Πρόκειται για μία από τις πιο εμπορικές τραγουδίστριες στη χώρα μας και ένα από τα πιο πολυσυζητημένα πρόσωπα του ελληνικού lifestyle. Όλα αυτά, όμως, είναι λίγο πολύ γνωστά. Αυτό που δεν είναι γνωστό είναι ότι η Δέσποινα Βανδή χρειάστηκε να διεκδικήσει την ταυτότητά της ως τραγουδίστρια, ότι αντιλαμβάνεται τη ρευστότητα της σεξουαλικότητας αλλά και ότι ενοχλείται ιδιαίτερα, όταν ακούει ομοφοβικά σχόλια.

Ας ξεκινήσουμε με μια ανάμνησή σου από το σχολείο.

Εγώ στο δημοτικό να τραγουδάω και να κερδίζω το πρώτο βραβείο. Ήταν ένα χαρτί που έγραφε: «Εύγε για τη φωνούλα σας». Τότε πίστευα πως θα γινόμουν δασκάλα.

Antivirus Magazine Cover 95 Despoina Bandi
H συνέντευξη της Δέσποινας Βανδή δημοσιεύτηκε στο Antivirus 95

Και τελικά πώς ασχολήθηκες με το τραγούδι;

Στην αρχή δεν ήταν ότι το κυνήγησα, απλώς κάνοντας διάφορες δουλειές ως φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη, βρέθηκα σ’ ένα περιβάλλον όπου με άκουσε κάποιος και μου είπε: «Έχω έναν γνωστό πιανίστα, δεν πας να σε ακούσει;». Πήγα στην οντισιόν και με πήραν. Ακόμη και τότε δεν είχα στο μυαλό μου ότι θα γινόμουν τραγουδίστρια. Θυμάμαι να βγάζω περισσότερα χρήματα. Από το δεύτερο έτος της σχολής μου ανέλαβα και τον εαυτό μου. Όλο το πρώτο έτος, έτρωγα στη φοιτητική λέσχη. Δεν είχα λεφτά, ήμουν δύσκολα οικονομικά. Οπότε με το που το κάνω αυτό, απαλλάσσω και τους γονείς μου από τον οποιοδήποτε οβολό μου έδιναν. Βρέθηκα, λοιπόν, να τραγουδάω στη Θεσσαλονίκη μέσα σε αυτή τη μικρής κλίμακας κοινότητα που υπήρχε. Σε μια μαγιά ανθρώπων, όπως ο Ρέμος, η Θεοδωρίδου, η Πέτα κα., που μετά κατηφόρισαν στην Αθήνα, για να πάρει ο καθένας στον δρόμο του. Τότε ήμασταν μέσα σε ένα πολύ τοπικιστικό πνεύμα, πολύ ερασιτεχνικά με πολλή όμως αγάπη γι΄αυτό που κάνουμε. Να φανταστείς τους Αθηναίους τους βλέπαμε ως τους ανθρώπους που έρχονταν εδώ στη Θεσσαλονίκη για να μας πάρουν τις δουλειές. Άσε που τους σνομπάραμε αφόρητα. Πιστεύαμε πως οι Αθηναίοι είναι αυτοί που τραγουδούν στα σκυλάδικα και ότι εμείς εδώ κάνουμε τέχνη. (γέλια).

Ισχύει ότι επέλεξες το επίθετο «Βανδή», γιατί δεν ήθελες οι δικοί σου να μάθουν ότι έγινες τραγουδίστρια;

Όταν ξεκίνησα στη Θεσσαλονίκη να τραγουδάω, το έκανα κρυφά. Γιατί οι δικοί μου δεν ήταν φιλικοί προς αυτό το επάγγελμα. Το θεωρούσαν ευτελές. Ήταν δύο άνθρωποι, που κι αυτοί μεγαλωμένοι στην επαρχία είχαν άλλες προσλαμβάνουσες για το τί είναι ένας τραγουδιστής. Θα έλεγα πως η μάνα μου ήταν περισσότερο αρνητική και πίστευε πως οι τραγουδίστριες είναι ελαφρών ηθών γυναίκες. Δεν ήξερε. Οπότε, όταν αποφάσισα να μπω στη νύχτα (τη βρώμικη όψη του 24ώρου, όπως το έβλεπαν), άλλαξα το επίθετο για να μην με ανακαλύψουν. Το Βανδή βέβαια μου το έβγαλε ο κ. Μάτσας.

