Μια συζήτηση με τον δημιουργό του «Μη γελάτε, θα σας δει ο κόσμος»

Έκανε πρεμιέρα στο 66ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και ξεκινά τις προβολές της στις 27 και 28 Απρίλη στην Αθήνα, στο σινέ Νιούμαν. Η νέα ταινία του Νικόλα Δημητρόπουλου (Καλάβρυτα 1943) είναι ένα γλυκόπικρο χαρμάνι από καταστάσεις, σκέψεις και προκλήσεις στην Ελλάδα του σήμερα, περισσότερο ή λιγότερο οικείες, δοσμένες με χιούμορ και ευαισθησία.

Το στόρι ακολουθεί δυο αδελφές που έχουν ακολουθήσει διαφορετικά μονοπάτια, τη Μαρία (Μαρία Αποστολακέα), άτομο ανεξάρτητο που ζει τη ζωή της και που βρίσκεται ξαφνικά μπροστά σε μια απρόβλεπτη εγκυμοσύνη, και την αδελφή της Έλενα (Μαντώ Γιαννίκου), η οποία μετά τον θάνατο του συζύγου της έχει βρει καταφύγιο στη θρησκεία. Το μνημόσυνο της μάνας τους τις φέρνει να συναντηθούν στην Αθήνα (η Μαρία μένει σε νησί όπου ασχολείται με τα τουριστικά), μέσα σε «άβολες» συνθήκες και ηθικά διλήμματα που έχουν να διαχειριστούν, όπως και το «τι θα πει ο κόσμος», ωστόσο θα βγάλουν την άκρη.

Συζητώντας με τον δημιουργό, Νικόλα Δημητρόπουλο, για την ταινία και άλλα πολλά…

Συμβαίνει συχνά, όταν άνδρες σκηνοθέτες παρουσιάζουν γυναικείους χαρακτήρες, ακόμα και με τις καλύτερες (μη σεξιστικές) προθέσεις, λόγω της οπτικής τους γωνίας να αναπαράγουν λάθος απεικονίσεις και ενίοτε κλισέ, τα οποία υποτίθεται ότι θα ήθελαν να καταρρίψουν. Αυτό βλέπω με χαρά ότι δεν συνέβη στο σενάριο, ούτε στο τελικό αποτέλεσμα της ταινίας σου. Πώς κατάφερες να προσεγγίσεις τους δυο γυναικείους χαρακτήρες;

Να ξεκινήσω με το σενάριο: Με την κεντρική πρωταγωνίστρια, Μαρία Αποστολακέα και τον παραγωγό, Τάσο Κορωνάκη θέλαμε αρχικά να κάνουμε μια άλλη ταινία, η οποία τελικά δεν πήρε χρηματοδότηση (αν και ακόμη την παλεύουμε). Σ’ όλη αυτή την διαδικασία συζητήσαμε πολύ για τη γονεϊκότητα και το τι σημαίνει να μεγαλώνουμε ηλικιακά, τόσο με τη Μαρία, όσο και με την πρώην σύντροφό μου, Νικολέτα (Κοντούλη), με την οποία έχουμε ένα δεκαεξάχρονο αγόρι και, κάπως έτσι προέκυψε ο χαρακτήρας της ηρωίδας. Είχα επηρεαστεί επίσης από ένα βιβλίο που είχα διαβάσει, το «A case of need» του Μάικλ Κράιτον, που το είχε γράψει πολύ παλιά με ψευδώνυμο και αφορούσε τις παράνομες τότε εκτρώσεις από τους λεγόμενους «back ally doctors», με τεράστιους κινδύνους για τις γυναίκες που υποβάλλονταν σε αυτές. Στη Μαρία Αποστολακέα λοιπόν χρωστάω τη ματιά αυτή, εγώ πιο πολύ πέρασα τις δικές μου σκέψεις μέσω του χαρακτήρα του Μιχάλη (Ακύλλας Καραζήσης), όπου σαν μπαμπάς βρίσκομαι κάπως κι εγώ εκεί.

