Η έρευνα «Ίντερσεξ LB+ Γυναίκες και Μη Δυαδικά Άτομα στην Ελλάδα» της Intersex Greece είναι η πρώτη συστηματική προσπάθεια χαρτογράφησης των εμπειριών και αναγκών των συγκεκριμένων προσώπων στη χώρα.
Με δείγμα 13 ατόμων, καλύπτεται ένα ευρύ ηλικιακό φάσμα (15 έως 50+), ποικιλία προσωπικών καταστάσεων και μεγάλη πολυφωνία στον αυτοπροσδιορισμό φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού. Οι απαντήσεις περιλαμβάνουν cis, τρανς, ρευστές και μη δυαδικές ταυτότητες φύλου, καθώς και προσανατολισμούς όπως λεσβιακός, πανσεξουαλικός, αμφιφυλόφιλος ή ακόμη υπό διερεύνηση, υπογραμμίζοντας την ετερογένεια της ίντερσεξ εμπειρίας και την ανάγκη για διαθεματική προσέγγιση.
Στόχος της έρευνας είναι η χαρτογράφηση των αναγκών των παραπάνω ατόμων, η υποστήριξη των ίντερσεξ LB+ γυναικών που είναι θύματα βίας και διακρίσεων, καθώς και η ανάλυση των αναγκών των ίντερσεξ non-binary ατόμων, ώστε το έργο να μπορεί να κατευθυνθεί προς μια μελλοντική μεταρρύθμιση των υφιστάμενων νόμων και πολιτικών σχετικά με τη νομική αναγνώριση του φύλου τους.
Ένα από τα ζητήματα με τα οποία ασχολήθηκε η έρευνα είναι οι αντιδράσεις στο coming out των ίντερσεξ ατόμων. Συγκεκριμένα, το 92% ανέφερε ότι δέχθηκε αποδοχή και υποστήριξη, το 69,2% έκπληξη και αμηχανία, ενώ το 30,08% απόρριψη/προκατάληψη/αγνόηση (το άθροισμα υπερβαίνει τα 100% καθώς τα ερωτώμενα πρόσωπα επέλεξαν πολλαπλές απαντήσεις).

Στην ερώτηση για το αν πιστεύουν ότι η ίντερσεξ σωματικότητα κάνει πιο δύσκολη την καθημερινότητά τους, τα ερωτώμενα άτομα απάντησαν:
- Ναι (απόλυτα ή αρκετά): 3 άτομα (23%)
- Ούτε ναι, ούτε όχι (ουδέτερα): 8 άτομα (61%)
- Όχι / μάλλον όχι / καθόλου: 2 άτομα (15%)

«Το γεγονός ότι η πλειοψηφία των ερωτώμενων απάντησε ουδέτερα, ενδέχεται να αντικατοπτρίζει είτε μια συναισθηματική απόσταση από το τραύμα, είτε μια προσπάθεια εξισορρόπησης ανάμεσα στις δυσκολίες και στην καθημερινή λειτουργικότητα. Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι (συγκεντρωτικά) το 23% δήλωσε ξεκάθαρα πως η ίντερσεξ φυσιολογία κάνει την καθημερινότητά τους αρκετά ή απόλυτα δύσκολη, κάτι που αποτελεί σοβαρό δείκτη επιβάρυνσης», τονίζεται στην έρευνα.
Επιπλέον, 7 από τα ερωτώμενα άτομα απάντησαν ότι «Ναι, έχουν υποστεί διακρίσεις» στις κοινωνικές τους αλληλεπιδράσεις και συναναστροφές, ενώ πέντε (5) απάντησαν αρνητικά και ένα (1) απάντησε ότι «Δεν είμαι σίγουρη/-ο». Οι μορφές διάκρισης που περιέγραψαν ήταν:
- Χλευασμός λόγω σωματότυπου και εμφάνισης.
- Έντονος κοινωνικός φόβος, απομόνωση (μέχρι και αποφυγή εξόδου από το σπίτι).
- Απαξίωση ή ελαχιστοποίηση των βιωμάτων από φίλους/ψυχοθεραπευτές.
- Δυσκολία στο χτίσιμο κοινωνικών σχέσεων λόγω απόκρυψης ή ντροπής

«Η παρούσα καταγραφή των εμπειριών ίντερσεξ ατόμων αναδεικνύει μια σιωπηλή αλλά οξυμένη κρίση αναγνώρισης, φροντίδας και δικαιοσύνης. Το ίντερσεξ βίωμα, πέραν της περιθωριοποίησής του ως ατομικού ζητήματος, αποκαλύπτεται και ως συλλογικό τραύμα που γεννιέται από την πλήρη αποσιώπηση και αορατοποίηση της ύπαρξης των ίντερσεξ LB+ γυναικών και μη δυαδικών ατόμων, των σωμάτων και των ταυτοτήτων τους. Η σιωπή δεν είναι ένδειξη ουδετερότητας, αλλά συνέπεια συστημικής αποτυχίας· φανερώνει την αδυναμία των κοινωνικών, θεσμικών και ακόμα και των υποτιθέμενα σύμμαχων πλαισίων να αναγνωρίσουν, να στηρίξουν ή να συμπεριλάβουν ουσιαστικά», αναφέρουν οι συγγραφείς στα συμπεράσματα σχετικά με τις διακρίσεις.
Σχετικά με τις ανάγκες που αναδείχθηκαν κομβικές για την ποιότητα ζωής των συμμετεχουσών-όντων παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ακάλυπτες. Οι ανάγκες αυτές συνοπτικά είναι: πρόσβαση σε νομική υποστήριξη, υποστήριξη σε χώρους εργασίας και κοινότητες, βελτίωση της ενημέρωσης της κοινωνίας και περισσότερη υποστήριξη από το σύστημα υγείας.
«Η έρευνα συνολικά αναδεικνύει ότι η ίντερσεξ εμπειρία στην Ελλάδα εξακολουθεί να σημαδεύεται από σιωπή, τραύμα και κοινωνικό αποκλεισμό5· παράλληλα, όμως, αναδύεται και μια ισχυρή φωνή διεκδίκησης αυτονομίας, δικαιωμάτων και αποπαθολογικοποίησης. Είναι επιτακτική ανάγκη η ίντερσεξ σωματικότητα να αναγνωριστεί όχι ως “λάθος προς διόρθωση”, αλλά ως φυσική ανθρώπινη ποικιλομορφία που αξίζει και αξιώνει αυτονόητα σεβασμό, ορατότητα και προστασία», επισημαίνουν οι συγγραφείς της έρευνας.
Συγγραφική ομάδα: Βασιλική Βουβάκη, Κωνσταντίνα Ζερβάκου, Ελένη Πατεράκη, Νικολέττα Πικραμένου, Ειρήνη Συμεωνίδου
Επιμέλεια κειμένων: Ελένη Πατεράκη, Ειρήνη Συμεωνίδου
Μετάφραση: Ειρήνη Ζερβάκου
Ολόκληρη η έρευνα εδώ.