φωτογραφία: Κώστας Αυγούλης

Η αποδοχή από τους δικούς σου πότε ήρθε;

Με τον πατέρα μου δεν είχα ποτέ θέματα. Μου συμπαραστάθηκε και μου είπε απλώς να προσέχω. Η μητέρα μου αποδέχθηκε όλο αυτό το πράγμα, όταν άκουσε να μιλούν με πολύ όμορφα λόγια για μένα. Αφού πια είχα μπει στη δισκογραφία.

Ήταν σημαντική για σένα η αποδοχή τους;

Φυσικά και τώρα που το συζητάμε θυμάμαι μια παλιά συνέντευξη που είχα διαβάσει, που έλεγε ότι: «Ο καλλιτέχνης αναζητά το χειροκρότημα, επειδή δεν έχει αγαπηθεί όσο θα ήθελε ως παιδί και θέλει την αποδοχή του κόσμου».

Νομίζω πώς πολύ συχνά αγχωνόμαστε για το πώς θα φανούν στους γονείς μας πράγματα που κάνουμε ή ταυτότητες που φέρουμε…

Ναι και γι’ αρκετό κόσμο εκεί έξω είναι μια επώδυνη διαδικασία αυτό το όποιο «coming out». Για κάποιους γίνεται σύντομα ενώ για άλλους πρέπει να περάσουν αρκετά χρόνια για να το κάνουν. Δε σου κρύβω πως έχω άτομα στο φιλικό μου περιβάλλον, που είναι γκέι και ακόμη δεν το έχουν πει στους γονείς τους και είναι πάνω από 40 ετών. Μπορεί να είναι μια επώδυνη διαδικασία ταυτόχρονα όμως είναι και απελευθερωτική, όταν συμβαίνει. Εδώ είναι σημαντικό να επισημάνουμε και κάτι άλλο. Γεννιόμαστε σε μια οικογένεια, που δεν την επιλέγουμε. Αυτό όμως που επιλέγουμε είναι ο τρόπος με τον οποίο θέλουμε να ζήσουμε. Και πρέπει να καταλάβουμε πως αυτή η ζωή είναι μόνο δική μας. To ότι γεννηθήκαμε δηλαδή σε μια συγκεκριμένη οικογένεια, δε σημαίνει ότι πρέπει να κάνουμε και τα χατίρια της. Αυτό που λέει και ο Γκαίτε: «Πρέπει να ζούμε για τον εαυτό μας». Ο εαυτός μας είναι αυτός που μας νοιάζει. Εμείς να είμαστε καλά. Αν μας αποδεχθούν ή όχι είναι δικό τους θέμα, όχι δικό μας.

Ως νέα τραγουδίστρια, η Δέσποινα Βανδή ήρθε αντιμέτωπη με περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης;

Δεν μου έχει τύχει κάτι σχετικό. Αυτό βέβαια δε σημαίνει και πως δεν συμβαίνουν. Σε αυτό το σημείο να πω, πως χαίρομαι πάρα πολύ που οι άνθρωποι και κυρίως οι γυναίκες αισθάνονται πια πιο ασφαλείς να μιλήσουν γι΄αυτά τα περιστατικά. Γιατί είναι λάθος αυτό που συμβαίνει όλα αυτά τα χρόνια. Μπορεί τόσο καιρό να μιλούσαμε για έμφυλη ισότητα αλλά ποτέ επί της ουσίας δεν είχαμε θίξει αυτά τα θέματα.

Θυμάμαι ένα τραγούδι που έλεγες με τίτλο «Κορίτσι πράμα».

«Στην κοινωνία ανδρών να μεγαλώνω από θαύμα» … Σκέψου ότι και τότε που το έγραφε ο Φοίβος, έλεγα πως ήταν ξεπερασμένο. Δεν ήταν.