Συμφωνώ για τη ματιά, ένα παράδειγμα προς αποφυγήν είναι κατά τη γνώμη μου η ταινία Η ζωή της Αντέλ, που μου άρεσε πολύ, εκτός από τις ερωτικές σκηνές που ήταν φανερό ότι τις έστησε ανδρικό μάτι. Εγώ προσπαθώ να εστιάζω στον άνθρωπο, όχι στον σεξουαλικό προσανατολισμό, ούτε στην ταυτότητα φύλου. Έχω ζήσει ανάμεσα σε γυναίκες, με την αδελφή μου που μεγαλώσαμε μαζί και είμαστε κοντά, τη σύντροφό μου. Η Μαρία (Αποστολακέα) βοήθησε πάρα πολύ στο στήσιμο και την απόδοση της ιστορίας, χωρίς δήθεν και περίεργα πλάνα, έτσι το προσέγγισα, δεν ήταν κάτι συνειδητό, έτσι προσεγγίζω τα πράγματα, και τα λεπτά ζητήματα, δεν ήθελα να θίξω κανένα άτομο. Πολλοί άντρες δουλεύουν με γυναικεία θέματα, η αλήθεια είναι όχι πάντα με τον σωστό τρόπο.

Όταν ολοκλήρωσα το σενάριο το έδωσα και το είδε και η Νικολέτα,  πρότεινα μάλιστα και στις δυο να αναφερθούν τα ονόματά τους στα credits αλλά αρνήθηκαν.

Έχουμε λοιπόν δυο πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες γυναικών που δοκιμάζονται. Με χαροποίησε, και εξηγείται με όσα μόλις ανάφερες, το στοιχείο ότι σε καμιά στιγμή δεν βγάζουν διάθεση για οίκτο, ούτε καταφεύγουν σε στερεοτυπικές εξυπνάδες, αντίθετα αντιμετωπίζουν με χιούμορ, ενίοτε με (αυτο)σαρκασμό -ειδικά η Μαρία- τις καταστάσεις στις οποίες έχουν βρεθεί.

Η Μαρία (Αποστολακέα) είναι από την αρχή η κεντρική ηρωίδα. Κάποια στιγμή ήθελα να μπλέξω στο στόρι και την ιστορία των Τεμπών, για να θίξω το ζήτημα της απώλειας, αλλά ευτυχώς τελικά δεν το έκανα, θα ξέφευγε από τον πυρήνα της υπόθεσης. Ήθελα λοιπόν να συνδέσω το θέμα της αυτοδιάθεσης του σώματος με το δράμα της θρησκευόμενης γυναίκας που βρέθηκε στην Εκκλησία λόγω μιας μεγάλης απώλειας και τελικά προτίμησα να έχει χάσει τον άντρα της. Έτσι η μια αδελφή γίνεται θρήσκα η άλλη καθόλου. Στην οικογένειά μου έχω ανθρώπους που έχουν χάσει κοντινά τους άτομα και έχουν στραφεί στη θρησκεία κι αυτό το σέβομαι, φτάνει να μην γίνεται καταπιεστικό. Άλλωστε δεν βρίσκω κάποιο πρόβλημα στην θρησκευτικότητα σαν πνευματική κατάσταση, αλλά στο «οργανωμένο».

Η αδελφική σχέση, το πείραγμα, όσα λέγονται χωρίς να λέγονται, το να μεγαλώνεις μαζί, αλλά οι χαρακτήρες διαφέρουν, έτσι προέκυψαν αυτές οι δυο. Το τρίτο πρόσωπο, ο Μιχάλης ήθελα να αντιπροσωπεύει τη φιλία, αν και  πολλοί νόμιζαν ότι κάτι ερωτικό θα γίνει με τη Μαρία, -ξέρεις στον κινηματογράφο όλοι περιμένουν να προκύψει μια ερωτική ιστορία, όμως υπάρχουν ωραίες φιλίες που δημιουργούνται σε απρόβλεπτες στιγμές κι αυτό ήθελα να αναδείξω. Επίσης μέσω αυτού έκφρασα τα προσωπικά μου άγχη σαν μπαμπάς, ότι μεγαλώνει ο γιος μου και σε λίγο δεν θα μου μιλάει… που λέει ο λόγος, θα κάνει τη ζωή του κι έτσι πρέπει.

