Παρακολουθώντας τη συνέντευξη της Βάνας στον Αντώνη, δυο ερωτήσεις διαπερνούν τα όποια εγκεφαλικά κύτταρα διαθέτω: πρώτον «γιατί τα λέει αυτά η Βάνα» και δεύτερον «γιατί ο Αντώνης μπαίνει στη διαδικασία να τη ρωτήσει.»

Ίσως, ένας ειδικός στη ρητορική του λόγου να μπορέσει να μας απαντήσει για ποιον λόγο η Βάνα εκφράζεται τόσο ακραία και συνάμα αντιφατικά σε πολλά σημεία. Πάντως, αν προσπαθήσεις να ακολουθήσεις τον ειρμό της σκέψης και την ανάπτυξη των επιχειρημάτων, απλά «θα το κάψεις.» Αν κάτσεις να δεις όλη τη συνέντευξη, απλά θα βγεις «νοκ άουτ». Αν θελήσεις να αναλύσεις τις αντιφάσεις, θα οδηγηθείς σε αδιέξοδο.

Η Βάνα έχει εκφράσει τον κακοποιητικό της λόγο εναντίων των θυμάτων πολλάκις μέσα από τα social media. Τι προσέφερε, λοιπόν, αυτή η συνέντευξη; Αν όχι μια ακόμα αναπαραγωγή και ανακύκλωση των λεγομένων της;

Η Βάνα όμως δε θέλησε μόνο να εκφράσει  ξανά τις «απόψεις της» θέλησε επιπλέον να απαγορέψει σε όλους εμάς να εκφράζουμε τις απόψεις μας στα social media. Λέει πως κάνουμε κακό στη δικαιοσύνη. Ως νέα «Κυριακός Μητσοτάκης» (τα social media κάνουν κακό στη δημοκρατία), η ηθοποιός πιστεύει ότι η δικαιοσύνη επηρεάζεται σε τέτοιο βαθμό από τα social media που χάνει την ορθή της κρίση.

Και θα μου πεις, γιατί ασχολείσαι με τη γραφική Βάνα; Ποιος την ακούει; Αγάπη μου, όταν κάποιο άτομο καταλαμβάνει χώρο και χρόνο στα ΜΜΕ, το ακούς αναγκαστικά. Ο τηλεοπτικός χρόνος είναι μια κατασκευή. Αυτοί που τον κατασκευάζουν φέρουν ευθύνη. Η συνεχής αναπαραγωγή των λεγομένων της εγκαθιδρύει μια και καλά «άποψη» η οποία αμφισβητεί ευθαρσώς τις καταγγελίες των θυμάτων. Ενώ ταυτόχρονα ενοχοποιεί όποιο θύμα θελήσει να μιλήσει σε ύστερο χρόνο από κάποια κακοποιητική πράξη. Αυτά τα λεγόμενα δε συνιστούν «άποψη». Συνιστούν κακοποιητική συμπεριφορά εις βάρος των οποιονδήποτε θυμάτων.

Εν τέλει, η κουβέντα χάνει κάθε ειρμό και λογική συνάφεια, αφού όταν ο δημοσιογράφος της λέει:

«κι εσύ προτρέχεις, λες ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος είναι αθώος.»

Η απάντηση που έρχεται σε αποσβολώνει:

«Το λέω από ένστικτο, από μια μεταφυσική κατάσταση, από μια ανόητη αν θέλετε πεποίθηση που κουβαλάω μέσα μου και θα αποδειχτεί αν κι εγώ έχω δίκιο ή όχι»

Κρατάω τη φράση «ανόητη πεποίθηση» και αναρωτιέμαι γιατί κάποιο άτομο έχει το δημόσιο βήμα να μας εκφράζει την «ανόητη πεποίθηση» του; Ποιες είναι οι ευθύνες των δημοσιογράφων από την στιγμή που ξέρουν που πάνε να πάρουν συνέντευξη; Όταν ξέρουν ποιο άτομο ρωτάνε. Κι εδώ έρχονται οι κλασικές μου απορίες «γιατί χρειάζονταν διευκρίνιση διάρκειας μιας ώρας οι “απόψεις” της Βάνας ;» ή «γιατί να ρωτήσει ο Χατζηνικολάου τον Σπανουδάκη ποια είναι η γνώμη του για την ομοφυλοφιλία;» ή «γιατί το “Πρωινό” να στείλει κάμερα στον Μπογδάνο και να τον ρωτήσουν για την Eurovision, προσφέροντας του τηλεοπτικό χώρο να κάνει ομοφοβικά, τρανσφοβικά και body shaming σχόλια;»

Για να γίνει ντόρος και να κάνουν νούμερα είναι η γρήγορη απάντηση. Ναι, αλλά έτσι οι δημοσιογράφοι νομιμοποιούν άτομα τα όποια εκφράζονται κακοποιητικά μασκαρεύοντας τον κακοποιητικό τους λόγο σε «άποψη». Δεν είναι «άποψη» ο κακοποιητικός λόγος της Βάνας προς τα θύματα. Και από ένα σημείο και μετά η ευθύνη μεταφέρεται ολόκληρη στον δημοσιογράφο και όχι στο άτομο που εκφράζεται με αυτό τον τρόπο.

Στο μεταπτυχιακό (Επικοινωνία και ΜΜΕ στο ΕΚΠΑ) αντί να κάνω διπλωματική για τον Αλμοδόβαρ έκανα για το Ζεϊμπέκικο. Στη δραματική σχολή («δήλος» - Δήμητρα Χατούπη) αντί να παίξω την Πατρόνα έπαιζα τον Καπετάνιο. Γράφω μπας και θυμηθώ κάτι από το ταμπεραμέντο της παιδικής ηλικίας, εκείνου του αγοριού που φόραγε τα τακούνια της μαμάς και έπαιζε με τη barbie και τη bibibo. Αγαπημένη μου φράση: «Ο καθωσπρεπισμός και οι νοικοκυραίοι μου μαύρισαν την ψυχή. Ευχαριστώ, δε θα πάρω.»