Να ’μαστε πάλι εδώ, στο 63ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, εκπροσωπώντας περήφανα τη φωνή της Ελληνικής ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας. Για να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς, με το ANTIVIRUS είχα έρθει και πέρυσι αλλά δεν πιάνεται για ένα απλό λόγο: Πανδημία, μια κατάσταση θέασης που αφ’εαυτή έθετε εκ των πραγμάτων σοβαρότατους περιορισμούς στην παρακολούθηση, αλλά και σε όλη τη διαδικασία του φεστιβάλ. Οι παράλληλες online προβολές ήταν μια άριστη λύση ανάγκης, αλλά δεν ήταν δυνατό να υποκαταστήσουν τη μαγεία της μεγάλης οθόνης, ούτε το ζωντανό στοιχείο της συλλογικής παρακολούθησης και της συζήτησης – σχολιασμού των ταινιών.

γράφει η Δήμητρα Κυρίλλου

Τέλος πάντων, φέτος, έχοντας περισσότερο χρόνο και μια πρόσκληση για την τελετή λήξης, έκανα ένα ακόμη βήμα στο να παρακολουθήσω όσο περισσότερες ταινίες γίνεται και να επιχειρήσω μια αποτίμηση του φεστιβάλ.

Η επιστροφή του κοινού ήταν το ένα εμφανές γεγονός, οι γεμάτες αίθουσες και αλλεπάλληλες sold-outπροβολές.

Ένα δεύτερο ήταν η αναβαθμισμένη παρουσία των ταινιών με ΛΟΑΤΚΙ+ θεματική, με 15 πολύ ξεχωριστές δημιουργίες να διαγωνίζονται για το βραβείο Mermaid, συν μια ειδική προβολή της τελευταίας ταινίας του Πάνου Χ.Κούτρα «Dodo».

Το βραβείο Mermaid (βραβείο του Φεστιβάλ που απονέμεται στην καλύτερη ταινία ΛΟΑΤΚΙ+ θεματικής, από το 2018) φέτος αναδείχθηκε ακόμα περισσότερο, καθώς υποστηρίχθηκε από τη Mastercard, στο πλαίσιο της σταθερής υποστήριξής της στην ισότητα και την ορατότητα των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, με χρηματικό έπαθλο 3.000 ευρώ.

Ωστόσο, το Φεστιβάλ και η Mastercard, σταθεροί συνεργάτες τα τελευταία τέσσερα χρόνια, αποφάσισαν, με αυτή την αφορμή, να ανοίξουν τον δημόσιο διάλογο σχετικά με την ορατότητα και την αντιπροσώπευση της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας στον ελληνικό κινηματογράφο και την τηλεόραση. Γι’ αυτό, διοργάνωσαν ένα πολύ ξεχωριστό masterclass με θέμα «Η αναπαράσταση της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας στον ελληνικό κινηματογράφο και την τηλεόραση», στην οποία o ηθοποιός, σεναριογράφος και Ambassador της Αγοράς, Γιώργος Καπουτζίδης, και ο Καθηγητής Ιστορίας Θεάτρου και Ελληνικού Κινηματογράφου του Πανεπιστημίου Πατρών, Κωνσταντίνος Κυριακός μίλησαν μεταξύ τους και με το κοινό για αυτό το τόσο σοβαρό ζήτημα.

Μια επίκαιρη συζήτηση

Εννοείται ότι δεν υπήρχε περίπτωση να τη χάσω. Σάββατο 10.30 το πρωί, η αίθουσα Παύλος Ζάννας είχε γεμίσει ασφυκτικά, με ένα ακροατήριο που αποτελούσαν όχι μόνο οι «συνήθεις ύποπτοι» που πλαισιώνουν τα masterclass του φεστιβάλ, αλλά και νέοι άνθρωποι, κι αυτό αποτελεί μόνο δείγμα του τεράστιου ενδιαφέροντος για τα ζητήματα σεξουαλικότητας, προσανατολισμού και πώς αυτά εκφράζονται ή δεν εκφράζονται στα εικαστικά μέσα. Αξίζει να σταθούμε στα βασικά της σημεία:

