Λίγες μέρες πριν την έναρξη των Queer Movie Nights, ζητήσαμε από έξι άτομα να μας γράψουν για την αγαπημένη τους κουήρ ταινία.
Αλέξανδρος Διακοσάββας
Δημοσιογράφος, γενικός συντονιστής καλλιτεχνικής διεύθυνσης του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκη

Όταν είδα για πρώτη φορά τη «Στρέλλα», το 2009, ήμουν 22 χρονών. Η κυκλοφορία της συνέπεσε πάνω-κάτω χρονικά με το δικό μου coming out ως γκέι άνδρα και η πρώτη μου επαφή μαζί της συνοδεύτηκε από δύο ισχυρά σοκ: Το πρώτο ήταν η συνειδητοποίηση, σε εκείνη την αξέχαστη σκηνή του σόλο της «Μαρίας Κάλλας», ότι γνώριζα τη Μίνα Ορφανού από την εφηβεία μου στη Ρόδο – ήταν από μικρή ένα ταλαντούχο, εκφραστικότατο πλάσμα που ήξερε πώς να μαγνητίζει. Το δεύτερο και πιο σημαντικό είναι η διαπίστωση ότι το queer σύμπαν είναι τόσο μεγάλο, ποικιλόμορφο και πανέμορφο, και ότι η έννοια της «οικογένειας» μπορεί να περιλαμβάνει πολλές διαφορετικές συνθήκες, μακριά από την πυρηνική, αυτό δηλαδή που καλούμε «οικογένειες από επιλογή». Και κάπως έτσι, ξαφνικά, άρχισα να νιώθω λιγότερο μόνος – και γι’ αυτό θα ευγνωμονώ για πάντα τον Πάνο Χ. Κούτρα και τον Παναγιώτη Ευαγγελίδη: για την τόλμη τους, το φως τους και την καθοριστική συμβολή τους σε παγκόσμιο επίπεδο στην τρανς ορατότητα μέσω της τέχνης.
Τάσος Μπιμπισίδης
Δημοσιογράφος

Στη βόρεια Ιταλία του 1983 ένας ο έρωτας δύο νέων αγοριών ήταν πολύ κουλ. Σε μια εποχή που το queer σινεμά συχνά περιστρέφεται γύρω από τραύμα, καταπίεση ή τραγικά φινάλε – σαν να πρέπει σόνι και ντε κάποιο δράμα να σε ακολουθεί αν δεν σε εκφράζει η ετεροκανονικότητα -, το Call Me by Your Name του Luca Guadagnino (2017) προσφέρει κάτι σπάνιο: τη μνήμη της επιθυμίας. Ο 17χρονος Έλιο ερωτεύεται με τον πιο αγνό και αληθινό τρόπο τον Όλιβερ, έναν Αμερικανό ακαδημαϊκό επισκέπτη. Η δύναμή της ταινίας δεν κρύβεται τόσο στην πλοκή της, όσο στην ατμόσφαιρα, στις σιωπές ανάμεσα στις λέξεις, στο βλέμμα που καθυστερεί μισό δευτερόλεπτο παραπάνω απ’ όσο «πρέπει», στα μυθιστορηματικά καλοκαίρια που όλοι θέλουμε να ζήσουμε, και ας ξέρουμε ότι κρύβουν μια μελαγχολία «κυριακίλας». Έχοντας διαβάσει και το μυθιστόρημα του André Aciman στο οποίο βασίζεται η ταινία, αγάπησα εξαρχής τον Έλιο, μια από τις πιο ευάλωτες απεικονίσεις queer ενηλικίωσης στο σύγχρονο σινεμά, που κρύβει κομμάτι του εφηβικού εαυτού όλων μας. Και γρήγορα η ιστορία γίνεται καθολική, αφού δεν μιλά απλώς για έναν queer έρωτα, αλλά για το δικαίωμα να νιώσεις βαθιά, χωρίς απολογία. Και αυτό, τελικά, είναι ίσως το πιο ριζοσπαστικό πράγμα απ’ όλα. Ριζοσπαστικό όπως και ο έρωτας, που δεν χωράει σε καλούπια, κοινωνικές συμβάσεις και αναχρονιστικούς κανόνες.Extra bonus, για την εμβληματική σκηνή με τον περίφημο μονόλογο του πατέρα του ήρωα, που προτρέπει τον γιό του να μην φοβάται τα συναισθήματα του, αλλά να τα βιώνει στο έπακρον. Ένας πατέρας που δεν φοβάται μην πληγωθεί το παιδί του, αλλά φοβάται μην τυχόν και δεν είναι ο εαυτός του.
Γιώργος Μεσημέρης
Fashion director

