Διαβάζοντας το κείμενο που έγραψε ο αγαπημένος μου Βασίλης Θανόπουλος για το ANTIVIRUS magazine, σχετικά με την καταγγελία που ήρθε στο φως της δημοσιότητας και αφορά πρόσωπο το οποίο φέρεται να δέχθηκε την προτροπή να υποβληθεί σε πλασμαφαίρεση προκειμένου «να μη γίνει ομοφυλόφιλος», προκαλεί εύλογο προβληματισμό όχι μόνο ως προς τις ενδεχόμενες ποινικές και ιατρικές προεκτάσεις της υπόθεσης, αλλά και ως προς ένα λιγότερο συζητημένο νομικό ζήτημα, το εάν μπορεί μια τέτοια συμπεριφορά να εμπίπτει στις διατάξεις του Ν. 4931/2022 για την απαγόρευση των πρακτικών μεταστροφής ακόμη και όταν το θύμα δεν είναι ομοφυλόφιλο.

Γράφει η Άννα Απέργη Κωνσταντινίδη*

Το ερώτημα αυτό, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς, σύμφωνα με τα όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, ο καταγγέλλων δηλώνει ότι είναι ετεροφυλόφιλος και ότι ουδέποτε εξέφρασε οποιαδήποτε ανησυχία σχετικά με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου του. Αντιθέτως, όπως ισχυρίζεται, βρέθηκε αντιμέτωπος με ισχυρισμούς ότι διαθέτει «θηλυκότητα», ότι κινδυνεύει να «γίνει ομοφυλόφιλος» στο μέλλον και ότι απαιτείται συγκεκριμένη θεραπευτική παρέμβαση για να αποτραπεί αυτή η εξέλιξη.

Ας δούμε όμως το τι προβλέπει η νομοθεσία:

Ο Ν. 4931/2022 αποτέλεσε σίγουρα μια σημαντική νομοθετική τομή για την προστασία των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στην Ελλάδα. Στο άρθρο 1 ορίζει ως «πρακτικές μεταστροφής»: «Κάθε μεταχείριση που αποσκοπεί να μεταβάλει ή να καταστείλει τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα ή την έκφραση φύλου».

Πρόκειται για έναν ορισμό ιδιαίτερα ευρύ θα έλεγα, ο οποίος εστιάζει πρωτίστως στον σκοπό της παρέμβασης και όχι στην πραγματική ταυτότητα του προσώπου που την υφίσταται. Με άλλα λόγια, ο νόμος δεν φαίνεται να απαιτεί ότι το πρόσωπο πρέπει όντως να είναι ΛΟΑΤΚΙ+. Αυτό που ενδιαφέρει είναι αν κάποιος επιχειρεί να μεταβάλει ή να καταστείλει χαρακτηριστικά που ο ίδιος θεωρεί ότι σχετίζονται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα ή την έκφραση φύλου του άλλου προσώπου.

Αυτή η συγκεκριμένη διάσταση έχει ιδιαίτερη σημασία στην υπό εξέταση περίπτωση. Εάν αποδειχθεί ότι ένας επαγγελματίας ισχυρίστηκε πως ένας άνθρωπος παρουσιάζει στοιχεία «θηλυκότητας», ότι υπάρχει «κίνδυνος» να «γίνει» ομοφυλόφιλος και ότι απαιτείται κάποια θεραπεία για να αποφευχθεί αυτό το ενδεχόμενο, τότε η ουσία της παρέμβασης δεν αφορά μια πραγματική ιατρική ανάγκη, αλλά την αποτροπή μιας υποτιθέμενης μελλοντικής σεξουαλικής ή έμφυλης έκφρασης.

Η συμπεριφορά αυτή προσεγγίζει τον πυρήνα αυτού που διεθνώς αναγνωρίζεται ως πρακτική μεταστροφής, δηλαδή την προσπάθεια διόρθωσης, εξάλειψης ή πρόληψης χαρακτηριστικών που συνδέονται με τη σεξουαλική ή έμφυλη ταυτότητα ενός προσώπου.