Ο Κωνσταντίνος Κυριακός, παλιός γνώριμος του φεστιβάλ, μιας και είχε επιμεληθεί το μεγάλο αφιέρωμα στο queer σινεμά το 2018, έκανε το πρώτο άνοιγμα από το πάνελ, με μια ιστορική αναδρομή, άλλωστε ο ίδιος έχει εκτενές συγγραφικό έργο για τις ΛΟΑΤΚΙ+ αναπαραστάσεις στον Ελληνικό κινηματογράφο, ωστόσο απέφυγε την ακαδημαϊκή προσέγγιση, μπαίνοντας κατ’ευθείαν στο θέμα με το όνομα Ντιντής Τρεχαντήρης, ένα ονοματεπώνυμο που χρησιμοποιήθηκε στον Μεσοπόλεμο για να αποδώσει στοιχεία ταυτότητας στους τραυματικούς χαρακτήρες κάποιων θεατρικών έργων του μουσικού θεάτρου. Και συνέχισε: «Το αναφέρω γιατί σήμερα, που προσέχουμε πολύ πώς αποκαλούμε τους γύρω μας, συνεχίζει να ελλοχεύει η γλώσσα του μίσους και ταυτοχρόνως από την άλλη πλευρά ελλοχεύουν οι υπερβολές της πολιτικής ορθότητας. Με κάποιον τρόπο, ονοματίζοντας κάτι του δίνουμε μια ταυτότητα».

φεστιβάλ

Η ομιλία του Κ.Κυριακού επικεντρώθηκε στο στοιχείο ότι, στον ελληνικό χώρο η «υψηλή κουλτούρα» δεν ήταν ποτέ ξένη προς τις ομοερωτικές αποτυπώσεις. Πριν συστηματοποιηθεί η κινηματογραφική παραγωγή στη δεκαετία του ’50 στην Ελλάδα, με τα διάφορα αναδυόμενα στούντιο, ήδη υπήρχαν στον χώρο της τέχνης ομοερωτικές αναπαραστάσεις και πρόσωπα τα οποία, με υπόγειο τρόπο, εξέφραζαν τις ευαισθησίες, τα ενδιαφέροντα, τη θεματολογία, αυτό που αποκαλούμε «γενεαλογία της queer κουλτούρας», αυτού που συχνά αναφέρεται σαν αισθητική επιλογή με τον όρο «camp».

φεστιβάλ

Στη συνέχεια, ο κ. Κυριακός αναφέρθηκε με ορισμένες λέξεις-κλειδιά που αποδίδουν τα χαρακτηριστικά της αναπαράστασης της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, με κυριότερα το αόρατος, σαν να μην υφίσταται, στο με ποιον τρόπο θα παρουσιαστεί το ΛΟΑΤΚΙ+ άτομο (όταν παρουσιάζεται), ποιο είναι το βλέμμα του ενδοφιλμικού χαρακτήρα με τον οποίο συνυπάρχει και που προκαλεί τελικά τον εμπαιγμό με τη συμμετοχή του κοινού που χαχανίζει. Έχουμε έτσι την αναπαραγωγή μιας συνθήκης που έχει να κάνει με την «απαξίωση- γελοιοποίηση, ακόμη και τη δαιμονοποίηση».

Αυτό, σύμφωνα με τον κ. Κυριακό, άλλαξε στη Μεταπολίτευση, όταν άνθρωποι με διαφορετική κουλτούρα, εμπνευσμένοι από όσα συνέβαιναν στη Γαλλία (Μάης ’68), φτιάχνουν για πρώτη φορά ταινίες μικρού μήκους και κοινωνούν τις ιδέες αυτές στις εικόνες. Η κυκλοφορία του περιοδικού Αμφί και η δημιουργία του ΑΚΟΕ, το πέρασμα στην κατάργηση της προληπτικής λογοκρισίας ήταν βήματα προς τα μπρος, που ανακόπηκαν προσωρινά από την «αμφιθυμική» δεκαετία του ’80 με τον θεσμικό λαϊκισμό που καλλιέργησε τελικά την ομοφοβία, ωστόσο δόθηκε ευκαιρία στους κινηματογραφιστές να δημιουργήσουν ταινίες με σημασία. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και αρχές της δεκαετίας του ’90 έχουμε το New Queer Cinema, το οποίο περιλαμβάνει ανθρώπους όπως τον Αλέξη Μπίστικα και τον Κωνσταντίνο Γιάνναρη, τον Πάνο Χ. Κούτρα και τον Άγγελο Φραντζή. Τέλος, η τελευταία φάση ορίζεται με την κρίση, την άνοδο του «αλλόκοτου» ρεύματος, την περίοδο του κενού στις επιδοτήσεις των ελληνικών ταινιών. Ουσιαστικά, σηματοδοτείται από την προβολή της «Στρέλλας».

