Μια αρμαθιά παιδιά, και λέω παιδιά γιατί στα πρόσωπα όλων τους, ανεξαρτήτως ηλικίας, μπορούσες να διακρίνεις εκείνο το… άνοιγμα των ματιών, όπως όταν -όντας παιδιά- τ’ ανοίγαμε διάπλατα μπροστά στο εκκωφαντικά μεγαλύτερο από μας απροσδόκητο γεγονός. Τότε που αυτό που αντικρίζαμε στεκόταν εκεί μπροστά μας, με το μέγεθός του να σκιάζει το χώρο ολόγυρά μας, σπέρνοντας σκοτάδι.

ακολουθεί διαφήμιση...

Έτσι, μ’ ολοστρόγγυλα κι ορθάνοιχτα τα μάτια τους, στεκόντουσαν όρθια, σχεδόν όλα, στη μέση μιας πλατείας του κέντρου της πόλης. Εκεί που λίγο πριν, έγινε αυτό που ήταν «αδύνατο» (στην παιδική ψυχή και το μυαλό τους) να γίνει. Πόσο πριν; Κανένα δεν φαινόταν να έχει την ακριβή αίσθηση του χρόνου, μιας κι αυτό που έγινε ήταν συνεχώς εδώ, εξακολουθούσε να γίνεται, μπροστά τους και μέσα τους.

Το «αδύνατον να γίνει» ήταν ένα άλλο παιδί, αλλά τόσο ίδιο μ’ αυτά, να δολοφονείται μέρα μεσημέρι, στο κέντρο της πόλης, με τον πιο βάναυσο και κτηνώδη τρόπο, μπροστά στα μάτια άλλων «ανθρώπων». Και λέω «ανθρώπων», καθώς στα μάτια εκείνων των πλασμάτων που έβλεπαν να γίνεται μπροστά τους αυτό το φονικό, δεν υπήρχε καμιά λάμψη, κανένα άνοιγμα, καμιά έκπληξη… Τίποτα δηλαδή παιδικό. Κι ο «άνθρωπος» που έχει χάσει κάθε ίχνος της παιδικής του ψυχής, έχει χάσει κι αυτή την ίδια την ανθρωπινότητά του…

Εκεί λοιπόν στο κέντρο, στην παγωμένη πλατεία, στέκονταν σε μικρές ή πιο μεγάλες ομάδες. Ή σε ζευγάρια. Κανένα πάντως μόνο του. Και λίγο -ή πολύ- πιο κοντά απ’ ότι στη συνηθισμένη τους ζωή. Αυθόρμητα, σαν η απόσταση να χάθηκε. Η απόσταση σωμάτων, συναισθημάτων, μυαλών, ψυχών. Όπως κι η απόσταση ανάμεσα στο «αδύνατον να γίνει» και στο «έγινε»…

Γι’ αυτό κι η σαστισμάρα σε κάθε νέα άφιξη, σε κάθε νέο πλησίασμα. Μέχρι ν’ ανοίξει μια αγκαλιά ή και περισσότερες, και τότε η ετερότητα να χαθεί, κι η ενότητα να αφήσει να κυλήσουν δάκρυα, κυρίως βουβά, από ένα ψυχικό κέντρο βαθύ, τόσο πυρηνικό, που ν’ αγγίζει την ίδια την ενότητα των πάντων. Αυτή δηλαδή την ίδια τη ζωή.

Κι ύστερα κι άλλη σαστισμάρα. Και βουβαμάρα. Μόνο τα μάτια να κοιτάζονται, γυαλιστερά. Το στόμα αμήχανα κλειστό, σφιχτά τα χείλη. Λες κι άμα άνοιγαν, με την εισπνοή του αέρα εντός, ένα κύμα δακρύων θα ξεσπούσε εκ νέου, ίσως πιο ορμητικό κι από πριν.

Ένα μικρό κούνημα του κεφαλιού πάνω-κάτω («σε καταλαβαίνω, έτσι είναι, κι εγώ έτσι νιώθω…»), κι άλλο ένα δεξιά-αριστερά («δεν το πιστεύω, δεν ξέρω πώς έγινε τούτο το κακό…») συμπληρώνουν τις λεκτικές σιωπές. Γιατί τα σώματα κι οι ψυχές των παιδιών ούτε στιγμή δεν σταματούν να μιλούν, να επικοινωνούν όλα όσα ένιωσαν και νιώθουν, απ’ την πρώτη στιγμή μέχρι και τώρα (και αύριο και πάντα), αναλλοίωτα. Στην αρχή έκπληξη και σαστισμάρα («είναι αδύνατον, δεν μπορεί…»). Κι ύστερα όλα τ’ άλλα, με πιο κυρίαρχα τη θλίψη, την οργή, το φόβο…

