«Το Χελιδόνι»: Μια συζήτηση για τη μνήμη, το τραύμα και την αποδοχή

Μια τυπική συνάντηση μεταξύ δύο αγνώστων καταλήγει σε μια βαθιά αναζήτηση και διαπραγμάτευση του τραύματος, της αγάπης και της σύνδεσης. Για αυτά ακριβώς τα ζητήματα και για πολλά περισσότερα συζητάμε με τους/τις ηθοποιούς της παράστασης «Το Χελιδόνι».

Το έργο δημιουργήθηκε με αφορμή την ομοφοβική τρομοκρατική επίθεση στο ΛΟΑΤΚΙ+ κλαμπ «Pulse», χωρίς αυτή, όμως, να λειτουργεί ως χρονικό γεγονός. Ο συγγραφέας, Γκιλιέμ Κλούα, διαχειρίζεται τη συναισθηματική τρικυμία των χαρακτήρων που ξεκίνησε από μια στιγμή που καθόρισε τις ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητες παγκοσμίως.

Η παράσταση ξεκινά με την επίσκεψη του Ραμόν στο διαμέρισμα της Αμέλια, με σκοπό να ξεκινήσει μαθήματα φωνητικής. Η επιμονή του για μάθημα γίνεται μετά μια επιθυμία να γνωρίσει τη δασκάλα του, η οποία φαίνεται – τουλάχιστον στην αρχή – διστακτική. Ο Κλούα μετατρέπει μια φαινομενικά τυχαία συνάντηση σε μια συνεχή διαπραγμάτευση της μνήμης, της απώλειας, της συγχώρεσης και τελικά της αποδοχής.

Η Μαρία Τσιμά (Αμέλια) και ο Κυριάκος Μαρκάτος (Ραμόν) μας μιλούν για το έργο, την ομοφοβία, και το πώς η μνήμη μπορεί να λειτουργήσει ως σημείο σύνδεσης αλλά και μεταμόρφωσης.

Τι σας συγκίνησε περισσότερο όταν διαβάσατε για πρώτη φορά το έργο;

Μαρία Τσίμα: Με συγκίνησε στο κείμενο ο τρόπος που ο Κλούα προσέγγισε το θέμα, το βάθος της σχέσης των δύο προσώπων, οι συγκρούσεις των δύο κόσμων και οι ανατροπές. Οι ήρωες γνωρίζουν ο ένας τον άλλον σταδιακά, αναγνωρίζουν τις ψυχικές κινήσεις τους , αμφιβάλλουν, μετατοπίζονται και οδηγούνται στην συμφιλίωση και την αποδοχή. Αυτός ο δρόμος είναι επίπονος. Αλλά χτίζεται με ρεαλισμό, ποίηση, χιούμορ και αγωνιώδη πλοκή που εντείνει το ενδιαφέρον. Είναι μια μεγάλη πρόκληση για  εμάς τους ηθοποιούς για 80′ λεπτά να μη χάνουμε την επικοινωνία μας και να έχουμε να διαχειριστούμε  ένα τόσο σύνθετο υλικό.

Κυριάκος Μαρκάτος: Η μοναξιά των δύο ανθρώπων. Βιώνουν πένθος και ενώ είναι το ίδιο συναίσθημα ο καθένας το βιώνει μόνος. Γιατί να μην το βιώσουν παρέα; Να κλάψουν μαζί; Να πάρουν μια φωτογραφία του Ντάνι και πουν ο ένας ιστορίες στον άλλον που δεν γνώριζε γι’ αυτόν; Να κάτσουν αγκαλιά και να κοιτάνε το ταβάνι; Δυστυχώς οι άνθρωποι, τις περισσότερες φορές, στεκόμαστε στις διαφορές μας και όχι στα πράγματα που μας ενώνουν.

Το έργο διαχειρίζεται το ζήτημα της ομοφοβικής βίας και τα «αποτυπώματα» αυτής σε όσα άτομα έμειναν πίσω. Η συμμετοχή σας στην παράσταση έχει αλλάξει τον τρόπο που εντοπίζεται την ομοφοβία στην καθημερινή σας ζωή;

Μ.Τ.: Βέβαια. Η εμπλοκή εδώ και τόσους μήνες με αυτό το κείμενο, οι πρόβες, οι  συζητήσεις, το υλικό που έχουμε μελετήσει σε σχέση με το πραγματικό γεγονός αλλά και κείμενα που αφορούν στα δικαιώματα και τα διαρκή αιτήματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας με κάνει πιο ενεργή και πιο παρατηρητική σε σχέση με τον εντοπισμό της ομοφοβίας στην καθημερινή ζωή. Είναι τόσα πολλά τα περιστατικά, έχουμε τόσες εσωτερικευμένες πατριαρχικές αντιλήψεις ,ο κόσμος εκφασίζεται καθημερινά που δεν γίνεται να μην με απασχολεί .

