Πώς κάνουμε σεξ οι άνθρωποι; Όταν μου σηκώνεται/υγραίνομαι σημαίνει ότι θέλω σεξ; Μπορεί να θέλω σεξ χωρίς να μου σηκώνεται; Διαφέρει η ερωτική επιθυμία από την ερωτική διέγερση; Πώς προκύπτει αυτό που ονομάζουμε καύλες; Αρκούν οι καύλες για να κάνουμε σεξ;

Οι ερωτήσεις αυτές μπορεί να μοιάζουν ανόητες ή αυτονόητες σε κάποιους, όμως οι απαντήσεις τους δεν είναι καθόλου δεδομένες. Ας ξεκινήσουμε από τη βάση ότι στον άνθρωπο το σεξ δεν είναι ένστικτο. Υπάρχει βιολογική ενόρμηση, αλλά κάθε επιθυμία για σεξ και κάθε σεξουαλική πράξη φιλτράρονται και τελικά βιώνονται (ή δεν βιώνονται) αμιγώς κοινωνικά. Με λίγα λόγια, κάνουμε σεξ με το κεφάλι μας, όχι με το σώμα μας. Το σώμα μας ακολουθεί καταϊδρωμένο να προλάβει και να διαχειριστεί τα σήματα «προχώρα» ή «σταμάτα» που στέλνει ο κοινωνικός μας εγκέφαλος. Καθώς το σεξ στον άνθρωπο δεν είναι ένστικτο αλλά κάτι που μαθαίνουμε (συχνά λάθος), ο τρόπος που βιώνουμε και προσεγγίζουμε τη σεξουαλική συνεύρεση ποικίλει ανάλογα με την έμφυλη κοινωνική μας εκπαίδευση. Έχουμε γαλουχηθεί με την αναπόδεικτη πεποίθηση ότι το σεξ είναι ένα βιολογικό φαινόμενο, εξαρτώμενο κυρίως ή αποκλειστικά από βιολογικούς παράγοντες, όπως οι ορμόνες. Όμως πολλές έρευνες καταδεικνύουν ότι δεν ισχύει αυτό. Έρευνες που ασχολούνται με τις ορμονικές διακυμάνσεις κατά την ανάπτυξη στην εφηβεία έχουν διαπιστώσει ότι οι ορμόνες δεν είναι παρά ένας παράγοντας από όσους επηρεάζουν την εφηβική σεξουαλική συμπεριφορά και ότι, ειδικά όσον αφορά στα κορίτσια, οι κοινωνικοί παράγοντες είναι σημαντικότεροι από τους βιολογικούς παράγοντες. Πολλές γυναίκες μου αναφέρουν ότι έχουν έντονη σεξουαλική επιθυμία ανάλογα με τη μέρα του κύκλου τους αλλά δεν την πραγματώνουν επειδή οι συνθήκες δεν είναι πρόσφορες. Από αρκετούς άντρες επίσης έχω ακούσει να πιέζονται να κάνουν σεξ, χωρίς πραγματικά να έχουν καμία σωματική όρεξη, επειδή οι συνθήκες είναι ιδανικές. Οι ορμόνες διαδραματίζουν έναν ρόλο, αλλά όχι τον μοναδικό και όχι τον σπουδαιότερο. H ευρέως διαδεδομένη θεωρία ότι οι ορμόνες καθορίζουν τις σεξουαλικές ορμές (αλλά και την επιθετικότητα) δεν ισχύει τόσο ξεκάθαρα, π.χ. στις ρέζους μαϊμούδες οι θηλυκές έχουν ελάχιστη τεστοστερόνη, αλλά αυτές είναι οι επιθετικές σεξουαλικά, αυτές επιλέγουν σύντροφο, ξεκινούν πολέμους και είναι αρχηγοί της αγέλης. Γινόμαστε άντρες και γυναίκες όχι μόνο στη συμπεριφορά μας αλλά και στο σώμα μας – το πώς βιώνουμε το σώμα μας, ανάλογα με το τι αναμένει η κοινωνία και το περιβάλλον από εμάς: το πώς στεκόμαστε, πώς καθόμαστε, πού κοιτάμε, πότε κοιτάμε, πόσο χώρο επιτρέπεται να πιάνουμε, πώς πρέπει να ντυνόμαστε, αν κρυώνουμε μ’ αυτά που φοράμε, αν πρέπει να νιώθουμε σεξουαλική επιθυμία ή αν έχουμε πρόσβαση σε αυτή. Η σεξουαλική επιθυμία είναι κοινωνικά κατασκευασμένη: σε ποια ηλικία πρέπει να ξεκινήσουμε να κάνουμε σεξ; σε ποια ηλικία πρέπει να σταματήσουμε; με ποιον επιτρέπεται να καυλώνουμε; με ποιον δεν επιτρέπεται; πού πρέπει και πού δεν πρέπει; τι θεωρείται σέξι; τι θεωρείται ξενέρωτο; ποιο σεξ θεωρείται φυσιολογικό; ποιο ανώμαλο; κ.ο.κ. Αυτές οι ερωτήσεις συχνά έχουν διαφορετική απάντηση για τους άντρες και διαφορετική για τις γυναίκες.