Τι θα πει ο κόσμος; Με αυτή τη φράση θέλεις να σχολιάσεις την ελληνική κοινωνία;

Εννοείται, η Ελλάδα είναι ακόμη πολύ συντηρητική, η Αθήνα και οι μεγάλες πόλεις λιγότερο, η νεολαία είναι διαφορετική, ανάλογα πάντα και πού μένεις, βλέπω κάποιες φορές ένα πιο ανοιχτό σκεπτικό, αλλά επειδή μεγάλωσα στην Αγγλία, πάντα μου φαινόταν πίσω η Ελλάδα, όχι γενικά σε όλα, αλλά στο ζήτημα της αποδοχής των επιλογών και των ταυτοτήτων ενός ατόμου, είτε αυτό είναι το αν θέλει να κάνει, παιδί, είτε ο σεξουαλικός προσανατολισμός. Βέβαια κάνω συγκρίσεις με το Λονδίνο, που θεωρείται πιο δεκτικό. Σε κάθε περίπτωση δεν ήθελα το σενάριο να βγάλει διδακτισμό, δεν κάνουμε μάθημα, και για αυτό δεν κατακρίνω την αδελφή που είναι θρήσκα, ας είναι αυτή που είναι…

Επέλεξες στην ιστορία σου να συμπεριλάβεις κι ένα ζευγάρι λεσβιών. Τι σε παρακίνησε;

Ναι, έχω μια θρήσκα θεία με την οποία δεν μιλάμε κι αυτό δεν είναι καλό βέβαια, και κάθε φορά που μιλάει με τη μάνα μου, της λέει πράγματα, όπως ότι το να είσαι γκέι είναι αμαρτία, ενώ όταν η μαμά μου της υπενθυμίζει ότι για παράδειγμα υπάρχουν παπάδες που παρενοχλούν παιδάκια, υπεκφεύγει. Έτσι θέλησα να εισάγω στο στόρι ένα ζευγάρι γυναικών. Θα μπορούσε να είναι  γκέι γιος, αλλά δεν ήθελα να αφήσω το περιθώριο για ερμηνείες με κουτάκια τύπου ότι η απουσία του πατέρα κάνει το αγόρι γκέι…

Χμμ, κάποιοι έτσι κι αλλιώς θα βρουν κάτι να πουν για να αιτιολογήσουν το «κακό». (γέλια). Καλή ιδέα, καθώς τα γυναικεία ζευγάρια είναι λιγότερο ορατά.

Θα ήθελα να προσθέσω ότι η ερωτική σκηνή ανάμεσα στα δυο κορίτσια πραγματοποιήθηκε παρουσία intimacy coordinator (Νικολέτα Κοντούλη). Πάντως οι δυο ηθοποιοί ανταποκρίθηκαν με μεγάλη άνεση. Βλέπω ότι οι γυναίκες είναι πιο ανοιχτές στο να δοκιμάζουν πράγματα, αγαπάνε πιο πολύ με την καρδιά, έχουν λιγότερα στερεότυπα. 

Να πω κι εγώ ένα στερεότυπο λοιπόν, οι γυναίκες είναι κατά μέσο όρο καλύτερες των ανδρών. (γέλια). Χάρηκα που αναφέρεσαι στους Woke, anti-woke πολέμους.

Ναι, θέλησα να το βάλω! Κάποια στιγμή βλέπαμε με το παιδί μου φωτογραφίες από το σχολείο του και σχολιάζαμε τον τάδε και τη δείνα, και μου λέει «αυτή είναι λεσβία». Προς στιγμή νευρίασα -νόμισα ότι το έλεγε επικριτικά-, αλλά τελικά μου εξήγησε ότι απλά η ίδια έτσι αυτό-προσδιορίζεται και είναι out, και όλα οκ. Συλλογίστηκα πώς έχουν αλλάξει κάποια πράγματα σε σχέση με παλιά. Την ίδια στιγμή όμως, στα ΜΜΕ βλέπω απαράδεκτα σχόλια να, με αφορμή την κοπέλα που πέθανε στην Κεφαλονιά, σχολιάζεται τι φόραγε και τι δε φόραγε, πώς βαφόταν κλπ.

Εκτός από την βασική ιστορία, βλέπω ότι δεν διστάζεις να θέσεις στην ταινία ανοιχτά τα μεγάλα πολιτικά ζητήματα και προκλήσεις, όπως τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη.