Εκεί ήταν όλα αυτά τα συναισθήματα. Εναλλασσόμενα, αλληλοκαλυπτόμενα, επαναλαμβανόμενα. Όπως σ’ όλα τα πένθη άλλωστε, θα έσπευδε ίσως κάποιος να πει… Μα τούτο το πένθος που ζουν αυτά εδώ τα -μικρά και μεγάλα- παιδιά, καθώς κι όλα τα άλλα παιδιά σαν και τούτα, που αντίκρισαν τη βαρβαρότητα στην πιο ακραία της μορφή -αυτή ενός δολοφονικού λιντσαρίσματος- μέσα από έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα, από τα κοινωνικά δίκτυα κι από τις βάναυσες οθόνες, έχει κάτι το διαφορετικό.

Η βίωση αυτού του πένθους έχει μια πολύ ιδιαίτερη μορφολογία. Και τοποθεσία. Αγγίζει επίπεδα βαθιά, ενδοπροσωπικά. Και ταυτόχρονα διεγείρει μνήμες, εικόνες, τραύματα και βιώματα συλλογικά, υπαρξιακά, αρχετυπικά. Επίπεδα, δηλαδή, ψυχικά που υπερβαίνουν ένα ατομικό-προσωπικό βίωμα και αγγίζουν -συντριπτικά- μια κεντρική, πυρηνική έδρα ασφάλειας, εμπιστοσύνης, ζωής.

Περνώντας από παρέα σε παρέα, από μάτια σε μάτια, από άγγιγμα σε άγγιγμα, από αγκαλιά σε αγκαλιά βιώνω ολόκληρο το παραπάνω βίωμα, το ταυτόχρονα δικό μου και δικό μας. Υλικό ασύνειδο εκλύεται από μέσα μου, χωρίς να μπορώ να το ελέγξω, να το οργανώσω, ούτε καν να το ταυτοποιήσω. Μνήμες, εμπειρίες, τραύματα, δικά μου; δικά του; δικά μας;

Όλοι οι γνωστοί μου ατομικοί μηχανισμοί προστασίας, ακόμη κι εκείνοι που είναι στέρεοι μέσα μου μετά από τρεις σχεδόν δεκαετίες άσκησης του ψυχοθεραπευτικού έργου, τώρα, εδώ, μπροστά σ’ αυτό το φριχτό τέλος της ζωής, καθίστανται ανενεργοί. Ένα τοξικό κοκτέιλ θλίψης, θυμού, φόβου, οργής, απόγνωσης, αδιεξόδου μπροστά στο αναπόδραστο του θανάτου ρέει ανεξέλεγκτα.

Κι έτσι, μην έχοντας τίποτα (απ’ τα γνωστά) να κάνω, αφήνομαι να το ζω όλο αυτό. Να ανασαίνω και να βλέπω. Κι είναι τότε μόνο που μια άλλη ματιά, ένα άλλο βλέμμα αρχίζει να βλέπει. Παρατηρώ το σώμα μου, τις συσπάσεις του κορμιού μου, τα συναισθήματα και τις σκέψεις μου καθώς εκδηλώνονται. Τα βλέπω να με κατακλύζουν. Κι ύστερα, σε κάθε κοίταγμα – νεύμα – άγγιγμα – αγκαλιά… να μοιράζονται, να καταλαγιάζουν. Κι ύστερα όλα πάλι πάνω μου και μέσα μου. Κι ύστερα πάλι μοίρασμα. Και μαζί.

Με ρώτησες: «Τι θα κάνουμε τώρα, Βαγγέλη*;».

Και σου ‘πα, χωρίς καλά-καλά να καταλάβω ποιος μιλά: «Τώρα πάρε με μια αγκαλιά. Κι ύστερα, στην πορεία (σ’ αυτή και σ’ όλες τις επόμενες) κράτα μου το χέρι. Να προχωρήσουμε. Μαζί…».

* Ο Βαγγέλης Κοσμάτος είναι ψυχολόγος – ψυχοθεραπευτής, ειδικός σε θέματα φύλου. Κι αυτές τις μέρες περπάτησε -και συνεχίζει να περπατά- στα μονοπάτια μιας ολόκληρης κοινότητας ανθρώπων (χωρίς εισαγωγικά).


κεντρική φωτογραφία: tovima.gr