Κ.Μ.: Όχι. Ανέκαθεν ήμουν ευαισθητοποιημένος με κάθε είδος «μειονότητας». Γι’ αυτό επιλέγω να συμμετέχω σε τέτοια έργα. Έργα πολιτικά με κοινωνικό μήνυμα. Η υποκριτική είναι ο τρόπος που έχω για  να μετατοπίσω έστω και λίγο αυτόν τον κόσμο και να τον κάνω λίγο καλύτερο ή όπως εγώ θεωρώ πως είναι καλύτερος.

Σε διάφορες σκηνές βλέπουμε ότι οι δύο χαρακτήρες αντιλαμβάνονται τη μνήμη με διαφορετικό τρόπο, με τον Ραμόν να επιμένει ότι η συγκεκριμένη ομοφοβική δολοφονική επίθεση αποτελεί προειδοποίηση και όχι απλά ένα «τυχαίο» γεγονός. Είναι τελικά η μνήμη και η αναβίωση αυτής και ένα κάλεσμα για αλλαγή;

Μ.Τ.: Η μνήμη δεν είναι μια αποθήκη που αφήνουμε τα γεγονότα της ζωής μας. Κάθε φορά που ξαναθυμόμαστε κάτι, το φωτίζουμε, μας απασχολεί, το επεξεργαζόμαστε , το μετασχηματίζουμε. Είναι λοιπόν και φορέας αλλαγής. Αλλάζει τον τρόπο που βλέπουμε το παρελθόν μέσα μας αλλά και τον τρόπο που βλέπουμε το παρόν μας. Ο Ραμόν και η Αμέλια φέρνουν στη σκηνή κομμάτια μνήμης όχι από νοσταλγία αλλά γιατί το αίτημα να εξηγήσουν τα γεγονότα και το πένθος είναι δυναμικό και βαθιά υπαρξιακό. Πώς εξηγείς το θάνατο του παιδιού σου ή του αγαπημένου σου μετά από μια βίαιη μαζική επίθεση;

Κ.Μ.: Βέβαια! Όταν έγινε η επίθεση, τα ΜΜΕ την εποχή εκείνη δεν ήθελαν καν να την χαρακτηρίσουν ως «ομοφοβική», το θεώρησαν άνευ σημασίας και αυτό κάτι δείχνει . Δεν ήθελαν να μιλήσουν καν γι’ αυτό το πρόβλημα. Όμως η επίθεση αυτή υπογραμμίζει το βαθύ μίσος που έχουν κάποιοι άνθρωποι για το διαφορετικό και την έλλειψη παιδείας. Φυσικά, ο τρομοκράτης ήταν ένας τρελός που πήρε το όπλο και άρχισε να πυροβολεί τον κόσμο στο κλαμπ, πόσοι χάρηκαν όμως; Πόσοι πανηγύρισαν στο δυτικό κόσμο γι’ αυτή την επίθεση; Γι’ αυτό γίνεται το pride. Να θυμόμαστε τι συνέβη και μη ξαναγίνει, να μάθουμε από τα λάθη του παρελθόντος, να τα μελετήσουμε και να κάνουμε τον απολογισμό μας: τι δούλεψε, τι μπορούμε να κάνουμε καλύτερο;

Μέσω δύο πολύ διαφορετικών οπτικών – του συντρόφου και της μητέρας – η παράσταση πραγματεύεται το πένθος, την απώλεια και την αγάπη. Έχει αλλάξει κάτι στον τρόπο που αντιλαμβάνεστε εσείς αυτές τις έννοιες;

Μ.Τ.: Η διαχείριση του πένθους και της απώλειας είναι μια διαδικασία που αλλάζει μορφή με τον χρόνο και εξελίσσεται. Μετά το πάγωμα, την άρνηση, την ενοχή, το θυμό,  την κατάθλιψη μπορεί να έρθει η αποδοχή  Δεν είναι όμως μια γραμμική διαδικασία και ο κάθε άνθρωπος έχει το δικό του χρόνο για να βιώσει το πένθος. Προσωπικά με ταράζει η παράσταση γιατί μου υπενθυμίζει με διάφορους τρόπους τις δικές μου απώλειες και καμιά φορά δυσκολεύομαι  να μην γίνομαι μονίμως συναισθηματική. Πέρασα πρόβες όμως που ήμουν απαρηγόρητη. Δεν ξέρω ειλικρινά να σας απαντήσω αν έχουν αλλάξει αυτές οι έννοιες μέσα μου λόγω της παράστασης γιατί νομίζω ότι ακόμα είμαι υπό την επήρεια της μεγάλης θλίψης.

