Ορισμένες οι αντιδράσεις των ΛΟΑΤΚΙ+ ακτιβιστών, μετά την αποκάλυψη ότι τουλάχιστον εννέα γυναίκες έχουν υποστεί άγρια κακοποίηση και έχουν δολοφονηθεί στο Εκουρχουλένι.
Οι αρχές εντόπισαν τα γυμνά και ημίγυμνα σώματα εννέα γυναικών μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου στην ευρύτερη περιοχή του Γκάουτενγκ, ανατολικά του Γιοχάνεσμπουργκ της Νότιας Αφρικής, γεγονός που ενίσχυσε τους φόβους ότι ενδέχεται να έχουν πέσει θύματα κατά συρροή δολοφόνου.
Οι δολοφονίες έχουν προκαλέσει αποτροπιασμό στη Νότια Αφρική, καθώς οι αρχές πιστεύουν ότι οι γυναίκες πέθαναν από στραγγαλισμό και ενδέχεται να είχαν υποστεί και σεξουαλική κακοποίηση.
Ένα από τα θύματα ταυτοποιήθηκε ως η 38χρονη διαχειρίστρια εμπορικού κέντρου και φανατική δρομέας Ελίζαμπεθ Μοσελακόμο, γνωστή και ως «Τσόντσο». Η γυναίκα εξαφανίστηκε ενώ είχε βγει για τρέξιμο στις 9 Σεπτεμβρίου, αφήνοντας πίσω της μια οκτάχρονη κόρη, η οποία ήταν αυτή που δήλωσε την εξαφάνισή της.
Ένα ακόμη θύμα, η 38χρονη Ντινέο Έβελιν Μοταπάνε, η οποία εθεάθη τελευταία φορά την Κυριακή, ταυτοποιήθηκε έκτοτε από την οικογένειά της.
Έχει προσφερθεί αμοιβή ύψους 400.000 ραντ (περίπου 20.000 ευρώ) σε όποιον μπορεί να παρέχει πληροφορίες που θα οδηγήσουν στη σύλληψη των δολοφόνων, οι οποίες σημειώνονται εν μέσω μιας αύξησης της έμφυλης βίας και των γυναικοκτονιών στη Νότια Αφρική.
Επιθέσεις και δολοφονίες εξακολουθούν να καταγράφονται παρά τις συνεχιζόμενες δεσμεύσεις των αρχών για την καταπολέμηση της έμφυλης βίας και των γυναικοκτονιών, και αφού η κυβέρνηση κήρυξε επίσημα το φαινόμενο ως «εθνικής κλίμακας κρίση» τον Νοέμβριο του 2025.
Σε ανακοίνωσή της, η φεμινιστική οργάνωση «Forum for the Empowerment of Women» (FEW) δήλωσε ότι είναι «συντετριμμένη και εξοργισμένη» από τις βάναυσες δολοφονίες.
«Κάθε γυναίκα που δολοφονείται είναι μια ζωή που αφαιρείται με βίαιο τρόπο, μια οικογένεια που συντρίβεται και μια κοινότητα που βυθίζεται ακόμη περισσότερο στον φόβο. Οι γυναικοκτονίες δεν μπορούν να θεωρούνται μεμονωμένα εγκλήματα. Συμβαίνουν σε μια κοινωνία όπου η βία κατά των γυναικών, ιδιαίτερα κατά των Μαύρων λεσβιών, bi, τρανς και κουήρ γυναικών, είναι βαθιά εδραιωμένη και πολύ συχνά αντιμετωπίζεται με σιωπή, αδιαφορία και ατιμωρησία», ανέφερε χαρακτηριστικά η οργάνωση.
Η FEW σημείωσε ότι εδώ και περισσότερες από δύο δεκαετίες καταγράφει και αντιμετωπίζει περιστατικά που αφορούν λεσβίες, bi και κουήρ γυναίκες οι οποίες έχουν βιώσει βία, διακρίσεις, εγκλήματα μίσους και κοινωνικό αποκλεισμό.
«Γνωρίζουμε τον φόβο του να πρέπει διαρκώς να αξιολογούμε αν ένας χώρος, μια διαδρομή ή ένας άνθρωπος είναι ασφαλής. Γνωρίζουμε τι σημαίνει οι γυναίκες να μην μπορούν να περπατήσουν, να τρέξουν, να ταξιδέψουν, να εργαστούν, να αγαπήσουν ή απλώς να υπάρχουν σε δημόσιους χώρους χωρίς να υπολογίζουν το ενδεχόμενο να υποστούν βία», συνέχιζε η ανακοίνωση.
Η οργάνωση τόνισε ότι οι γυναίκες δεν είναι υπεύθυνες για την αποτροπή της βίας που ασκείται εις βάρος τους: «Η ευθύνη ανήκει σε εκείνους που ασκούν τη βία και στους θεσμούς που επανειλημμένα αποτυγχάνουν να την αποτρέψουν, να διερευνήσουν τις υποθέσεις και να αποδώσουν δικαιοσύνη».
Η FEW πρόσθεσε, μεταφέροντας ένα ηχηρό μήνυμα: «Δεν είμαστε αναλώσιμες. Οι ζωές μας έχουν αξία. Η ελευθερία μας έχει αξία. Η ασφάλειά μας έχει αξία».
Το ίδρυμα «Lebo Basadi», εξέφρασε επίσης την αλληλεγγύη του προς την κοινότητα του Εκουρχουλένι, δηλώνοντας: «Αυτό δεν είναι μια μεμονωμένη τραγωδία. Πρόκειται για γυναικοκτονίες, με ρίζες στην πατριαρχία και στη συνεχιζόμενη απαξίωση των γυναικείων, κουήρ, τρανς και διαφορετικών ταυτοτήτων».
Η Μαπασεκά Λετσάικε, αναπληρώτρια υπουργός στην Προεδρία της Νότιας Αφρικής για τις Γυναίκες, εξέφρασε τα συλλυπητήριά της στις οικογένειες που έχασαν αγαπημένα τους πρόσωπα.
«Αξίζουν απαντήσεις, δικαιοσύνη και την πλήρη στήριξη του κράτους. Αυτό το επίπεδο βίας κατά των γυναικών και άλλων ευάλωτων ανθρώπων αποτελεί επίθεση στη δημοκρατία μας», δήλωσε η Λετσάικε σε ανάρτησή της στο Facebook.
«Η πρόληψη πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της προσπάθειας. Το μέτρο της αποτελεσματικότητας της αντίδρασής μας δεν μπορεί να είναι το πόσο αποτελεσματικά διδάσκουμε στις γυναίκες να αποφεύγουν τον κίνδυνο· πρέπει να είναι το πόσο αποτελεσματικά το κράτος και η κοινωνία απομακρύνουν αυτόν τον κίνδυνο και καθιστούν κάθε κοινότητα ασφαλή για όλους», πρόσθεσε.
Καταλήγοντας η ίδια δήλωσε κατηγορηματικά: «Δεν θα παραδώσουμε τους δρόμους, τα σπίτια μας και τους δημόσιους χώρους στους κακοποιούς μας».









