Η αορατότητα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας δεν ήταν ποτέ απόλυτη, πάντα υπήρχαν κάποιοι χαρακτήρες, τουλάχιστον στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο, αν όχι στην πραγματική ζωή.

γράφει η Νάνσυ Παπαθανασίου

Στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος, οι χαρακτήρες αυτοί ήταν αντικείμενα διακωμώδησης, ή τραγικοί, ή εγκληματίες, ή απλά παρασυρμένοι -σε κάθε περίπτωση όμως, σταθερά και αμετάβλητα δυστυχισμένοι ως ΛΟΑΤΚΙ+. Το μήνυμα που δινόταν ήταν σαφές: η ευτυχία δεν είναι δυνατή, δεν είναι συμβατή με μία ΛΟΑΤΚΙ+ ταυτότητα. Μαζί άρρητα και όλα τα υπόλοιπα: η μη φυσιολογικότητα, η ασθένεια, η ντροπή, το κρύψιμο, ο φόβος. Όλη η εξωτερική καταπίεση που εύκολα (πιο εύκολα από όσο θέλουμε να παραδεχτούμε) εσωτερικεύουμε, για να τη στρέψουμε εναντίον μας ή και ενάντια σε ό,τι μας μοιάζει.

Μόνο τα τελευταία λίγα χρόνια το μοτίβο αυτό άρχισε να αλλάζει και να εμφανίζεται η ευτυχία ως πιθανό και δυνατό τέλος μιας ιστορίας. Κάθε coming out είναι και μία πιθανότητα ακόμη -η δημιουργία μιας ακόμη εναλλακτικής διαδρομής, πέρα από την προκαθορισμένη δυστυχία. Τις χρειαζόμαστε αυτές τις πιθανές διαδρομές για να μπορέσουμε να φανταστούμε τη δική μας. Είναι τα μοτίβα που μας έχουν λείψει, ένας χάρτης για το πώς μπορεί να γίνουν οι ζωές μας, οι σχέσεις μας, οι οικογένειές μας. Οι σις στρέιτ έχουν αυτόν τον χάρτη από την αρχή, τον βλέπουν μέσα στις οικογένειες που γεννήθηκαν, στα βιβλία, στις ταινίες, στις σειρές: κάθε πιθανό σενάριο ευτυχίας έχει ήδη αποτυπωθεί (αυτό δημιουργεί βέβαια μια άλλη, σαφώς πιο προνομιούχα, τυραννία -αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση). Κι αν σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια η πρόοδος φαίνεται τεράστια, στην πραγματικότητα δεν είναι: στην Ελλάδα, τα επώνυμα coming out (μαζί με τα πρότυπα που φέρνουν) είναι λίγα και συγκεκριμένα: κυρίως (αν όχι αποκλειστικά) γκέι άνδρες, με τις σχέσεις τους σπάνια εξίσου ορατές (και πάντα μόνο ομοκανονικές). Ακόμη και έτσι, τις ιστορίες τους δεν τις έχουμε δει ακόμη ολόκληρες -είμαστε ακόμη στην υπόσχεση, και όχι στη βεβαιότητα, του happy end.

Το ποιος (σκόπιμα εδώ το αρσενικό) τελικά κάνει coming out, το ποιες ιστορίες καταλήγουν να ακουστούν είναι πολυπαραγοντικό: έχει να κάνει με προσωπικά χαρακτηριστικά, ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες, τυχαίες συγκυρίες. Έχει να κάνει με το τι έχει να χάσει -και τι να κερδίσει. Με τη σχέση που έχει με την οικογένεια καταγωγής. Με την δυνατότητα επιβίωσης. Με το υποστηρικτικό δίκτυο που έχει -ή δεν έχει. Με τις διακρίσεις που έχει -ή δεν έχει- αντιμετωπίσει. Δεν είναι τυχαίο που τα περισσότερα επώνυμα coming out γίνονται από σις γκέι άνδρες, συνήθως αρρενωπούς ή και προνομιούχους, ενώ η περισσότερη επιβεβλημένη «ορατότητα» χρησιμοποιείται σαν όπλο ενάντια σε τρανς γυναίκες, κάτι που από μόνο του λέει πολλά για τις διασταυρώσεις προνομίων, καταπιέσεων, ορατότητας και αορατότητας μέσα στην κοινότητα. Δεν αντιμετωπίζουν και δεν αναγνωρίζουν όλα τα μέλη μίας κοινότητας τις διακρίσεις με τον ίδιο τρόπο.