Aγαπημένη μου κουήρ ταινία είναι το Wekkend του Andrew Haigh , γιατί μιλά για την αγάπη με έναν τρόπο απλό, άμεσο και βαθιά αληθινό χωρίς υπερβολές, χωρίς εξιδανικεύσεις. Η ιστορία ξεκινά με μια φαινομενικά τυχαία γνωριμία που κρατά μόνο ένα Σαββατοκύριακο. Κι όμως, μέσα σε αυτό το μικρό χρονικό διάστημα χωρά κάτι πολύ μεγαλύτερο: η ανάγκη να σε δει κάποιος όπως πραγματικά είσαι, χωρίς άμυνες, χωρίς ρόλους. Η ταινία δείχνει πόσο εύθραυστη αλλά και πόσο δυνατή μπορεί να είναι μια ανθρώπινη σύνδεση, ακόμα κι αν κρατήσει λίγο. Η ειλικρίνεια της είναι συγκινητική . Οι χαρακτήρες δεν είναι «ιδανικοί». Είναι αμήχανοι, ευάλωτοι, με φόβους και αντιφάσεις. Μιλούν για την επιθυμία, για την ταυτότητα, για το τι σημαίνει να αφήνεις κάποιον να πλησιάσει πραγματικά. Και μέσα από αυτές τις απλές, σχεδόν καθημερινές στιγμές, γεννιέται κάτι βαθιά τρυφερό. Η σκηνοθεσία είναι διακριτική και ανθρώπινη, σαν να παρακολουθείς μια μνήμη που ξετυλίγεται μπροστά σου. Αυτή η ταινία είναι μια υπενθύμιση ότι δεν έχει πάντα σημασία πόσο καιρό είσαι με κάποιον για να σου δημιουργήσει συναισθήματα. Μερικές φορές αρκεί ένα μόνο Σαββατοκύριακο για να καταλάβεις πόσο βαθιά μπορείς να συνδεθείς με έναν άνθρωπο και μετά από αυτή τη συνάντηση, δεν είσαι ποτέ ξανά ο ίδιος. Γιατί, έστω για λίγο, ένιωσες αληθινά ορατός.
Φένια Αποστόλου
Χορογράφος, σκηνοθέτης, ηθοποιός

Το «Total Eclipse», γνωστό στο ελληνικό κοινό και ως «Καταραμένη Σχέση», αποτελεί κατά την άποψη μου, μία από τις πιο ρομαντικές και ταυτόχρονα τραγικές queer ιστορίες που έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο παθιασμένος έρωτας ανάμεσα στους δύο μεγάλους Γάλλους ποιητές, τον νεαρό επαναστάτη Arthur Rimbaud (Leonardo DiCaprio) και τον ευαίσθητο αλλά ανήσυχο Paul Verlaine (David Thewlis). Η ιστορία ξεκινά όταν ο Ρεμπώ, ένας τολμηρός και ασυμβίβαστος έφηβος ποιητής, φτάνει στο Παρίσι και συναντά τον Βερλαίν. Από την πρώτη στιγμή δημιουργείται ανάμεσά τους μια έντονη πνευματική και συναισθηματική σύνδεση. Η σχέση τους γρήγορα μετατρέπεται σε έναν βαθύ και φλογερό έρωτα που ξεπερνά τα όρια της φιλίας και της κοινωνικής αποδοχής. Ο Βερλαίν γοητεύεται από την ελευθερία και την ατίθαση ιδιοφυΐα του Ρεμπώ, ενώ ο Ρεμπώ βρίσκει στον Βερλαίν έναν άνθρωπο που καταλαβαίνει τη δημιουργική του φλόγα. Σε μια εποχή αυστηρών κοινωνικών κανόνων, οι δύο άνδρες τολμούν να ακολουθήσουν το συναίσθημά τους. Για χάρη αυτού του έρωτα αψηφούν τα πάντα: την κοινωνική κατακραυγή, τις οικογενειακές υποχρεώσεις, ακόμη και την προσωπική τους ασφάλεια. Ο Βερλαίν εγκαταλείπει τη συζυγική του ζωή και μαζί με τον Ρεμπώ περιπλανώνται σε πόλεις της Ευρώπης, ζώντας έναν έρωτα γεμάτο πάθος, ένταση και καλλιτεχνική δημιουργία. Ο ρομαντισμός της σχέσης τους δεν βρίσκεται μόνο στην επιθυμία, αλλά και στην απόλυτη αφοσίωση που δείχνουν ο ένας στον άλλον. Παρά τις συγκρούσεις και τις δυσκολίες, η ιστορία τους παραμένει ένα σύμβολο ενός έρωτα που δεν ζήτησε άδεια από την εποχή του για να υπάρξει. . Η ταινία παρουσιάζει δύο νέους ανθρώπους που τόλμησαν να ζήσουν την αγάπη τους ολοκληρωτικά, αποδεικνύοντας ότι ο αληθινός έρωτας συχνά γεννιέται εκεί όπου κάποιος τολμά να αψηφήσει τον κόσμο για να ακολουθήσει την καρδιά του.
Χριστίνα Βούλγαρη
Stand up comedian