Συνεπώς, η ερωτική επιθυμία δομείται κοινωνικά και όχι βιολογικά με διαφορετικό τρόπο για άντρες και γυναίκες. Μαθαίνουμε ότι η σεξουαλική επιθυμία των αντρών είναι απαιτητική, δυναμική, ορμητική, ζωώδης, ανεξέλεγκτη. Είναι άγριο ένστικτο, μια αχαλίνωτη ορμή τόσο βαθιά ριζωμένη στο σώμα, που από τη στιγμή που ανάψει, δεν μπορεί να σταματήσει εκτός αν ικανοποιηθεί. Δεν γίνεται να την ελέγξουμε και είναι απαραίτητο να ικανοποιηθεί (μέσω συνουσίας). Είναι τόσο ανεξέλεγκτη, που μπορεί να γίνει και βίαια (αν δεν ικανοποιηθεί). Η ανδρική καύλα είναι το ακατάσχετο αποτέλεσμα της υπερβολικής τεστοστερόνης, υποτίθεται. Αν ένας άντρας δεν κάνει σεξ, παθαίνει ζημιά –όχι μόνο συναισθηματική αλλά σωματική– έτσι διδασκόμαστε. Για τη γυναικεία σεξουαλική επιθυμία διδασκόμαστε πολύ διαφορετικά πράγματα. Οι γυναίκες δεν θέλουν σεξ, θέλουν συναίσθημα, οικειότητα, σύνδεση. Το σεξ έρχεται μετά –αν έρθει– σαν επιστέγασμα της συναισθηματικής εγγύτητας. Είναι το κερασάκι στην τούρτα, όχι η τούρτα (όπως θεωρείται για τους άντρες). Οι γυναίκες δεν σκέφτονται τόσο συχνά το σεξ –απόρροια του πρώτου μύθου– αφού τις ενδιαφέρει κυρίως η συναισθηματική σύνδεση. Οι γυναίκες έχουν πολύπλοκη σεξουαλικότητα, ο οργασμός τους θεωρείται σύνθετος, δύσκολος και όχι απαραίτητος. Οι γυναίκες θεωρούνται πιο επιλεκτικές και δύσκολες όταν ψάχνουν ερωτικό σύντροφο, γιατί κατά βάθος αναζητούν έναν σύντροφο ζωής, όχι μόνο να ξεκαυλώσουν.