φωτογραφία: Κώστας Αυγούλης

Στο διαδίκτυο διαβάζω πως η «Δέσποινα Βανδή είναι μία από τις πιο εμπορικές τραγουδίστριες στην Ελλάδα». Τι χρειάστηκε να κάνεις για να το καταφέρεις αυτό;

Ειλικρινά, δεν ξέρω. Δεν μπορώ να σου δώσω δηλαδή μια λίστα με δέκα πράγματα που έκανα. Νομίζω ότι ήταν ένας συγκερασμός πολλών πραγμάτων. Καταρχάς, ότι ζήσαμε – εμείς οι κάπως παλιότεροι – σε μια εποχή που πωλούνταν ακόμη δίσκοι. Επίσης, το ότι συναντηθήκαμε με τον Φοίβο, που είναι ένας εξαιρετικά ταλαντούχος συνθέτης, που έπιασε τον παλμό της εποχής. Έχει να κάνει και με το τι κουβαλάει ο καθένας, ως προσωπικότητα. Έχω δει ανθρώπους να κάνουν τεράστιες επιτυχίες και που μπορεί να απασχολήσουν για 2 -3 χρόνια και μετά να εξαφανιστούν. Δεν είχε πάντως τον χρωματισμό της αυτοθυσίας όλο αυτό το πράγμα, γιατί το διασκέδαζα τόσο πολύ και το αγαπούσα με τόσο πάθος και το αγαπώ ακόμη. Είδες χρησιμοποιώ και τον παρελθοντικό χρόνο, γιατί ήταν η προτεραιότητά μου το τραγούδι. Από την ώρα όμως που γεννιέται η Μελίνα και μετά ο Γιώργος, οι προτεραιότητές μου άλλαξαν. Φυσικά και με απασχολεί το τραγούδι και το αγαπώ, αλλά οι προτεραιότητές μου είναι άλλες τώρα.

Ο όρος «εμπορική» σ’ ενοχλεί;

Εμπορικό σημαίνει «πουλάω», απευθύνομαι σε πάρα πολύ κόσμο. Αυτό δεν είναι το ζητούμενο όλων; Δεν μ’ ενοχλεί, παρά μόνο αν κάποιος βάζει και δίπλα την ταμπέλα «φθηνός». Άκουσε να δεις ρε συ, παλιότερα έβλεπα ανθρώπους να κάνουν επιτυχία που στα αυτιά μου μπορεί να ήταν κακόηχη. Θυμάμαι να λέω στον εαυτό μου: «Καλά πώς γίνεται αυτό το πράγμα να απευθύνεται σε τόσο κόσμο;». Αντιστοίχως, μπορεί να υπήρχαν και άνθρωποι που να το είπαν και για εμένα. Αυτό που κρατάω τελικά είναι το «απευθύνεσαι», που σημαίνει ότι αιχμαλωτίζεις, κερδίζεις το συναίσθημα κάποιου. Και εκεί θα σταθώ. Έπαψα να είμαι επικριτική.

Θυμάμαι παλιότερα να ανοίγω την τηλεόραση – τότε που ο δημοσιογραφικός κιτρινισμός μεσουρανούσε στη μεσημεριανή ζώνη – και να παρατηρώ μια σχεδόν εμμονική ενασχόληση μαζί σου.

Ήταν ανεξέλεγκτο όλο αυτό για μια περίοδο. Έχουν ειπωθεί πράγματα, τα οποία δεν είχαν να κάνουν με τη δική μου αλήθεια. Ήταν μια εικόνα που όμως δεν ήμουν εγώ. Και μπορεί να με θύμωνε η ευκολία με την οποία ο καθένας μπορούσα να πάρει μια κόλλα χαρτί και να γράψει ό,τι του κατέβει στο κεφάλι. Κάποιες φορές ήταν πολύ σκληρό. Με τα χρόνια όμως έμαθα να διαφοροποιώ το τι πιστεύει ο άλλος για εμένα και το τι πιστεύω εγώ και να στέκομαι στην ουσία. Δεν προσπαθώ να αποδείξω το τι είμαι. Με ενδιαφέρει το να ξέρουν οι άνθρωποι που έχω επιλέξει να είναι γύρω μου το ποια είμαι. Ενδεχομένως να υπάρχει και λίγη δικαιοσύνη σε όλη αυτή τη διαστρέβλωση της πραγματικότητας, όταν υπάρχει τόση προβολή. Η έκθεση το κάνει αυτό το πράγμα.