Σε μια εποχή όπου το queer βλέμμα στο mainstream σινεμά ήταν περιθωριοποιημένο, εμφανίζεται το Bound των Wachowski σαν μια ευχάριστη ρωγμή. Μια από τις πρώτες ταινίες που δεν αντιμετώπιζε τις δύο γυναίκες στο κέντρο της ιστορίας ως σύμβολα ή φαντασιώσεις, αλλά ως πλήρεις, αυτόνομες προσωπικότητες. Με την ιδιαίτερη αισθητική τους οι αδερφές Wachowski χτίζουν έναν κόσμο όπου κάθε κίνηση έχει σημασία και κάθε βλέμμα μετακινεί την ιστορία. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η σχέση της Corky και της Violet δεν λειτουργεί ως κομμάτι της πλοκής, αλλά ως κινητήρια δύναμη. Η επιθυμία τους δεν υπαινίσσεται· είναι οργανική. Ο τρόπος που η ταινία χειρίζεται τη δυναμική ανάμεσα στις δύο γυναίκες είναι υποδειγματικός. Οι δυο τους, μέσω των επιτελέσεων τους, δημιουργούν μια σχέση που δεν βασίζεται σε στερεότυπα αλλά σε αμοιβαία αναγνώριση. Βλέπουν η μία στην άλλη αυτό που ο υπόλοιπος κόσμος αγνοεί. Το σχέδιο της ληστείας, που αποτελεί τον κορμό της ταινίας, εξελίσσεται ταυτόχρονα με την σχέση των πρωταγωνιστριών. Και κανένα από τα δύο δεν στηρίζεται σε συμπτώσεις ούτε σε υπερβολές. Αντίθετα, εξελίσσονται με λογική συνέπεια, βασισμένο στις επιλογές των χαρακτήρων και όχι σε σεναριακές ευκολίες. Είναι από τις σπάνιες φορές που το σινεμά αυτού του είδους επιτρέπει σε δύο queer γυναίκες να είναι όχι μόνο αντικείμενα επιθυμίας, αλλά και υποκείμενα στρατηγικής, δράσης και εξουσίας. Είναι μια ιστορία όπου δύο γυναίκες παίρνουν τον έλεγχο και κερδίζουν (σπόιλερ). Δεν τιμωρούνται για την επιθυμία τους. Δεν γίνονται μάρτυρες. Δεν εξαφανίζονται στο τέλος. Αντίθετα, επιβιώνουν, διεκδικούν, διαφεύγουν.
Ανδρομάχη Κουτσουλέντη
Ερευνήτρια, δημοσιογράφος, υποψήφια διδακτόρισσα

Καθώς αναρωτιόμουν τι είναι τελικά αυτό που κάνει μια ταινία κουήρ, κατέληξα στο «Everything Everywhere All at Once» και στη δυνατότητά του να φαντάζεται πολλές δυνατότητες ύπαρξης. Στον πυρήνα της ταινίας βρίσκεται μια μητέρα που αρνείται την κουήρ ταυτότητα της κόρης της, δημιουργώντας μια σχέση σιωπής, απόστασης και έντονης αμηχανίας. Η Evelyn (η μητέρα) ταξιδεύει σε πολλαπλά σύμπαντα, δοκιμάζει εκδοχές του εαυτού της, αγγίζει ζωές που δεν έζησε. Το multiverse δεν λειτουργεί απλώς ως ένα αφηγηματικό εύρημα κι ως ένα στοιχείο επιστημονικής φαντασίας, αλλά ως μια ριζικά κουήρ συνθήκη. Διαπραγματεύεται μια ύπαρξη πολλαπλή, ρευστή και διαθεματική, όπως ακριβώς και η ίδια η ιστορία. Μέσα σε αυτήν την πολλαπλότητα, το queerness ανοίγει πιθανούς αλλά ακόμα μη διαμορφωμένους κόσμους με τις διαφορετικές εκδοχές της Evelyn να μην είναι αποτυχίες, αλλά εν δυνάμει ζωές. Κι όμως, μέσα σε αυτό το άπειρο των πιθανοτήτων, το πιο δύσκολο και το πιο ριζοσπαστικό τελικά παραμένει η επιλογή της σύνδεσης. Ίσως τελικά το πιο κουήρ στοιχείο της ταινίας να είναι ακριβώς αυτή η επιμονή του να μένεις και να επιλέγεις τον άλλο ακόμα κι όταν δεν τον κατανοείς. Να δημιουργείς χώρο εκεί που δεν υπήρχε πριν. Και τότε, η τελευταία φράση που λέει στην κόρη της (Joy) «aπό όλα τα μέρη που θα μπορούσα να είμαι, απλά θέλω να είμαι εδώ μαζί σου» δεν είναι απλά ένα κλισέ. Είναι μια κουήρ υπόσχεση ότι ανάμεσα σε άπειρες πιθανές ζωές, επιλέγουμε αυτή όπου μπορούμε να υπάρχουμε μαζί.