Άρα έχουν και επιθυμούν λιγότερους ερωτικούς συντρόφους και δεν προτιμούν τα one-night stand. Αν μια γυναίκα κάνει εξωσυντροφικό σεξ, υποτίθεται ότι συναισθηματικά έχει ήδη φύγει, αφού για να κάνει σεξ προαπαιτείται συναίσθημα, υποτίθεται. Βομβαρδιζόμαστε με μηνύματα, συνταγές, συμβουλές και εικόνες για το πώς να είσαι θηλυκή, ελκυστική, σωστή γυναίκα, να τραβάς τους άντρες αλλά και να τους κρατάς, αλλά η γυναικεία σεξουαλική επιθυμία απουσιάζει από όλα αυτά· όλα εστιάζονται στη σεξουαλική επιθυμία του άντρα. Οι κοινωνικές δομές που διέπουν τη γυναικεία σεξουαλικότητα τους αφαιρούν τη σεξουαλική δράση. Λέγοντας σεξουαλική δράση εννοούμε το πώς βιώνει μια άνθρωπος τον εαυτό της ως σεξουαλικό πλάσμα, που έχει δικαίωμα στην σεξουαλική ηδονή και τη σεξουαλική ασφάλεια, ένα σεξουαλικό ενεργό υποκείμενο που κάνει ενεργές σεξουαλικές επιλογές και που έχει ταυτότητα ως σεξουαλικό πλάσμα, αντί να είναι παθητική δέκτρια της επιθυμίας ενός άλλου. Ως κοινωνία κατανέμουμε τη σεξουαλικότητα κατά φύλο, θεωρώντας ότι μόνο τα αγόρια και όχι τα κορίτσια έχουν ξέφρενες ορμόνες και κάνουν σαν τρελά για σεξ. Μόνο τα κορίτσια και όχι τα αγόρια αναζητούν συναισθηματική σύνδεση και σχέσεις. Θεωρούμε ότι τα έφηβα αγόρια είναι σεξουαλικά ενεργά υποκείμενα και περιμένουμε από αυτά όχι μόνο να νιώθουν ερωτική επιθυμία αλλά και να τη διεκδικούν δραστήρια. Δηλαδή να κυνηγάνε το σεξ. Αντιθέτως, περιμένουμε από τα κορίτσια να εστιάζονται στο συναίσθημα, στις σχέσεις, στο δέσιμο. Δεν περιμένουμε να έχουν ορμές, πόσο μάλλον να κυνηγάνε το σεξ όπως τα αγόρια.

Έτσι λοιπόν, αποσεξουαλικοποιούμε τα κορίτσια, αντικαθιστώντας την επιθυμία για σεξ με την επιθυμία για συναισθηματική σύνδεση. Ταυτόχρονα, εμποδίζουμε την επιθυμία για συναισθηματική σύνδεση στα αγόρια, ενοχοποιώντας τη ως φλούφλικη, όχι αρκετά αντρική. Η ερωτική επιθυμία όχι μόνο είναι ασύμβατη αλλά αντιθετική με την κοινωνική αντίληψη της θηλυκότητας – όπου το να είσαι γυναίκα θεωρείται συνώνυμο του να είσαι δοτική, τρυφερή, συναισθηματική, πολιτισμένη, να υπάρχεις μέσα από τους άλλους και σίγουρα όχι ένα αδηφάγο ερωτικό τέρας που αναζητά σεξ σαν ζώο (όπως οι άντρες, τάχα μου). Κι έτσι συχνά ακυρώνεται, καθώς δεν ανήκει στα σωστά συναισθήματα και τα κατάλληλες συμπεριφορές που πρέπει να έχουν και να νιώθουν τα κορίτσια που αναπτύσσονται ομαλά. Βλέπουμε, συνεπώς, μια μανιχαϊστική διχοτόμηση σε αντιθετικά στρατόπεδα: άντρες από τον Άρη που θέλουν σεξ, γυναίκες από την Αφροδίτη που θέλουν συναίσθημα. Οι συνέπειες είναι ολέθριες και για τα δύο φύλα. Ως γυναίκα επιτρέπεται να θέλω μόνο σεξ, χωρίς αγάπες και υποσχέσεις; Αν ως άντρας για να λειτουργήσω σεξουαλικά χρειάζομαι πρώτα να αναπτύξω οικειότητα με τον άλλον, να δημιουργήσουμε συναισθηματική σύνδεση και ύστερα να κάνουμε σεξ, νιώθω αρκετά άντρας; Ευνοούμαι να καλλιεργήσω οικειότητα ή πιέζομαι κοινωνικά να πάω αμέσως στο ψητό; Πολλοί άντρες, γκέι και στρέιτ, δεν μπορούμε να νιώσουμε σεξουαλική διέγερση παρά μόνο αν πρώτα υπάρξει συναισθηματική οικειότητα ή/και νιώσουμε αρκετή ασφάλεια.