Αισθάνθηκες ποτέ αδικημένη από όλ’ αυτό το θέμα της «κόντρας» που είχε δημιουργηθεί με την Άννα Βίσση;

Αρκετές φορές. Δε θέλω να σταθώ στο παρελθόν. Υπήρχε ένας υπόγειος ανταγωνισμός. Κινούμασταν πάνω κάτω σε ίδια μοτίβα. Σίγουρα για μένα η Άννα, όταν ξεκίνησα ήταν ένα πρότυπο στα πράγματα που έκανε. Ας πούμε ότι ήμουν μια μικρή της θαυμάστρια. Είναι σα να έρχεται ένα παιδί σήμερα και να θέλει να ακολουθήσει κάποια πράγματα, τα οποία ίσως να θαυμάζει σε εμένα. Πόσο μπορείς να μαλώσεις αυτό το παιδί; Ίσα ίσα αυτό σε κάνει και κολακεύεσαι περισσότερο. Δημιουργήθηκε όλο αυτό το πολύ μεγάλο πράγμα με μεγάλες ομάδες και κοινότητες που πίστευαν πως αν αγαπάς τη μία πρέπει να μισείς την άλλη και που νομίζω ότι ενδόμυχα θα ήθελαν να αγαπούν και τις δύο. Γιατί είδα πολύ κόσμο τελικά να απελευθερώνεται μετά από αυτό το ντουέτο. Φτου και ξελευτερία. Τόλμησαν επιτέλους να πουν «μου αρέσουν και οι δύο». Πάντως με την Άννα αισθάνθηκα από το πρώτο λεπτό πάρα πολύ όμορφα και ήταν αυτό που έχω ξαναπεί. Σαν όλο αυτό το πράγμα, το οποίο υπήρχε όλα αυτά τα χρόνια, μας έκανε να είμαστε γνώριμες από παλιά. Σαν να είχαμε σχέση. Σα να σαν ήμασταν δύο χαμένες αδερφές που ξαναβρέθηκαν.

Ας βάλουμε τη «διαφορετικότητα» στη συζήτησή μας.

Νομίζω ότι είναι η κατάλληλη στιγμή για να εκφράσω την ενόχληση μου, που ακόμη και σήμερα τίθενται ζητήματα αποδοχής διαφορετικότητας. Θα έπρεπε να τα έχουμε ξεπεράσει αυτά. Θα έπρεπε τα παιδιά μας να μεγαλώνουν ήδη σε μια κοινωνία, που οποιαδήποτε ταυτότητα (σεξουαλική, φύλου ή όποια άλλη), οποιοδήποτε χαρακτηριστικό σου δε θα σε προσδιορίζει. Συγνώμη δηλαδή, σε προσδιορίζει εσένα το ότι έχεις καστανά μάτια ή ξανθά μαλλιά; Όχι! Γιατί πρέπει όμως να σε προσδιορίζει, για παράδειγμα, το ότι είσαι γκέι; Εγώ είμαι 1,68. Είναι σαν να με βάζει κάποιος να απολογούμαι για το ύψος μου ή για τα κιλά μου. Είμαστε αυτοί που είμαστε και δεν επιδέχεται καμία διαπραγμάτευση ούτε συζήτηση ούτε τίποτα.

Θα ήθελα να μου διηγηθείς μια ιστορία σου, που να δείχνει το τρόπο που αντιλαμβάνεσαι αυτή τη διαφορετικότητα.

Όταν ο γιος μου ήταν γύρω στα έξι, θυμάμαι κάποια στιγμή που αναρωτήθηκε για ένα φιλικό μας γκέι ζευγάρι, που είχε καιρό να δει μαζί. Συγκεκριμένα, με ρώτησε αν έχουν χωρίσει; Μου μίλησε με τέτοια φυσικότητα. Δεν πέρασε ποτέ από το στάδιο να χρειαστεί κάποιες επιπλέον εξηγήσεις για να καταλάβει. Μου άρεσε τόσο πολύ όταν το άκουσα αυτό, γιατί κατάλαβα πως στο παιδί μου δεν υπάρχουν ερωτηματικά. Αντιλαμβάνεται τη φυσικότητα του όλου θέματος. Το αναγνώρισα ως μια προσωπική μου νίκη ως μητέρα.

Σε νοιάζει αυτό; Να ενημερώνεις τα παιδιά σου γύρω από θέματα σεξουαλικότητας, διαφορετικότητας, κλπ.;

Σαφώς. Δε θέλω να μεγαλώσουν με ταμπού. Δε θέλω να διαχωρίζουν τους ανθρώπους για το οτιδήποτε. Όπως, επίσης, δε θέλω να αισθανθούν ενοχές σε περίπτωση που εμπίπτουν και τα ίδια σε αυτό που ονομάζουμε διαφορετικότητα. Θέλω τα παιδιά μου να είναι ευτυχισμένα. Κι ευτυχισμένος είναι ένας άνθρωπος, όταν βρίσκει την ταυτότητά του και την αποδέχεται. Θα συμπορευόμουν μαζί τους στο οτιδήποτε.