Η σημαντικότητα της ορατότητας έγκειται στο ότι δημιουργεί, ή και διευρύνει, την αντίληψη που έχουμε για το πώς μπορούμε να είμαστε, τα σημεία που μας βλέπουμε και που μας αναγνωρίζουμε. Κι αν για τους «απ’έξω» η ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα είναι ένα ενιαίο και αδιαφοροποίητο σύνολο, όσα άτομα είμαστε μέσα, ξέρουμε καλά πόσο διαφορετικές είναι οι εμπειρίες, τα βιώματα, οι αναπαραστάσεις, οι δυνατότητες, αλλά και οι διακρίσεις. Δεν υπάρχει ένας χάρτης για το πώς είναι και το πώς θέλουμε τις ζωές μας και τις σχέσεις μας, δεν μας αντικατοπτρίζει όλα η ορατότητα μόνο κάποιων -και πώς θα μπορούσε άλλωστε; Αυτό είναι κάτι που δημιουργεί χάσμα και συχνά μεγαλύτερη ακόμη μοναξιά, όταν ακόμη και στην πρόοδο (εντός και εκτός εισαγωγικών), κάποια άτομα σταθερά παραμένουν στο περιθώριο. Αν αυτό δεν το αναγνωρίζουμε, τότε το πολύτιμο, με μεγάλη δυσκολία κατακτημένο και εύθραυστο αίσθημα κοινότητας χάνεται.

Κι ένα τελευταίο: η ορατότητα και τα ανοίγματα που δημιουργούνται έχουν πάντα αντιδράσεις -η αλλαγή δεν είναι ποτέ εύκολη, ακόμη και όταν είναι η ώρα της. Το πληρώνουμε στα οικογενειακά τραπέζια που γίνονται αφόρητα -κυρίως για όσα άτομα δεν μπορούν να αντιδράσουν. Στα τυχαία σχόλια, εκεί που οι άμυνες είναι κατεβασμένες. Στα «αστεία» «προοδευτικών» φίλων, με τα οποία συχνά αναγκαζόμαστε να γελάσουμε, γιατί δε μας παίρνει να αντιδράσουμε. Ακόμη και στο πόσο εύκολα δημιουργούνται νέες κανονικότητες: στην προσδοκία που γίνεται απαίτηση ότι πρέπει να είμαστε έτσι, σαν (τον-όποιο-γκέι-δεν-προκαλεί-και-δεν-ξεβολεύει) με σχέσεις που ακολουθούν τους ίδιους κανόνες. Όσο κι αν οι κοινωνίες χρειάζονται αυτά τα ανοίγματα για να επιβιώσουν, το κόστος εωσότου αυτά κατακτηθούν οριστικά πέφτει, πάντα και δυσανάλογα, στα λιγότερα προνομιούχα μέλη τους.

Κι αν αυτό το κόστος φαίνεται ανυπέρβλητο, η μόνη απάντηση είναι περισσότερη ορατότητα. Περισσότερες ιστορίες, περισσότερος χώρος για διαφορετικές εμπειρίες. Περισσότερες απαιτήσεις από τους συμμάχους. Περισσότερες διεκδικήσεις. Περισσότερη αναγνώριση των προνομίων και της τύχης -ώστε η ορατότητα κάποιων να σπάει γυάλινες οροφές για όλα, να δημιουργεί περισσότερες δυνατότητες και ελευθερίες να φτιάξουμε τι ζωές μας, όπως εμείς τις θέλουμε, και τελικά να μπορούμε να μας φανταστούμε ευτυχισμένα μέσα σε αυτές.

* επιστημονικά Συνυπεύθυνη Orlando LGBT+