Άλλο επιθυμία, άλλο διέγερση

Σχεδόν όλοι/ες έχουμε βρεθεί την ώρα του σεξ να έχουμε έντονη επιθυμία αλλά τα γεννητικά μας όργανα να μην παίρνουν μπρος (απουσία αιμάτωσης/ύγρανσης) ή πάλι, πώς γίνεται τα όργανά μας να είναι ερεθισμένα, ενώ δεν θέλουμε σεξ (ενδεχομένως, μάλιστα, να νιώθουμε αποστροφή).

Σύμφωνα με έρευνες, πολλοί άντρες και γυναίκες επιβεβαιώνουν ότι στην αρχή της σεξουαλικής δραστηριότητας δεν νιώθουν ερωτική επιθυμία· επίσης, και άντρες και γυναίκες δυσκολεύονται να διακρίνουν την επιθυμία από τη διέγερση, αναφέροντας ότι τυχόν ερωτικά ερεθίσματα πυροδοτούν και την επιθυμία και τη διέγερση ταυτόχρονα. Αυτή η φαινομενική παραδοξότητα είναι πολύ συχνό και φυσιολογικό φαινόμενο, γιατί η ερωτική διέγερση και η ερωτική επιθυμία δεν είναι ταυτόσημες έννοιες, παρά τα όσα έχουμε διδαχτεί: στύση/ύγρανση = ερωτική επιθυμία, απουσία στύσης/ύγρανσης = απουσία επιθυμίας. Η ιδέα ότι η ερωτική επιθυμία είναι ένα ένστικτο, μια εσωτερική, φυσική ορμή που ξεπηδά αυθόρμητα και αυτόνομα απέχει πολύ από την πραγματικότητα για πολλούς άντρες και ακόμα περισσότερες γυναίκες.

Για πολλούς ανθρώπους, η ερωτική επιθυμία δεν είναι αποκλειστικά αυτόνομη (προϊόν εσωτερικής διεργασίας) αλλά ανταποκριτική, δηλαδή προκύπτει (ή δεν προκύπτει) ως ανταπόκριση σε πληθώρα παραγόντων, εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων, όπως: τι ερεθίσματα δεχόμαστε (π.χ. ερωτικές εικόνες, φλερτ); Πόση προσοχή στρέφουμε σε αυτά; Τα υποτιμούμε; Τι προσδοκίες έχουμε από τη σεξουαλική πράξη, τόσο σεξουαλικές (π.χ. σωματική ηδονή, άγγιγμα), όσο και μη σεξουαλικές (π.χ. πλησίασμα, τρυφερότητα, συναισθηματική σύνδεση, ευεξία); Υπάρχει διέγερση των γεννητικών οργάνων από το αυτόνομο νευρικό σύστημα και το παίρνουμε χαμπάρι, π.χ. μια απρόσκλητη στύση που γίνεται από μόνη της ενισχυτικό ερέθισμα για την επιθυμία για σεξ; Λογοκρίνουμε τη διέγερσή μας επειδή η σεξουαλική πράξη στο συγκεκριμένο πλαίσιο είναι αμήχανη, προβληματική ή επικίνδυνη; Τι εικόνα έχουμε για τον εαυτό μας, το σεξ γενικά, τον ερωτικό σύντροφο, το σώμα μας ή τα γεννητικά μας όργανα; Αγχωνόμαστε για την αυτοεικόνα μας ή τις επιδόσεις μας; Πώς μας επηρεάζουν οι προηγούμενες σεξουαλικές εμπειρίες μας, μας έχουν απογοητεύσει ή τραυματίσει ή, αντίθετα, ήταν θετικές, κινητοποιώντας μας να τις επαναλάβουμε;

