Παραμονές Χριστουγέννων είναι μια εύστοχη στιγμή για την επανακυκλοφορία σε ψηφιοποιημένη μορφή της τρίτης ταινίας του Ρένου Χαραλαμπίδη, που είχε αρχικά κυκλοφορήσει το 2005 μεταφέροντας στο πανί το ομότιτλο μυθιστόρημα του Πέτρου Τατσόπουλου (1984).

της Δήμητρας Κυρίλλου 

Ο λόγος είναι ότι η ταινία εκτυλίσσεται σε μια Χριστουγεννιάτικη και εορταστική Αθήνα, που αποτελεί ηθελημένα έντονη αντίθεση στην ιστορία που θέλει να αφηγηθεί αυτή η γλυκόπικρη μαύρη-noir κωμωδία και στην μελαγχολική ψυχοσύνθεση των ηρώων της. Σε εικαστικό επίπεδο το αποτέλεσμα λειτουργεί θαυμάσια, ωστόσο το όλο εγχείρημα είναι άνισο και προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα στη θέαση. Η «Καρδιά του κτήνους» ακολούθησε το πολύ ελπιδοφόρο ξεκίνημα του δημιουργού με τις ταινίες «No budget story» (1997) και «Φτηνά τσιγάρα» (2000), που επιχειρούσαν να μεταφέρουν το «φευγάτο» σύμπαν των ηρώων του Τζιμ Τζάρμους στην Ελληνική urban πραγματικότητα. 

Το στόρι

Ο αφηγητής και κεντρικός ήρωας με το αλλοπρόσαλλο όνομα Στέφανος Τζουτζές απολύεται κατά λάθος από το στρατό, ως προστάτης μιας οικογένειας που δεν υπάρχει. Η μητέρα του έχει μόλις αποδημήσει εις Κύριον, αφήνοντάς του ένα σωρό οικονομικές υποχρεώσεις, αλλά και μια υψηλή για τα δεδομένα αυτοεκτίμηση, που κατά βάση συνοδεύεται από συστηματική υποτίμηση των άλλων ανθρώπων. Και γιατί όχι; Με σπουδές φιλοσοφίας, μεταπτυχιακά στη Βιέννη, και με το παρουσιαστικό του Ρένου Χαλαμπίδη που τον υποδύεται, ο Στέφανος έχει αέρα στα πανιά του, το μόνο που θέλει να ξεφορτωθεί από πάνω του είναι το «φλώρικο» επώνυμό του. Σύντομα όμως η αυτοπεποίθησή του θα δεχτεί σοβαρά πλήγματα: Η αγαπημένη του (την οποία θεωρούσε «του χεριού του»), τον έχει παρατήσει και νταραβερίζεται απροκάλυπτα με κάποιον άλλο, ενώ τα ζηλευτά ακαδημαϊκά του προσόντα δεν του αποφέρουν θέση εργασίας ούτε ως κλητήρα. Εν τω μεταξύ οι οικονομικές υποχρεώσεις σφίγγουν.

Όταν τον προσεγγίζουν δυο παλιοί συμμαθητές απ’το λύκειο και του προτείνουν πιεστικά να λάβει μέρος σε μια θεωρητικά εύκολη ληστεία, αρχικά διστάζει. Από τη μιά ο λούμπεν Τσακίρης (πολύ καλή η ερμηνεία του Γιώργου Βουλτζάτη), διαβόητος νταής, αποπεμφθής από το σχολείο, πρώην τρόφιμος φυλακών έχει εξελιχθεί σε μικρομεσαίο άνθρωπο της νύχτας και διατελεί υπεύθυνος στο σκυλάδικο «Brazil». Από την άλλη ο εκλεπτυσμένος Άρης, επαναστάτης των εφηβικών χρόνων και πρώην πρότυπο του Στέφανου, αφού πέρασε από ομοερωτικές αναζητήσεις σε επιλογές προσωπικού lifestyle, καθήλωσε τον εαυτό του στην ανιαρή θέση του ταμία τράπεζας (ναι, αυτής που πρόκειται να ληστευθεί). 

