Πολλά ειπώθηκαν από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα για την τελική αγόρευση της εισαγγελέως στην δίκη της Ελένης Τοπαλούδη. Πολλ@ την βρήκαν υπερβολικά «συναισθηματική». Φυσικά, αυτό δεν μπορεί να ιδωθεί απομονωμένα από το γενικότερο πατριαρχικό πλαίσιο στο οποίο η γυναίκα ταυτίζεται με το συναίσθημα και τον παρορμητισμό, κάτι που συχνά βιολογικοποιείται μέσω της αναφοράς στην περίοδο και τις ορμόνες της. Δε μπορεί να ιδωθεί απομονωμένα ούτε από την ιεραρχία λογικής-συναισθήματος, δύο δήθεν αντιθετικών πόλων που ταυτίζονται αντίστοιχα με το δίπολο άντρας-γυναίκα και όπου ο πρώτος πόλος θεωρείται πάντα ανώτερος.

Η κυριαρχία της λογικής επί του συναισθήματος θεωρείται πολιτισμική πρόοδος σύμφωνα άλλωστε και με τις επιταγές του Διαφωτισμού. Όσοι εκπροσωπούν την εξουσία, ειπώθηκε χθες, δε θα πρέπει να δρουν με βάση το θυμικό αλλά την λογική. Εγώ θα το πιάσω αλλιώς. Η εξουσία είναι αυτή που όριζε ανέκαθεν τι είναι η «λογική». Είναι απόλυτα «λογικό» να νιώθει μεγαλύτερη αγανάκτηση για τις αδικίες ο ανίσχυρος, ο καταπιεσμένος, ο ταπεινωμένος –ή όποιος ταυτίζεται με αυτόν. Η αποστασιοποίηση και η ψυχραιμία αντίθετα είναι πάντα πολύ πιο εύκολη για όποιον δεν διακυβεύονται πολλά, για τον ισχυρό, για τον προνομιούχο. Τι κάνει λοιπόν ο διαχωρισμός λογικής-συναισθήματος? Απλά αναπαράγει τα προνόμια του ισχυρού καθιστώντας τον πιο κατάλληλο για να ασκεί την εξουσία, φυσικοποιώντας τις εκάστοτε ιεραρχίες.

Με αυτόν τον τρόπο βρισκόμαστε και στο παράδοξο που έχει παρατηρηθεί συχνά οι γυναίκες να αποκλείονται ως ένορκοι από δίκες που αφορούν σεξουαλική βία αν έχουν υπάρξει οι ίδιες θύματα. Με λίγα λόγια όσο περισσότερες γυναίκες βιάζονται ή έχουν νιώσει την απειλή της πατριαρχικής βίας στο μεδούλι τους τόσο πιο εύκολα μπορούν να ταυτιστούν με το θύμα και όσο πιο εύκολα μπορούν να ταυτιστούν με το θύμα τόσο περισσότερο ακατάλληλες θεωρούνται για να κρίνουν την υπόθεση οπότε αυτή επαφίεται στην «αντικειμενικότητα» των αντρών. Ως ουδέτερη θέση δηλαδή εκλαμβάνεται αυτή του προνομιούχου.

Το να κατακρίνεται λοιπόν η εισαγγελέας σε αυτή τη βάση, και μάλιστα από τα αριστερά, είναι ανόητο και self-defeating. Η εισαγγελέας δεν είπε τίποτα παράλογο άλλωστε. Ένιωσε απλά την ίδια αγανάκτηση που νιώθαμε όλ@ μας την οποία και εξέφρασε, ίσως επειδή είναι γυναίκα ίσως επειδή είναι μια εισαγγελέως επιτέλους ευαισθητοποιημένη στο θέμα της πατριαρχικής βίας, την οποία γενικά αγνοεί η τυφλή I-see-no-gender δικαιοσύνη.

Αυτό είναι το ένα επίπεδο ανάλυσης, που αφορά το ότι θα πρέπει να στεκόμαστε κριτικά απέναντι στον διαχωρισμό συναισθήματος από την λογική και κατ’επέκταση από την πολιτική. Ξέρετε άλλωστε ποιος διαχώριζε τελείως το συναισθηματικό από το πολιτικό. Ο Thanos με την ψυχρή λογική του. Και το έκανε σε τέτοιο βαθμό που κατέληξε …παράλογος. Η ενσυναίσθηση δεν είναι εμπόδιο στην πολιτική, πρέπει να είναι ο βασικός άξονάς της.

Σε δεύτερο επίπεδο βέβαια υπάρχει το ζήτημα της στρατηγικής και της τακτικής. Ναι μπορεί η εισαγγελέας να υπέπεσε σε σφάλματα που μετά θα χρησιμοποιηθούν από τους συνηγόρους των κατηγορουμένων σε μια ενδεχόμενη έφεση. Αυτό δε σημαίνει ότι θα πρέπει κι εμείς να σπεύδουμε να της επιτεθούμε δήθεν αγανακτισμένες, κάνοντας respectability politics, διαχωρίζοντας τη θέση μας από την «τρελή» για να φανεί ότι δεν είμαστε όλες έτσι μη μας σπιλώσει το όνομα του φεμινισμού–λες και τώρα τον έχουν σε καμία ιδιαίτερη υπόληψη. Μπορούμε να παίζουμε με τους κανόνες του παιχνιδιού όταν είναι απολύτως απαραίτητα για την επίτευξη των στόχων μας, ενώ ταυτόχρονα αγωνιζόμαστε να τους αλλάξουμε.