Κ.Μ.: Ακόμα το ψάχνω. Σίγουρα εκφράζομαι περισσότερο πλέον. Θέλω να λέω στους ανθρώπους μου πως τους αγαπάω, πως είναι σημαντικοί για μένα αλλά και να με γνωρίζουν «ολόκληρο», όσο δύσκολο και αν είναι αυτό μερικές φορές. Από όταν ήρθα σε επαφή με το έργο άρχισα να σκέφτομαι «Αν πεθάνω ξαφνικά οι γονείς μου θα ξέρουν ποιο ήταν το παιδί τους; Θα ξέρουν πόσο τους αγαπούσα;». Περιττό να σας πω, πως δεν υπάρχει βράδυ που να μην στέλνω στη μάνα μου «Σε αγαπώ πολύ».

Έχει μεγάλο σκηνοθετικό ενδιαφέρον η τοποθέτηση των φωτογραφιών του Ντάνυ στη σκηνή, και ο τρόπος που νοημαδοτούνται από τη μητέρα στην αρχή και στο τέλος – πριν και αφού (ξανά) γνωρίσει τον γιο της μέσω του συντρόφου του. Πώς σχολιάζετε αυτήν την αλλαγή της στάσης της μητέρας μέσα από τη γνωριμία της με τον Ραμόν;

Μ.Τ.: Η Αμέλια λέει στον Ραμόν: «Όταν κοιτάζεις εσύ τις φωτογραφίες…αλλάζουν». Ξαναγνωρίζει το παιδί της μέσα από τα μάτια του συντρόφου του. Είναι πολύ δύσκολο να ακούει γεγονότα που αγνοεί, που την πονάνε, κομμάτια της ζωής του γιού της που έχασε για πάντα αλλά αναμετριέται με την αλήθεια κι ας την αρνήθηκε. Δεν του έκανε δύσκολες ερωτήσεις γιατί φοβόταν τις απαντήσεις του. . Γιατί φοβόταν να θέσει σε κίνδυνο τη σχέση τους. Είχαν κάνει μια συμφωνία σιωπηλή μεταξύ τους. Μετά τη γνωριμία της όμως με τον Ραμόν θα συνεχίσει με άλλες σκέψεις, θα ξανακοιτάξει τις μέρες που τις μένουν με μεγαλύτερη ειλικρίνεια. Νομίζω.

Κ.Μ.: Η μητέρα ξέρει από την αρχή ποιος είναι ο γιός της «οι γονείς πάντα το ξέρουν». Όταν έρχεται ο Ραμόν αρχίζει να φωτίζει τις φωτογραφίες που έχει σαν «εικονοστάσι» στο σαλόνι της με έναν άλλο τρόπο. Ένα κομμάτι τους γιου της που επέλεγε να μη δει γιατί φοβόταν πως δεν θα ήξερε πως να το διαχειριστεί και έτσι δυστυχώς, έχασε την ευκαιρία να γνωρίσει ένα υπέροχο, τρυφερό, σκανταλιάρικο, ηρωικό κομμάτι του Ντάνι. Και ο Ραμόν όμως από την άλλη μέσα από αυτόν τον σκηνικό χώρο, γνωρίζει το Ντάνι όταν ήταν μωράκι, όταν ήταν έφηβος, όταν έκανε τα πρώτα του βήματα. Μέσα από αυτό το σκηνικό εύρημα, έχουν την ευκαιρία να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον να ανακαλύψουν όλες τις πτυχές του Ντάνι τους.

Πόσο σημαντικό είναι να λέγονται τέτοιες ιστορίες σήμερα, ειδικά στην ελληνική κοινωνία, η οποία βίωσε πριν επτά χρόνια το δημόσιο λιντσάρισμα ενός κουήρ ατόμου (Ζακ Κωστόπουλος);

Μ.Τ.: Αυτές οι ιστορίες πρέπει να λέγονται όσο το τελευταίο κουήρ άτομο φοβάται να περάσει μια νύχτα από το Παγκράτι γιατί θα το χλευάσουν και θα το δείρουν, όσο το τελευταίο κορίτσι θα βάζει βιαστικά το κλειδί να μπει στην πολυκατοικία γιατί κάποιος την ακολουθεί, όσο θα ακούγονται ουρλιαχτά από το διπλανό σπίτι και κανείς δεν θα μιλάει. Η παράσταση θα παιχτεί 20 και 21 Ιουνίου στην Κεφαλονιά. Ιδιαίτερα μετά το θάνατο της Μυρτώς αισθανόμαστε ότι είναι χρέος μας να δουν στο νησί μας αυτήν την παράσταση.

