Το έγκλημα στο Pulse ξεκίνησε από τα κηρύγματα μίσους

12/06/2026
από
Δέκα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τη νύχτα που το μίσος εισέβαλε στο Pulse του Ορλάντο και δολοφόνησε 49 ΛΟΑΤΚΙ+ συνανθρώπους μας, τραυματίζοντας άλλους 53.

*Γράφει η Άννα Απέργη Κωνσταντινίδη

Δεν ήταν ένα ακόμα «τυχαίο μεμονωμένο περιστατικό», αλλά το αποτέλεσμα μιας κοινωνίας που είχε ήδη επιτρέψει στο μίσος να γίνει κανονικότητα. Ένα μαζικό έγκλημα μίσους, στη  βάση της έκφρασης, της ταυτότητας, των χαρακτηριστικών φύλου και του σεξουαλικού προσανατολισμού.

Συνάνθρωποι μας δολοφονήθηκαν άγρια, επειδή υπήρχαν, ζούσαν κι ανέπνεαν.

Το έγκλημα στο Pulse, δεν ξεκίνησε από την ώρα που τραβήχτηκε η σκανδάλη, αλλά από πολύ νωρίτερα. Ξεκίνησε από τα κηρύγματα μίσους, από πολιτικές που διαχωρίζουν ανθρώπους σε «κανονικούς» και «μη κανονικούς», από την ανοχή απέναντι στον δημόσιο στιγματισμό, εξευτελισμό και στοχοποίηση μιας ολόκληρης κοινότητας.

Η βία δεν γεννιέται ποτέ από μόνη της. Πάντα μα πάντα προηγείται η ρητορική μίσους που αφαιρεί από κάποια άτομα την ανθρώπινη υπόστασή τους. Η ρητορική μίσους λοιπόν, είναι ένα στάδιο πριν τη βίας. Είναι το έδαφος πάνω στο οποίο καλλιεργούνται οι διακρίσεις, νομιμοποιείται ο κοινωνικός αποκλεισμός και, τελικά, εμφανίζονται οι επιθέσεις και οι δολοφονίες.

Δέκα χρόνια μετά, δεν πρέπει και δεν έχουμε το δικαίωμα να μιλάμε για το έγκλημα στο Pulse σαν να αποτελεί μια σκοτεινή σελίδα της ιστορίας που έκλεισε, γιατί η ιστορία επαναλαμβάνεται όταν επιτρέπουμε να δημιουργούνται οι ίδιες συνθήκες.

Τόσο στη χώρα μας, όσο και διεθνώς καταγράφεται μία αύξηση των ομοφοτρανσφοβικών επιθέσεων. Λεκτικές επιθέσεις, απειλές, διαδικτυακή στοχοποίηση, επιθέσεις στο δρόμο και γενικά σε δημόσιους χώρους, αλλά και αποκλεισμοί και διακρίσεις (καθώς και οι αποκλεισμοί αλλά και οι διακρίσεις είναι μορφές βίας), αποτελούν έκφραση ενός κοινωνικού κλίματος που νομιμοποιεί τη βία απέναντι στα ΛΟΑΤΚΙ+.

Όλο αυτό το κλίμα δεν δημιουργείται έτσι ξαφνικά, αλλά καλλιεργείται όταν πολιτικά κόμματα επιλέγουν να παρουσιάζουν τα ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιώματα ως απειλή. Όταν η διαφορετικότητα περιγράφεται ως «εκτροπή» ή όταν αναγνωρίσιμα πρόσωπα μιλούν δημόσια για «προστασία των παιδιών» από την ίδια την ύπαρξη ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπων. Όταν ο δημόσιος λόγος μετατρέπει μια κοινωνική ομάδα σε αποδιοπομπαίο τράγο.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει επανειλημμένα υπενθυμίσει ότι τα κράτη δεν έχουν μόνο την υποχρέωση να απέχουν από διακρίσεις, αλλά έχουν και τη θετική υποχρέωση να προστατεύουν αποτελεσματικά τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα από τη βία, τη στοχοποίηση και τις διακρίσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 8, 10 και 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Η ισότητα όμως, δεν εξαντλείται στην ψήφιση νόμων, αλλά μετριέται από το αν οι δημόσιοι θεσμοί προστατεύουν έμπρακτα την αξιοπρέπεια όλων των ατόμων χωρίς εξαιρέσεις. Γι’ αυτό και καμία πράξη δημόσιου αποκλεισμού δεν είναι πολιτικά ουδέτερη.

Η φετινή άρνηση της ΣΤΑΣΥ να φιλοξενήσει, για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια, την αφίσα του Athens Pride στους σταθμούς του Μετρό δεν είναι ένα ζήτημα τόσο απλό.

Οι δημόσιοι φορείς δεσμεύονται από τις συνταγματικές αρχές της ισότητας (Άρθρο 4 του Συντάγματος), του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου (Άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος), της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (Άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος), καθώς και από την υποχρέωση ίσης μεταχείρισης όπως αυτή απορρέει μέσα από τον Ν.4443/2016, της ίσης μεταχείρισης και της μη διάκρισης.

Η δε επίκληση «υφιστάμενων εμπορικών και διαφημιστικών δεσμεύσεων», χωρίς συγκεκριμένη, αντικειμενική και διαφανή αιτιολόγηση, δεν απαντά στο ερώτημα, γιατί, μετά από δέκα χρόνια, κρίθηκε ότι η ορατότητα του Pride δεν χωρά πλέον στον δημόσιο χώρο.

Η αορατότητα δεν είναι διοικητική πράξη, αλλά πολιτική. Και όταν προέρχεται από δημόσιο οργανισμό, αποκτά ακόμη μεγαλύτερο θεσμικό βάρος. Οι δημόσιες αρχές δεν μπορούν να επικαλούνται ουδετερότητα όταν οι αποφάσεις τους παράγουν αποκλεισμό.

Το δικαίωμα στην ορατότητα, αποτελεί έκφανση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας της έκφρασης και της αρχής της ισότητας. Κάθε δημόσια αρχή που το περιορίζει οφείλει όχι μόνο να το αιτιολογεί, αλλά και να αποδεικνύει ότι η απόφασή της είναι απολύτως αναγκαία και απαλλαγμένη από κάθε διάκριση.

Σήμερα, 10 χρόνια μετά το Pulse, αλλά και 57 από εκείνη την ιστορική εξέγερση του Stonewall, η καλύτερη τιμή στη μνήμη των θυμάτων είναι η μηδενική ανοχή στη ρητορική μίσους και η υπεράσπιση της αξιοπρέπειας μας.

Γιατί κάθε φορά που η Πολιτεία ανέχεται τον αποκλεισμό, κάθε φορά που η δημόσια διοίκηση περιορίζει την ορατότητα μιας κοινότητας, κάθε φορά που ο ρατσιστικός λόγος μένει χωρίς συνέπειες, δημιουργείται το έδαφος πάνω στο οποίο ανθίζει η βία.

Και αυτό το έδαφος το έχουμε πληρώσει ήδη πάρα πολύ ακριβά!

*Ειδική Σύμβουλος/Εκπαιδεύτρια σε θέματα DEI | ΛΟΑΤΚΙ




Δες και αυτό!