φεστιβάλ

Στη συνέχεια ο λόγος πέρασε στον Γιώργο Καπουτζίδη, ο οποίος ξεκίνησε αναφέροντας την «Εθνική Ελλάδος», σαν την πιο θαρραλέα τηλεοπτική σειρά στην εποχή της και στη συνέχεια σχολίασε την απεικόνιση των ΛΟΑΤΚΙ+ χαρακτήρων με βάση τις περιγραφές του πρώτου ομιλητή, λέγοντας: «Είναι μια αντιπροσώπευση τόσο ελλιπής, όσο κι αυτοί οι χαρακτήρες. Οι άνθρωποι αυτοί είναι ανέστιοι. Δεν τους βλέπουμε ποτέ σπίτι τους, να καλούν κόσμο, να υποδέχονται γκέι φίλους τους. Θα τους δούμε να ασχολούνται μονάχα με τη σεξουαλικότητά τους, το σεξ είναι το νούμερο ένα πράγμα στη ζωή τους. Δεν τους βλέπουμε σχεδόν ποτέ να λένε «σ’ αγαπώ», και δεν θα τ’ ακούσουν και ποτέ. Είναι μια ελλιπέστατη αντιπροσώπευση. Στο σημείο αυτό θέλω να ξεκαθαρίσω πως όλοι μας εδώ, που ασχοληθήκαμε με την αναπαράσταση της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, είμαστε κι εμείς για cancel, θα ήθελα να φύγει ο δαίμων της κουλτούρας του cancel από πάνω μας. Όλοι έχουμε κάνει λάθη σ’ αυτή την αποτύπωση. Σημασία έχει να δούμε από ‘δω και πέρα, πώς θα τα πάμε καλύτερα».

Η συζήτηση που άνοιξε στο κοινό ήταν εφ’όλης της ύλης και πολύ ζωντανή, τόσο που είναι εξαιρετικά δύσκολο να παρουσιαστεί γραπτώς. Από τη μεριά μου γκρίνιαξα ελαφρώς, για το πόσο μας λείπουν αναπαραστάσεις που να προσεγγίζουν τη σημερινή πραγματικότητα, μακριά από καρικατούρες και δαίμονες, χρειαζόμαστε περισσότερες «Σέρρες», «Ξενίες» και «Στρέλλες», και κατά τη γνώμη μου, στην κυρίαρχη τηλεοπτική και κινηματογραφική παραγωγή δυστυχώς εξακολουθούν να υπολείπονται.

ΛΟΑΤΚΙ+ ταινίες και Βραβείο Mermaid

Από το 2018, το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης υιοθέτησε περήφανα την πρακτική βράβευσης ταινιών με ΛΟΑΤΚΙ+ θεματική, εντάσσοντάς την στην αναγκαιότητα της υπεράσπισης της διαφορετικότητας, των ανθρώπινων δικαιωμάτων και στη δυνατότητα που προσφέρει να αναδεικνύονται ζητήματα, όπως η σεξιστική καταπίεση και η ομοφοβία – τρανσφοβία. Παράλληλα συμβάλλει στην ενίσχυση της ορατότητας της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας και της σωστής της αναπαράστασης.

Συχνά με ρωτούν: «Αφού είμαστε κατά των διακρίσεων, τι χρειάζεται ένα ΛΟΑΤΚΙ+ βραβείο; Μήπως αναπαράγει και διαιωνίζει την ανισότητα που θέλουμε να πολεμήσουμε;». Η (προφανής) απάντηση που δίνω είναι ότι ενόσω η ΛΟΑΤΚΙ+ ορατότητα και τα δικαιώματα της κοινότητας υπολείπονται από αυτά της υπόλοιπης κοινωνίας, ο,τιδήποτε συνεισφέρει στην βελτίωσή τους είναι απόλυτα αναγκαίο. Όταν απαλλαγούμε από την ομοφοβία και τον σεξισμό, μπορούμε να το ξανασυζητήσουμε. Μέχρι τότε, οι δράσεις που προβάλλουν την ορατότητα και τα δικαιώματά μας είναι αδιαπραγμάτευτες.