Αμφίσημοι χαρακτήρες

Τα κεντρικά πρόσωπα έχουν βάθος και ενδιαφέρον. Ο Στέφανος/Ρένος στο ρόλο του αφηγητή διαθέτει την αμηχανία και τον (αυτο)σαρκασμό που ταιριάζει στον αντιφατικό του χαρακτήρα και στην εικόνα που έχει δομήσει για τον κόσμο. Ως «υπεράνω» νομίζει ότι μπορεί να κυριαρχήσει, όμως η πραγματικότητα έχει διαφορετική γνώμη και του βγάζει διαρκώς τη γλώσσα. Μήπως το επώνυμό του τελικά δεν είναι και τόσο τυχαίο; «Ο καθένας έχει το όνομα που του αξίζει», αποφαίνεται  προς το τέλος παραφράζοντας το γνωστό απόφθεγμα κάποιων γιγάντων της πολιτικής.  

Οι άλλοι δυο βασικοί χαρακτήρες διαθέτουν αμφισημία που τους προστατεύει από το να γίνουν γραφικοί. Ο Τσακίρης είναι γνήσιος λούμπεν, όσο ένας πρόδρομος των ηρώων του Γιάννη Οικονομίδη και ο Άρης χάρη και στην ερμηνεία του Μάνου Βακούση, όσο σκοτεινός χρειάζεται για να βγάλει με τον τρόπο του το κτήνος που κουβαλάμε όλοι μέσα μας. «Είσαι ενας λογικός άνθρωπος, Άρη! Είσαι ενα κτήνος!»

Η εορταστικά στολισμένη Αθήνα είναι ένα από τα αβαντάζ της ταινίας. Η κίνηση μέσα στο πλήθος, το καρουσέλ που σβήνει σε σέπια κάνει συνειρμό με το μίνι καρουσέλ-παιχνίδι στο προσκέφαλο του ρομαντικού ήρωα που κουράστηκε να είναι ρομαντικός.

Αδυναμίες

Τα αδύναμα σημεία κατά τη γνώμη μας εντοπίζονται στους δευτερεύοντες ρόλους, που ωστόσο είναι σημαντικοί, καθώς συνθέτουν το κοινωνικό φόντο της ταινίας. Εκεί θα μπορούσαν να αποφευχθούν χοντροκοπιές που επιχειρούν να βγάλουν γέλιο αλλά στην ουσία αφαιρούν αξία από το όλο εγχείρημα. Ο καραβανάς -Γιάννης Μποσταντζόγλου και ο  μπάτσος-Γιάννης Ζουγανέλης είναι πετυχημένες καρικατούρες αυτών που υποδύονται. 

Όμως είναι προβληματικό το γεγονός ότι η νυχτερινή Αθήνα συρρικνώνεται σε καρικατούρες από ξαναμμένα ή/και ανόητα θηλυκά, έξαλλες αδελφές (ακόμα κι αν τις αντιπροσωπεύει ο αγαπημένος Σπύρος Μπιμπίλας) και έναν νάνο-έμπορο κοκαϊνης με το όνομα Μίκι Μάους…

Δεν είναι ζήτημα πολιτικής ορθότητας αλλά αφηγηματικής ουσίας. Ενώ ο αυτοσαρκασμός είναι πολύτιμος, η πλάκα εις βάρος των άλλων και μάλιστα των συνηθισμένων στόχων της καθεστηκυίας κανονικότητας ανοίγει την πόρτα σε σεξιστικά μηνύματα και έναν «ανέμελο» μισογυνισμό που τελικά δεν αξίζει στη συγκεκριμένη κινηματογραφική απόπειρα. Μπορεί το πρωτότυπο είδος του νουάρ να περιλάμβανε σκοτεινές εικόνες υποκόσμου και μοιραίων γυναικών, όμως η αναβίωσή του πενήντα και χρόνια αργότερα οφείλει να επιχειρήσει έναν αναστοχασμό στο πώς απεικονίζεται το φύλο, ο σεξουαλικός προσανατολισμός, η φυλή.

Η ψηφιακή επανέκδοση της «Καρδιάς του κτήνους» από την πλατφόρμα Cinobo έχει τη δυνατότητα να ανοίξει και μια τέτοια συζήτηση.