Με αφορμή την παράσταση Pietà, μιλήσαμε με τη σκηνοθέτιδα Μάρθα Μπουζιούρη.

Στο καλλιτεχνικό σύμπαν της Μάρθας Μπουζιούρη λευκές κουρτίνες μας χωρίζουν απ’ τις αναμνήσεις μας, οι γυναίκες διαχειρίζονται το πένθος τους συλλογικά και η σκηνή γίνεται πεδίο για την επαναδιαπραγμάτευση του τραύματος. Σε μια κοινωνία που σε ό,τι αφορά στη διαχείριση της ακρότατης έκφανσης της έμφυλης βίας, αρκείται να μαθηματικοποιεί τις γυναικοκτονίες καθιστώντας τες απλώς τραυματικά ποσοστά σε ετήσιες λίστες, η Μάρθα πιστεύει πως το θέατρο- ντοκιμαντέρ μπορεί να λειτουργήσει ως χαραμάδα φωτός στο σκοτάδι που αφήνει πίσω της η μεγαλύτερη απώλεια, ο θάνατος ενός παιδιού – η γυναικοκτονία – μ’ αυτόν τον τρόπο.

Η έμπνευση

Έμπνευση για την παράστασή της αποτέλεσε το ομώνυμο γλυπτό του Μιχαήλ Άγγελου, ένα έργο τέχνης που απλώνεται και κατακλύζει τον χώρο που το φιλοξενεί στο Βατικανό. με τον ίδιο τρόπο που απλώνεται και κατακλύζει το πένθος την ψυχή μιας μάνας που θρηνεί μια κόρη – θύμα γυναικοκτονίας.

«Ήταν έμπνευση το γλυπτό του Μιχαήλ Άγγελου – η Παναγία που κρατάει στα χέρια της τον νεκρό Ιησού – γιατί αποτελεί την ενσάρκωση του μητρικού πένθους, ωστόσο εδώ παίρνει έναν χαρακτήρα σχεδόν υπερβατικό. Αν κοιτάξεις προσεκτικά το γλυπτό, θα δεις πως το πρόσωπο της Παναγίας είναι γαλήνιο, με μια νεανική ομορφιά που δεν αντιστοιχεί στη βιολογική της ηλικία τη στιγμή του θανάτου του παιδιού της. Η όψη της είναι πέρα από το πένθος. H θέαση της Pietà ενεργοποιεί μια διαδικασία ίασης, έχει μια θεραπευτική διάσταση, η οποία λειτουργεί ως κάθαρση σε ψυχοσυναισθηματικό επίπεδο», αναφέρει η σκηνοθέτιδα της παράστασης. Το ίδιο φαίνεται να επιχείρησε και η ίδια με τη δική της Pietà, εφορμώντας από αυτό το όριο ανάμεσα στο πένθος και τη μετάβαση, στο πώς συνεχίζεται η ζωή μετά την υπέρτατη απώλεια.

Φωτογραφία: Π. Σκαφιδας

Η αφορμή

«Ο τρόπος με τον οποίο φτάνει η είδηση μιας γυναικοκτονίας σε εμάς, από τη μία δημιουργεί μια ζωτικής σημασίας ορατότητα που σιγά – σιγά τοποθετεί τα πράγματα και στην πολιτική τους βάση, και από την άλλη μεριά ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνείται και γίνεται δημόσιος λόγος, έχει έναν χαρακτήρα μεμονωμένου περιστατικού, στατιστικού δεδομένου. Αυτή η μαθηματικοποίηση, η κατανάλωση μιας πληροφορίας ως θεατή με συντρίβει», αναφέρει η Μάρθα Μπουζιούρη, που σκηνοθέτησε τη δική της Pietà αντιμετωπίζοντάς την ως θεραπευτική διαδικασία αποκλειστικά μεταξύ γυναικών. Στην παράστασή της συνέβαλλαν πέντε μάνες θυμάτων γυναικοκτονίας οι: Κούλα Αρμουτίδου (μητέρα Ελένης Τοπαλούδη), Ελένη Κρεμαστιώτη (μητέρα Ερατώς Μανωλακέλλη), Κατερίνα Κώτη (μητέρα Ντόρας Ζαχαριά), Αλεξάνδρα Μάκου (μητέρα Γαρυφαλλιάς Ψαρράκου) και Ρόζα Φωτιάδου (μητέρα Σοφίας Σαββίδου), τέσσερεις γυναίκες ηθοποιοί, και μια ομάδα δημιουργικών συνεργατριών στη μουσική, τα φώτα, τα σκηνικά και τα κοστούμια.

Η διαδικασία

«Αρχίσαμε λοιπόν να επαναδιαπραγματευόμαστε αυτό το ανοιχτό τραύμα μέσα απ’ το κανάλι της δικιάς τους ανάγκης και επιθυμίας. Μου μιλούσαν για όσα ήθελαν να μιλήσουν, για όσα ήθελαν να μοιραστούν. Δημιουργήθηκε έτσι ένας χώρος αμοιβαίας εμπιστοσύνης και ευαλωτότητας, τον οποίο μοιραστήκαμε με τέσσερεις γυναίκες ηθοποιούς, τη Νικολίτσα Αγγελακοπούλου, τη Μαριάνθη Παντελοπούλου, τη Μαρία Μοσχούρη και την Ελίνα Ρίζου. Στο είδος του θεάτρου – ντοκιμαντέρ ο ερμηνευτής πλοηγείται βιωματικά μέσα στο υλικό των πραγματικών προσώπων όχι με όρους ταύτισης αλλά ψυχοσυναισθηματικής κατανόησης. Στην Pietà, για παράδειγμα, μια ηθοποιός μπορεί να «ενσαρκώνει» μια μάνα, μετά μια κόρη και μετά τον εαυτό της, επιχειρώντας να πλησιάσει το τραυματικό υλικό το οποίο καλείται να διαχειριστεί, να αφουγκραστεί τι συμβαίνει στον Άνθρωπο, πλοηγούμενη σε μια οργανική αλληλουχία μη – ρόλων», σημειώνει.