Φέτος είμαστε διπλά χαρούμενοι, μια και η χορηγός του βραβείου Mastercard το ενίσχυσε με χρηματικό έπαθλο 3000 ευρώ. Δεκαπέντε πολύ δυνατές ταινίες συγκρότησαν τη λίστα των διαγωνιζόμενων, από «μεγάλες» παραγωγές, όπως το «The whale» του Ντάρεν Αρανόφσκι,- που σηματοδότησε την επιστροφή του Μπρένταν Φρέιζερ στον πολύ απαιτητικό ρόλο ενός πατέρα που κάνει ετεροχρονισμένο «coming out»- και το «Πέτερ Φον Καντ» του αγαπημένου μας Φρανσουά Οζόν, ένας φόρος τιμής στον μεγάλο Φασμπίντερ με μια πειραγμένη εκδοχή του έργου του τελευταίου «Τα πικρά δάκρυα της Πέτρα Φον Καντ». Εδώ ο ήρωας είναι ένας γκέι άντρας, ένας εγωπαθής σκηνοθέτης που βρίσκει την τιμωρία όταν θα ερωτευτεί τρελλά έναν νεαρό Άραβα.

Στη λίστα του φεστιβάλ βρέθηκαν επίσης δυο ταινίες του επίσημου διαγωνιστικού προγράμματος, το εξαιρετικό «BlueJean» της Τζόρτζια Όουκλι μας ταξιδεύει πίσω στο χρόνο, στη Βρετανία της Θάτσερ και της διαβόητης παραγράφου (clause) 28, με την οποία, στο όνομα της υπεράσπισης των “αθώων” παιδιών και της “αγίας” οικογένειας, η συντηρητική κυβέρνηση προσπάθησε να επιβάλει αυστηρό έλεγχο στα σχολεία, ώστε “να μην προβάλλονται οι ομοερωτικές συμπεριφορές σαν κάτι το αποδεκτό”. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για χυδαία επίθεση στη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα, που τελικά ξέφτισε από την ίδια την πραγματικότητα και τους αγώνες του κινήματος. Στην πορεία ωστόσο, οδήγησε χιλιάδες λοατκι+ ανθρώπους να ζουν κάτω από τρελλή πίεση και να καταφεύγουν (πού αλλού;) στις ντουλάπες. Μια τέτοια περίπτωση είναι η θλιμμένη (blue) Jean της ταινίας, γυμνάστρια σε λύκειο στη βορειοανατολική Αγγλία, που ουσιαστικά υποχρεώνεται να ζει διπλή ζωή, ώστε να υπερασπιστεί τη δουλειά και την αξιοπρέπειά της. Επειδή όμως το προσωπικό είναι πολιτικό, η ίδια η καθημερινότητα θα την φέρει μπροστά σε τρομερά διλήμματα. Η άλλη ταινία από το διαγωνιστικοό είναι το «Wolf and dog» (Λύκοι και σκυλιά), όπου η Κλάουντια Βαρεζάου μας ξεναγεί στο νησί Σάου Μιγκέλ στις Αζόρες, σε ταυτόχρονες ιστορίες ενηλικίωσης με ήρωες νεαρά μέλη της queer κοινότητας, που ζουν στο δικό τους αυθόρμητο μήκος κύματος, αλλά και σε μια (όχι χωρίς τριβές) συνύπαρξη με τους θρησκευόμενους πολίτες της μικρής κοινωνίας.

Τον κατάλογο συμπληρώνουν μικρότερες, αλλά άκρως ενδιαφέρουσες παραγωγές που απολαύσαμε, όπως το docu-drama «Pornomelancolia» από το Μεξικό και το «Σχέδιο Φάντασμα» από τη Χιλή, ενώ την εγχώρια παραγωγή αντιπροσώπευσαν τα «Μπάσταρδα».

And the winner is…

Κυριακή και 13, ώρα 7 παρά, έξω από την ιστορική αίθουσα «Ολύμπιον», το δελτίο τύπου με τις βραβεύσεις μας έχει ευγενώς σταλεί λίγα λεπτά νωρίτερα με εμπάργκο δημιοσίευσης ως τις 8.30, όμως θέλω λίγη αγωνία… η οποία όμως παρατείνεται, καθώς η τελετή λήξης διαρκεί αρκετή ώρα, λόγω του γεγονότος ότι  όλο και περισσότερα βραβεία να προστίθενται στον θεσμό.