Από νομική άποψη επομένως, αν και δεν είμαι νομικός, κατά την γνώμη μου θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η προστασία του νόμου δεν αφορά μόνο τα ΛΟΑΤΚΙ+, αλλά και όσα άτομα στοχοποιούνται ως ΛΟΑΤΚΙ+ ή παρουσιάζονται από τρίτους ως έχοντες δήθεν χαρακτηριστικά που πρέπει να «διορθωθούν».

Εδώ θα πρέπει να πως ότι στο δίκαιο των διακρίσεων άλλωστε είναι πολύ γνωστή η έννοια του «αποδιδόμενου ή αντιλαμβανόμενου χαρακτηριστικού». Η λογική αυτή σημαίνει ότι η προστασία ενεργοποιείται όχι μόνο όταν ένα πρόσωπο διαθέτει πράγματι ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό, αλλά και όταν υφίσταται δυσμενή μεταχείριση επειδή κάποιος άλλος πιστεύει ότι το διαθέτει.

Αντίστοιχα, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ακόμη και ένα ετεροφυλόφιλο άτομο μπορεί να αποτελέσει θύμα πρακτικής μεταστροφής εφόσον κάποιος επιχειρεί να καταστείλει αυτό που ο ίδιος αντιλαμβάνεται ως πιθανή ομοφυλοφιλία, «θηλυκότητα» ή μη συμμόρφωση με τα παραδοσιακά στερεότυπα του φύλου. Η ουσία λοιπόν θα έλεγα ότι βρίσκεται στην επιδιωκόμενη αλλαγή και όχι στην πραγματική κατάσταση του προσώπου.

Επομένως, εφόσον τα καταγγελλόμενα γεγονότα επιβεβαιώνονταν μέσω μαρτυριών ή άλλων αποδεικτικών στοιχείων, θα μπορούσε να τεθεί προς διερεύνηση το ενδεχόμενο εφαρμογής των διατάξεων περί πρακτικών μεταστροφής.

Επίσης, ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι ο νόμος δεν περιορίζεται μόνο σε ψυχοθεραπευτικές ή συμβουλευτικές πρακτικές. Χρησιμοποιεί τον όρο «κάθε μεταχείριση», γεγονός που επιτρέπει μια ευρύτερη ερμηνεία ως προς τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη του παράνομου σκοπού. Εάν, δηλαδή, μια ιατρικού τύπου πράξη ή διαδικασία παρουσιάζεται ως μέσο πρόληψης ή εξάλειψης της ομοφυλοφιλίας, της έκφρασης ή της ταυτότητας φύλου ενός ατόμου, τότε θα μπορούσε να εξεταστεί κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του νόμου.

Η συγκεκριμένη υπόθεση αναδεικνύει επίσης και ένα βαθύτερο πρόβλημα, ότι οι πρακτικές μεταστροφής δεν ξεκινούν από κάποια δήθεν θεραπευτική μέθοδο, αλλά από την ψευδή και αντιεπιστημονική παραδοχή ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός, η έκφραση ή η ταυτότητα φύλου, αποτελούν παθολογικές καταστάσεις που χρήζουν «διόρθωσης». Όταν δημόσια πρόσωπα, επαγγελματίες ή φορείς λοιπόν αναπαράγουν τέτοιου είδους αντιεπιστημονικούς ισχυρισμούς περί «διόρθωσης», «πρόληψης» ή «αλλαγής» της ομοφυλοφιλίας, δημιουργούν ακριβώς το έδαφος πάνω στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν τέτοιες πρακτικές εκμετάλλευσης και εξαπάτησης.

Τελικά, η συγκεκριμένη καταγγελία ίσως αποτελέσει την αφορμή για να εξεταστεί, για πρώτη φορά με τόσο άμεσο τρόπο, πόσο ευρύ είναι στην πράξη το πεδίο εφαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας κατά των πρακτικών μεταστροφής και κατά πόσο οι αρμόδιες αρχές είναι διατεθειμένες να αξιοποιήσουν τα εργαλεία που ήδη διαθέτουν για την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της αυτοδιάθεσης κάθε προσώπου.

*Η Άννα Απέργη Κωνσταντινίδη είναι Special Advisor/Trainer στο Diversity Charter Greece




Δες και αυτό!