Φωτογραφία: Π. Σκαφιδας

Άκρως πραγματικό ερώτημα αποτελεί το εξής: πως μπορούν οι θηλυκότητες να μιλήσουν για τη γυναικοκτονία ξεπερνώντας την οργή, την αγανάκτηση, ή την αμηχανία που πιθανόν να προκαλεί μια τέτοια δημόσια συζήτηση; «Το πρώτο ερώτημα που προέκυψε ήταν το: “πώς;”, “πώς να μιλήσεις γι αυτό;”. Η αλήθεια είναι ότι πέρασε ένα πολύ μεγάλο διάστημα αμφιταλαντεύσεων, δισταγμών και αντιστάσεων, μέχρι να βρω τον τρόπο να μιλήσω για το ζήτημα της ακρότατης έκφανσης της έμφυλης βίας που είναι οι γυναικοκτονίες. Πολύ οργανικά η γυναικεία μου φύση με οδήγησε στο να αναζητήσω άλλες γυναίκες. Οι γυναίκες αυτές βιώνουν ένα πένθος στο διηνεκές. Υπάρχει ζωή μετά. Ναι. Δεν πρέπει να είναι ταμπού να μιλάμε για τη ζωή μετά. Αυτή συνυπάρχει όμως με αυτό το πένθος στο διηνεκές. Το ένα δεν ακυρώνει το άλλο», αναφέρει σχετικά.

«Βρήκα πρώτα την Αλεξάνδρα, τη Μαμά της Γαρυφαλλιάς χωρίς να γνωρίζω για τη φιλία που τη συνδέει με τις άλλες μαμάδες. Είχαν αναζητήσει η μία την άλλη, πολύ πριν τις συναντήσω εγώ. Όταν τελειώσαμε εκείνον τον πρώτον καφέ μου λέει η Αλεξάνδρα: «Θέλω οπωσδήποτε να γνωρίσεις την Ελένη, την μαμά της Ερατούς». Το γεγονός αυτής της σχέσης προσέθεσε καινούριες αποχρώσεις στον τρόπο προσέγγισης του πένθους, έβαλε ορισμένες έμφυλες διαστάσεις, της αλληλοφροντίδας, της στοργής, της γυναικείας φιλίας. Το ενδιαφέρον εδώ είναι το κατά πόσο η μοναδική υποκειμενική αλήθεια – βίωμα  του κάθε ανθρώπου, μπορεί να βρει τομή και να συμπλεύσει με μια συλλογικότερη αλήθεια – βίωμα . Αυτό όμως δεν είναι κάτι που επιβάλλει το θέατρο. Είναι κάτι που συναισθητικά ενεργοποιείται ή όχι», προσθέτει.

Φωτογραφία: Π. Σκαφιδας

Μάρθα Μπουζιούρη μπορεί το πένθος να γίνει επαναστατικό εργαλείο;

Από κάθε άποψη η παράσταση Pietà σημαίνει το ξεκίνημα ενός δημόσιου διαλόγου για το φαινόμενο των γυναικοκτονιών από τις ίδιες τις γυναίκες. «Ο τρόπος με τον οποίο η κάθε μητέρα επεξεργάζεται την απώλειά της είναι πάρα πολύ διαφορετικός, φωτίζοντας ετερόκλητες όψεις που συνυπάρχουν και εναλλάσσονται. Υπάρχουν στιγμές οργής, στιγμές σιωπής, στιγμές γαλήνης κι επαφής με τα κορίτσια τους σε ένα επίπεδο υπερβατικό. Θαυμάζω ιδιαίτερα τον τρόπο με τον οποίο καταφέρνουν – δεν ξέρω πώς αλλά το κάνουν όλες – να μετασχηματίσουν αυτό το πένθος και να κάνουν αυτή τη μετάβαση από το ιδιωτικό στο συλλογικό, σ’ έναν αγώνα δημόσιο εναντίον της έμφυλης βίας, έχοντας η μία την άλλη στο πλευρό της», μας λέει η Μάρθα υπενθυμίζοντας μας με τον δικό της τρόπο πως το πένθιμο μπλε μπορεί να γίνει το πιο ζεστό χρώμα.

Πληροφορίες Παράστασης:

Παρασκευή στις 21:00, Σάββατο στις 21:30 και Κυριακή στις 18:30 έως τις 19 Νοεμβρίου.

Εισιτήρια: https://www.more.com/theater/pieta/

ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ: Γενική είσοδος 18€, Μειωμένο (Άνεργοι, Φοιτητές, ΑΜΕΑ, άνω των 65) 15€.

Pietà στο θέατρο του Νέου Κόσμου | Για όλες τις δολοφονημένες που λείπουν