Μου είπες πριν ότι έχεις άτομα στο φιλικό σου περιβάλλον, που ακόμα δεν έχουν κάνει coming out. Εγώ θα σε πάω τώρα σ’ έναν άλλο φίλο σου, τον Γιώργο Καπουτζίδη, που μίλησε δημόσια για τη σεξουαλική του ταυτότητα.

Ο Γιώργος έκανε την αρχή και πολύ καλά έκανε. Θα πρέπει δυστυχώς να μεσολαβήσουν πολλοί Γιώργηδες για να μπει στο υποσυνείδητό μας, να μην αποτελεί είδηση η σεξουαλικότητά ενός ανθρώπου. Να μιλάνε οι άνθρωποι, να εκτίθενται. Γιατί αυτοί που πρέπει να ντρέπονται είναι οι άλλοι. Νομίζω πως κι όλα αυτά που συμβαίνουν τις τελευταίες μέρες, μας δείχνουν ότι υπάρχουν τέρατα εκεί έξω, που κρύβονται πίσω από μια ωραία εικόνα.

φωτογραφία: Κώστας Αυγούλης

«Τα πράγματα που μας χωρίζουν είναι περισσότερα από αυτά που μας ενώνουν», είχες γράψει σ’ εκείνη την ανάρτηση για τον Σφακιανάκη; Πόσο επηρεάζουν τις συνεργασίες σου τα «πιστεύω» που μπορεί να έχει κάποιος;

Να εξηγήσω κάτι. Το να έχει κάποιος απόψεις που δε συνάδουν με τις δικές μου, θα με οδηγούσε απλώς στο να μη συναναστρέφομαι μαζί του. Το να βγαίνει όμως και να χειραγωγεί και να επηρεάζει κόσμο, αυτός είναι ένας πολύ σοβαρός λόγος για να μη συνεργαστώ μαζί του. Σέβομαι το δικαίωμα που έχεις εσύ να πιστεύεις αυτό που θες, αλλά δε θα συνηγορήσω με οποιαδήποτε μορφή συνεύρεσης σ΄αυτό.

Σου έχει τύχει κάτι αντίστοιχο με άτομο που είχε ομοφοβικές απόψεις;

Μου έχει τύχει και με ανθρώπους που μπορεί να γνωρίζετε κι εσείς οι ίδιοι. Ειδικά μ’ ένα άτομο, ήταν τόσο σοκαριστικό για μένα, γιατί τυχαίνει και να θεωρείται και gay idol – αν στέκει αυτός ο όρος. Είναι ένα πολύ προβεβλημένο άτομο, με το οποίο μιλούσαμε κάποια στιγμή στο σπίτι και έπαθα σοκ, όταν μου είπε πως: «Προτιμώ ο γιος μου να μπλέξει με ναρκωτικά, παρά να γίνει πούστης». Δεν μπορούσα να το πιστέψω αυτό που έφτασε στα αυτιά μου. Συνέχισε, μάλιστα, λέγοντας: «Από τα ναρκωτικά μπορείς να απαλλαγείς». Φυσικά και διαπληκτιστήκαμε, αλλά μου είχε πέσει το σαγόνι.

Δεν γίνεται να μην αναφερθούμε και στη συνεργασία σου με τον Αλέξανδρο Ρήγα στους «Δύο Ξένους».

Ήμουν φαν των «Δύο Ξένων», οπότε όταν ήρθε ο Αλέξανδρος και μου το πρότεινε, επειδή μου ήταν και οικείο, μπήκα εύκολα μέσα σ΄αυτό. Εννοώ στο να το δεχθώ. Γιατί τα γυρίσματα δεν ήταν και τόσο εύκολα. Ντρεπόμουν πάρα πολύ με όλους αυτούς τους ηθοποιούς γύρω. Ήταν μια υπέροχη εμπειρία και πραγματικά θα ήθελα να το ξανακάνω.

Τι εννοείς όταν λες ότι σου ήταν οικείο;

Ότι με είχε ερωτευτεί ένα άτομο, που μέχρι τότε γνώριζα πως ήταν γκέι. Μιλάω για πολλά χρόνια πίσω. Δεν είχα μπει καν στη δισκογραφία.

