Όταν ένας κυβερνητικός εκπρόσωπος απειλεί δημοσιογράφο με SLAPP σε ζωντανή μετάδοση, δεν πρόκειται για ένα ξέσπασμα. Είναι η κορυφή ενός πολύ βαθύτερου μηχανισμού ελέγχου της πληροφορίας.
Όταν οι άνθρωποι μιλούν για δημοκρατία, λανθασμένα η λέξη ταυτίζεται συχνά με με το πολίτευμα στο οποίο ζούμε σήμερα, που είναι η αστική δημοκρατία. Αυτό είναι απλουστευτικό, αλλά όχι εντελώς αυθαίρετο. Στην αστική δημοκρατία υπάρχουν κάποια επίπεδα δημοκρατίας που μπορούμε να απολαμβάνουμε και να αξιοποιούμε για να βελτιώνουμε τις ζωές μας. Αντίθετα, μας απαγορεύεται (συνήθως σιωπηρά) η πρόσβαση σε άλλα επίπεδα λήψης αποφάσεων για τις περισσότερες σφαίρες της κοινωνικής μας ζωής.
Η ελευθεροτυπία, μαζί με τον εκλέγειν και το εκλέγεσθαι, αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δικαιώματα δημοκρατίας που μπορούμε να εξασκήσουμε σε μια αστική δημοκρατία. Ενώ τα επίπεδα δημοκρατίας που απαγορεύονται σχεδόν εξ ορισμού είναι το να αποφασίζουμε για το τι παράγουμε, πώς οργανώνεται η εργασία μας και πώς διανέμεται το προϊόν της εργασίας μας.
Ακόμα όμως και για τα δικαιώματα που θεωρητικά απολαμβάνουμε, χωράει πολύ μεγάλη συζήτηση τι πραγματικά συμβαίνει όταν η άσκησή τους στρέφεται ενάντια σε πολύ μεγάλα συμφέροντα. Για παράδειγμα, η ελευθεροτυπία γίνεται συχνά ψευδεπίγραφη έννοια, κυρίως με τρόπους που δεν τους πιάνει το μάτι μας.
Οι κυριότεροι τρόποι με τους οποίους ελέγχεται η πληροφορία δεν είναι οι δολοφονίες δημοσιογράφων. Ούτε καν οι απειλές και οι μηνύσεις σε αυτούς. Προηγούνται πολύ πιο εκλεπτυσμένοι τρόποι ελέγχου της πληροφορίας και κατασκευής συναίνεσης προς τα σχέδια των ελίτ. Επομένως, συνήθως η εξουσία δεν χρειάζεται να φτάσει μέχρι εκεί και να δείξει την ωμή ισχύ της. Έχει φροντίσει για αυτό η αστική δημοκρατία και οι νόμοι της. Για παράδειγμα, «αχαλίνωτη απορρύθμιση» ονομάστηκε στη βιβλιογραφία η «απελευθέρωση των συχνοτήτων» που έδωσε σχεδόν όλα τα τηλεοπτικά κανάλια σε ολιγάρχες.
Συνεπώς πιο πιθανό είναι ένας δημοσιογράφος να αυτολογοκριθεί για να μην διακινδυνεύσει την απόλυσή του, παρά να φάει σφαίρα. Πιο συχνό είναι οι έρευνες ή η κριτική προς τα μεγάλα συμφέροντα να παραμένουν γνωστές σε έναν μικρό κύκλο, παρά να τις δουν πολλοί άνθρωποι και το κατεστημένο να απειληθεί και να δράσει βίαια. Όταν συμβαίνει αυτό, κάτι στο σύστημα έχει αποτύχει. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να διαβαστεί και η απειλή SLAPP που εκτόξευσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος εναντίον μου: όχι ως προσωπικό επεισόδιο, αλλά ως συμπύκνωση μιας ευρύτερης λογικής πειθάρχησης.
Ένας πολύ ισχυρός παράγοντας, που ουσιαστικά διορίζει τον διευθύνοντα σύμβουλο της ΕΡΤ, που μπορεί να πάει σε οποιοδήποτε κανάλι, οποτεδήποτε το θέλει, δεν αρκέστηκε στους συνήθεις τρόπους για να περάσει το μήνυμά του, αλλά απείλησε ευθέως δημοσιογράφο μετά από μια ερώτηση. Μια ερώτηση για τους 15 νεκρούς στη Χίο.
Και αυτό συνέβη γιατί με τις επανειλημμένες διευκρινιστικές ερωτήσεις παραβιάστηκε αυτό που για τους Τσόμσκι και Χέρμαν αποτελεί βασική επιλογή της εξουσίας για την «κατασκευή της συναίνεσης: η απουσία διαλόγου».
Ο διάλογος και ο πραγματικός έλεγχος της εξουσίας έδωσαν στα βίντεο με τις ερωτήσεις εκατομμύρια προβολές. Έτσι η «συνωμοσία σιωπής» είχε ήδη σπάσει. Και χρειαζόταν κάποια άλλη συνταγή από αυτές που δοκίμαζε η κυβέρνηση για έναν χρόνο.Οι προσβολές δεν έπιασαν. Ο κόσμος έβλεπε δημοσιογράφους να ρωτούν γιατί δεν λειτουργούν τα φανάρια στα τρένα και τον κυβερνητικό εκπρόσωπο να απαντά με προσωπικές επιθέσεις. Η αποφυγή απάντησης δεν έπιασε, γιατί κάθε φορά που απέφευγε την ερώτηση οι δημοσιογράφοι ξαναρωτούσαν. Ούτε η οριοθέτηση του τι μπορούμε να ρωτάμε και τι όχι έπιασε, γιατί δεν θα δεχτούμε υποδείξεις από την εξουσία τι ερωτήσεις προτιμά. Και κάπως έτσι, αφού δεν έπιανε τίποτα άλλο, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος θεώρησε λανθασμένα ότι με την απειλή SLAPP (εκφοβιστική αγωγή) θα πετύχει αυτό που θέλει. Το κακό είναι ότι ο υπεύθυνος για τη νομοθέτηση ενάντια στις SLAPP είναι ο πρώτος πολιτικός στην ιστορία της χώρας που απείλησε με SLAPP σε ζωντανή μετάδοση.
Το ακόμα χειρότερο είναι ότι την επόμενη μέρα το συνέχισε, μιλώντας όχι για έναν δημοσιογράφο, αλλά για ένα «κύκλωμα δημοσιογράφων» που έχει ως στόχο την «αποσταθεροποίηση της χώρας».
Μα τι δημοκρατία είναι αυτή που μπορεί να αποσταθεροποιείται με μία ερώτηση;