Λίγο μετά τις 8 ανακοινώνονται τα βραβεία Mermaid. Στη σκηνή του Ολύμπιον ανεβαίνουν τα μέλη της Επιτροπής του Mermaid Award του 63ου TIFF. Πρόκειται για τρεις ανθρώπους από τον κινηματογράφο και τη μουσική, με πλούσιο έργο στη ΛΟΑΤΚΙ+ θεματική, o σκηνοθέτης, σεναριογράφος, παραγωγός Αρκάιτζ Μπαστέρα από τη χώρα των Βάσκων, η μουσικός, συνθέτρια και DJ Μαριλένα Ορφανού και η Αμερικανίδα σκηνοθέτρια, σεναριογράφος και ηθοποιός Χάνα Περλ Αττ. Μαζί τους, η Λουκία Χωραφά, Διευθύντρια Marketing και Επικοινωνίας της Mastercard για Ελλάδα, Κύπρο και Μάλτα, η οποία στην ομιλία της τόνισε τη σταθερή θέση της Mastercard υπέρ της διαφορετικότητας και του δικαιώματος για ισότητα και αποδοχή της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας.

φεστιβάλ

Η Μαριλένα Ορφανού ανακοινώνει τη νικήτρια ταινία, «Εγώ και το κενό μου» (MY EMPTINESS AND I) του Αντριάν Σιλβέστρε και το σκεπτικό της επιτροπής:

«Συγκινηθήκαμε όλοι μας βαθιά από αυτή την ταινία. Είναι μια ταινία καίρια, ειλικρινής, στοχαστική, αλλά και ταυτόχρονα διασκεδαστική μια ταινία για όλους, προικισμένη με μια πραγματικά αποκαλυπτική ερμηνεία, από μια ηθοποιό που ελπίζουμε να ξαναδούμε σε πολλούς ακόμα ρόλους. Ο σκηνοθέτης κατάφερε να αφηγηθεί μια σύνθετη ιστορία με κινηματογραφική δεξιοτεχνία και να θίξει πολύπλοκα θέματα, αφήνοντάς μας παράλληλα με μια αίσθηση ελπίδας».

φεστιβάλ

Βρήκα την επιλογή εύλογη. Μια φρέσκια, βιωματική ταινία, που πραγματεύεται το ταξίδι μιας τρανς γυναίκας, της Ράφι προς τη σεξουαλική ενηλικίωση. Στην πορεία έχει να αντιμετωπίσει τις δικές τις αναστολές –κληροδότημα μιας κοινωνίας που απεχθάνεται τα τρανς άτομα, την απόρριψη, αλλά με θάρρος και ειλικρίνεια ανοίγει τον δικό της δρόμο για να «καλύψει το κενό». Και θα συναντήσει και την ανθρώπινη αλληλεγγύη. Ο Αντριάν Σιλβέστρε μας είναι γνώριμος από το προηγούμενο έργο του, το ντοκιμαντέρ «Sediments» (Ιζήματα), το οποίο είχαμε πρωτοδεί στο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης το 2020.

Στο διεθνές διαγωνιστικό, το μεγάλο βραβείο πήγε στο «Κάνω ηλεκτρικά όνειρα» της Βαλεντίνα Μαουρέλ, μια πολύ δυνατή ταινία από την Κόστα-Ρίκα. Πιο νωρίς όμως είχαμε ένα μικρό «δωράκι», με τη βράβευση της Ρόζι Μακ Γιούαν για την (υπέροχη) ερμηνεία της λεσβίας δασκάλας στο «Blue Jean». Η φιγούρα μιας γυναίκας που δοκιμάζεται καθημερινά λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού της αποτελεί επίκαιρη υπενθύμιση του πού δεν πρέπει να γυρίσουμε. Από την άλλη η Ράφι, με τη σθεναρή αναζήτηση της ταυτότητας φύλου είναι η εικόνα από το παρόν. Το ζητούμενο είναι ένα καλύτερο μέλλον για όλα μας, στο σινεμά και στην πραγματικότητα.

1 ΣΧΟΛΙΟ

Comments are closed.