Τα ζητήματα που αναφέρονται στην ταινία, ειδικά το Παλαιστινιακό, είναι τόσο ξεκάθαρα, που πραγματικά δε με νοιάζει αν βρεθεί κάποιος να ενοχληθεί. Χωρίς να είναι άμεσα πολιτική η ταινία, μπορεί και οφείλει να δώσει ένα στίγμα, με ποια πλευρά είμαστε. Έχοντας περάσει από τον χώρο της διαφήμισης, έχω διδαχτεί πολλά για το πώς και ποια μηνύματα μπορείς να περάσεις. Στη Γάζα πεθαίνουν παιδιά, το Ισραήλ -και διακρίνω το κράτος από τους ανθρώπους Εβραϊκής καταγωγής- συνεχίζει και κρύβεται πίσω από την ιστορία τους, και η δική μας κυβέρνηση συνδέεται με όλα αυτά, με εμπορικές συμφωνίες, τα βλέπεις.

Να μιλήσουμε για το soundtrack μου μου άρεσε πολύ και βρίσκω ότι δένει με τις καταστάσεις;

Ο Περικλής (Αγιανοζόγλου) και ο Μέμος (Πιλαφτσής) από το συγκρότημα Mani Deum είναι φίλοι μου, με τον Περικλή είχαμε συνεργαστεί στο παρελθόν σε μια ταινία μου μικρού μήκους. Επειδή αυτή εδώ η ταινία είχε μικροσκοπικό budget, τα παιδιά δούλεψαν ουσιαστικά δωρεάν, ωστόσο έριξαν πολλή δουλειά, την παρακολουθούσα και επικροτούσα αυτά που συνέθεταν και τελικά απλά ζητήσαμε να μας παραχωρήσουν τα δικαιώματα για την ταινία.   

Ας μιλήσουμε και για εσένα σαν κινηματογραφιστή. Αυτή η ταινία διαφέρει πολύ από την προηγούμενή σου (Καλάβρυτα 1943) και παλιότερες ταινίες που έχεις κάνει  όπως το Alter Ego.

Δεν ξέρω αν έχει να κάνει με το ότι μεγάλωσα στην Αγγλία, αλλά από σινεμά μου αρέσουν όλα τα είδη, θα δω και σαχλαμάρα και κουλτούρα, αλλά βέβαια σαν σκηνοθέτης δεν μπορώ να τα κάνω όλα. Θα μπορούσα, αλλά δεν θα έκανα καλά μια ταινία ύφους Λάνθιμου, δεν θα ήταν καλή γιατί δεν το αισθάνομαι αν και μου αρέσει να τις βλέπω. Οι παλιότερες ταινίες που έκανα δεν ήταν σε δικά μου σενάρια, ήταν κάτι σαν «ανάσες». Τα Καλάβρυτα τα αγάπησα, τα έκανα από τη βούληση να αναδείξω το ρόλο της αντίστασης στην Ελλάδα στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, ένα στοιχείο πολύ λίγο γνωστό -και δεν το λέω καθόλου από πατριωτισμό.

Υπάρχει μια ακόμα ταινία που έχω γράψει και αναζητά χρηματοδότηση, σχετικά με μια μάνα που έχει χάσει το γιο της, πρόκειται για ιστορία εκδίκησης, επίσης έχουμε καταθέσει για μια κωμωδία που έχω γράψει και άλλη μια στην κατηγορία θρίλερ/horror, την οποία θα προσπαθήσω να υλοποιήσω με crowdfunding επειδή, η Ελλάδα είναι τόσο μικρή, όλοι παλεύουμε στο Κέντρο Κινηματογράφου, και παίρνει η όλη διαδικασία 2-3 χρόνια, αν γίνει δεκτή. Μπορεί να φάω τελικά τα μούτρα μου αλλά, είναι ωραίο να δημιουργούμε, και καθώς έχω κάποια άτομα γύρω μου που με στηρίζουν και προσπαθώ το ίδιο κι εγώ όταν βρω χρηματοδότηση, το παλεύω. Σε κάθε περίπτωση, δεν μου αρέσει να με βάζουν σε κουτάκια, αν μου λέει κάτι η ταινία, πάμε να την κάνουμε!

INFO: Το Μη γελάτε, θα σας δει ο κόσμος κάνει Αθηναϊκή πρεμιέρα στις 27 και 28 Απρίλη στο Newman Cinema, Σεβαστουπόλεως 117




Δες και αυτό!