Κ.Μ.: Ο Ζακ, τα δύο τρανς άτομα στην Θεσσαλονίκη, η φωτιά της ΛΟΑΤΚΙ+ σημαίας στην Κύπρο, ο «διαγωνισμός ψηλοτάκουνων» που ακούστηκε από κάποιους δημοσιογράφους και πόσες ακόμα ιστορίες που δεν γνωρίζουμε. Αυτά τα έργα φέρνουν στη σκηνή το πρόβλημα της κοινωνίας, το νοσηρό κομμάτι της με την ελπίδα να το θεραπεύσουν. Πολλές φορές διαβάζω κάτω από άρθρα του site σας: «οι άρρωστοι», «οι ανώμαλοι», «τα καημένα τα παιδιά τους θα μεγαλώσουν με ψυχολογικά» και συνειδητοποιώ πως η κοινωνία μας νοσεί βαθειά. Ο άνθρωπος από τη φύση του φοβάται κάθε τι ξένο γιατί νιώθει πως απειλείται αλλά ας ηρεμήσουμε λίγο. Αφού οι περισσότεροι δεν μπορούν να διαβάσουν επιστημονικά άρθρα πάνω σε ζητήματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας γιατί τους φαίνονται δύσκολα, τουλάχιστον ας δουν τέτοια έργα που με πολύ απλό και καθημερινό τρόπο τους δίνουν να καταλάβουν πως δεν μας χωρίζει τίποτα. Πως δεν έχουν απειλούνται από κάτι. Πως τα παιδιά τους δεν κινδυνεύουν από «λάθος πρότυπα».

[προς τη Μαρία Τσίμα] Πώς προσεγγίσατε έναν χαρακτήρα που κουβαλά τόσο βαρύ τραύμα;

Η καθημερινή επαφή τόσους μήνες με αυτό το υλικό ομολογώ ότι με άγχωσε πολύ, νιώθω συνεχώς ανεπαρκής, έχω χάσει τον ύπνο μου, πολλές φορές ήμουνα πολλή συναισθηματική αλλά  είχα τον Κυριάκο ( Μαρκάτο), τον Γιάννη  (Αναστασάκη), τη Μαρία (Κουρή) καθημερινά σε αυτόν τον μαραθώνιο. Σιγά σιγά και με την καθοδήγηση του Γιάννη άρχισα να σκέφτομαι ψύχραιμα, να μην είμαι υπεραναλυτική και εξωστρεφής, να μην ξοδεύω όλη της την ενέργεια σε συναισθηματικές εξάρσεις, να αναζητήσω πιο λιτούς τρόπους για να αποδοθεί το τραύμα.

Στο τέλος της παράστασης, ήταν εμφανής η έντονη συγκίνηση του κοινού. Υπάρχει κάποιο μήνυμα που θα θέλατε να πάρει μαζί του το ΛΟΑΤΚΙ+ και μη κοινό;

Μ.Τ.: Με συγκίνησε πολύ το γεγονός ότι ένας νέος άνθρωπος βγαίνοντας από το θέατρο  μου ζήτησε κλαίγοντας μια αγκαλιά.  Νομίζω ότι αυτή η αγκαλιά (πραγματική και ψυχική) είναι το ζητούμενο. Γιατί μόνο η αποδοχή και η αναγνώριση των τραυμάτων μπορούν να μας αλλάξουν. Έστω και λίγο.

Κ.Μ.: Θα ήθελα ο κόσμος να βγαίνει έξω και να συνειδητοποιεί πως δεν υπάρχει διαχωρισμός σε ΛΟΑΤΚΙ+ και μη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινό, πως όλοι μας έχουμε τις ίδιες ανάγκες για σύνδεση, αποδοχή, συντροφιά. Πως πρέπει να νιώθουμε τον πόνο του διπλανού μας και να κοιτάξουμε πώς μπορούμε να τον βοηθήσουμε.

Η παράσταση παίζεται στο Θέατρο ΕΛΕΡ κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00.

Περισσότερες πληροφορίες εδώ.
 

Ανδρομάχη Κουτσουλέντη

Ανδρομάχη Κουτσουλέντη

Παραλίγο να με λένε Αστραδενή, οπότε χαίρομαι με το Ανδρομάχη. Μου αρέσει πολύ να διαβάζω ό,τι έχει σχέση με φύλο, σεξουαλικότητα και φεμινισμό. Οι έρωτες της ζωής μου είναι τετράποδοι και τριχωτοί, και κοινώς αποκαλούνται γάτες.




Δες και αυτό!