Όλα τα παραπάνω επηρεάζουν το αν θα υπάρξει ερωτική επιθυμία και πώς (αν) θα τη βιώσουμε. Παράλληλα, διάφοροι ψυχολογικοί και βιολογικοί παράγοντες επηρεάζουν το πώς ο εγκέφαλός μας αξιολογεί τα σεξουαλικά ερεθίσματα. Π.χ., η σωματική ή ψυχική κούραση, το άγχος, προβλήματα υγείας, το περιβάλλον μας, η αίσθηση κινδύνου ή ασφάλειας είναι καταλυτικοί παράγοντες για το αν θα νιώσουμε επιθυμία ή/και διέγερση αλλά και αν θα πράξουμε με βάση αυτές. Επίσης, η σεξουαλική και μη σεξουαλική έκβαση της συνεύρεσης θα επηρεάσει την παρούσα αλλά και τη μελλοντική κινητοποίησή μας για σεξ. Το να θεωρούμε την ερωτική επιθυμία αυτόνομη, εσωτερική ορμή και απαραίτητη αφετηρία της σεξουαλικής πράξης μοιάζει λογικό αλλά δεν είναι. Αντιθέτως, μια τέτοια πεποίθηση κάνει πολλούς από μας, ειδικά τις γυναίκες, να νιώθουμε σεξουαλικά προβληματικές. Είναι σημαντικό να έχουμε την ευκαιρία να εξετάσουμε την ερωτική μας επιθυμία και το πώς έχει ευνοηθεί ή εμποδιστεί κοινωνικά και γι’ αυτό συχνά απευθυνόμαστε σε ειδικούς ψυχικής υγείας. Όμως αρκετές φορές αντί να μας βοηθήσουν, κάνουν τα πράγματα χειρότερα. Αν θέλουμε να δουλέψουμε τέτοια θέματα με έναν ειδικό ψυχικής υγείας είναι καλό να διερευνήσουμε τι στάση τηρεί απέναντί σε τέτοια ζητήματα: Πώς αντιλαμβάνεται την επιθυμία των αντρών και γυναικών; Αποδίδει τις διαφορές στη φύση ή στην κοινωνική εκπαίδευση; Πόσο άνετος/η είναι να μιλάει ανοιχτά για τις καύλες μας; Μας βοηθάει να μιλήσουμε για αυτές, όταν εμείς δυσκολευόμαστε ή έρχεται σε αμηχανία, αλλάζει το θέμα ή σιωπά, επιτείνοντας τη δική μας δυσκολία; Νιώθει άνετα να κουβεντιάσουμε για τη σεξουαλικότητά μας, αν διαφέρει από τη δική της/του; Δεν αναφέρομαι μόνο στον σεξουαλικό προσανατολισμό, αλλά και σε άλλες πρακτικές. Μας βοηθά να εξερευνήσουμε την ερωτική μας επιθυμία, ειδικά όταν αποκλίνει από το πιο «κλασικό» μοντέλο, π.χ. BDSM, πολυσυντροφικότητα, φετίχ κτλ. Κυρίως, παθολογικοποιεί ορισμένες σεξουαλικές συμπεριφορές; Τις αποδίδει σε ψυχολογικά τραύματα; Ή τις θεωρεί μία από πολλές διαφορετικές εκφράσεις σεξουαλικής επιθυμίας;

του Λύο Καλοβυρνά

www.synedries.gr www.syntrofikotita.gr