Γενικά, πιστεύεις ότι η σεξουαλικότητα είναι κάτι ρευστό; Εσένα σου έχει συμβεί να ερωτευτείς μια γυναίκα;

Πιστεύω πως από τη στιγμή που φτάνεις στο σημείο να ερωτεύεσαι κάποιο άτομο, ακουμπά τόσα πράγματα μέσα σου, που μάλλον παρακάμπτονται πολλά. Θα μπορούσε να μου έχει συμβεί στο παρελθόν. Δεν μου έχει τύχει, αλλά πιστεύω πως το «γοητεύομαι» είναι πολύ κοντά με το «ερωτεύομαι».

Για ποια πράγματα είναι περήφανη η Δέσποινα Βανδή;

Φυσικά για τα παιδιά μου. Και για τις αξίες που τους έχω μεταλαμπαδεύσει, τις οποίες θεωρώ σημαντικές. Επίσης, για το ότι δεν έχω σταματήσει να ασχολούμαι με την αυτοεξέλιξή μου και για το πώς εγώ θα γίνω καλύτερος άνθρωπος. Κοιτάζοντας πίσω αισθάνομαι πως σήμερα είμαι μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού μου.

H συνέντευξη της Δέσποινας Βανδή δημοσιεύτηκε στο Antivirus 95

Σε ποια σημεία της καριέρας σου θα ήθελες να σταθούμε;

Στις πολύ ωραίες δουλειές που έκανα για αρκετά χρόνια στο ΡΕΞ. Στις μεγάλες συναυλίες που έκανα στον Λυκαβηττό. Σίγουρα στις δύο μου μουσικοχορευτικές παραστάσεις – το «Μamma Μia!» και το «Δικό μας Σινεμά», που για εμένα ήταν ορόσημο. Επίσης, δε θα ξεχάσω ποτέ τη βράβευση μου για το «Γεια» στο εξωτερικό. Τότε κατάλαβα και τη δύναμη της μουσικής. Γιατί ήμουν σε μια εκδήλωση με την Kylie Minogue, την Αlicia Keys, τη Mariah Carey, την Pink κ.α. Δεν μπορώ, επίσης ,να ξεχάσω, όταν κερδίσαμε το Euro στην Πορτογαλία, την αδιανόητη χαρά που αισθάνθηκα όταν άκουσα το «Γεια» να ακούγεται από τα μεγάφωνα.

Τα καλλιτεχνικά σχέδια για σήμερα;

Είμαστε ακόμη στο στούντιο με τον Γιώργο Θεοφάνους και τον Νίκο Μωραΐτη. Είναι μία συνεργασία για την οποία χαίρομαι πάρα πολύ, γιατί γεννιούνται πολύ όμορφα τραγούδια ψυχής. Τώρα όσον αφορά στα live δεν είμαι σε θέση ακόμα να σου μιλήσω, διότι όλα είναι ρευστά.

Δέσποινα, πώς θέλεις να τελειώσει αυτή η συνέντευξη;

Με μία ευχή να τελειώσει γρήγορα όλη αυτή η ιστορία με τον κορονοϊό και να μπορούμε να βγούμε μαζί έξω ελεύθεροι στους δρόμους.


Συνέντευξη: Βασίλης Θανόπουλος / Φωτογραφίες: Κώστας Αυγούλης / Hair: Βασίλης Μπουλούμπασης/ Μake up: Βάσω Νακοπούλου / Styling: Έλενα Βαζούρα

Από μικρός ήθελα να γίνω αστροναύτης. Εξάλλου, πάντα θυμάμαι να μου λένε ότι "πετάω στα αστέρια". Λόγω όμως σχετικής υψοφοβίας αποφάσισα να αλλάξω επαγγελματικό προσανατολισμό και να γίνω δημοσιογράφος (απ' το κακό στο χειρότερο), Μπήκα στο Πάντειο (Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων & Πολιτισμού) και λίγους καφέδες αργότερα πήρα το πτυχίο μου. Έκτοτε το επαγγελματικό μου μετερίζι με έχει οδηγήσει στην πόρτα ανθρωπιστικών οργανισμών (Διεθνή Αμνηστία, Έλιξ) αλλά και πολλών έντυπων και διαδικτυακών μέσων (Esquire, Nitro, Protagon, κλπ). Η σχέση μου με το Antivirus ξεκίνησε τυχαία τον Μάρτιο του 2013. Έκτοτε έγινε λατρεία... Είτε εδώ είτε στο περιοδικό, όλο και κάπου θα με πετύχετε. Αν τώρα θέλετε να κάνετε και κάποιο σχόλιο... θα με βρείτε στο vth@avmag.gr. Cu!