Tώρα που τελείωσε και ο Ιούνιος, ο μήνας υπερηφάνειας και ορατότητας της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας και με αφορμή διάφορες συζητήσεις γύρω από τους σκοπούς ή τρόπους διεξαγωγής των Pride παρελάσεων που ακούγονται κάθε χρόνο, μου δόθηκε ένα έναυσμα να σκεφτώ και να ερμηνεύσω ένα φαινόμενο που συναντάω συχνά πλέον.

Σε πολλές χώρες, τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα έχουν αρχίσει να κανονικοποιούνται, να θεωρούνται κομμάτι πλέον του κοινωνικού ιστού. Παρ’ όλα τα κατοχυρωμένα δικαιώματα όμως, σε χώρες όπως η Ελλάδα, τα ΛΟΑΤΚΙ υποκείμενα γίνονται αποδεκτά μόνο εφόσον πληρούν τις απαιτήσεις της ετεροκανονικής κοινωνίας, όταν δηλαδή δεν γίνεται εμφανές από την εμφάνιση και μόνο η ταυτότητα του υποκειμένου, και μόνο εφόσον προβάλλονται ως άτομα καταπιεσμένα και γεμάτα ντροπή για την ταυτότητά τους.

Γι’ αυτό σε εκδηλώσεις όπως το Pride, όπου η ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα απαιτεί την πλήρη ορατότητα της, όπως ακριβώς είναι, αποτελούμενη από υποκείμενα απρόθυμα να κρυφτούν και να δεχθούν σιωπηλά την συστηματική καταπίεση που προωθεί η κοινωνία, εμφανίζονται άτομα που εκφράζουν “κομψά” την δυσαρέσκεια τους, ακόμη και αν “κατά τ’ άλλα δεν έχουν ουδένα πρόβλημα με τους ομοφυλόφιλους”, διότι επιλέγουν να τους δεχθούν μόνο κάτω από τους δικούς τους όρους.

Αυτή η ρομαντικοποίηση της θυματοποίησης της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, η λογική δηλαδή πως μόνο όταν προβάλλονται ως βασανισμένα, αδικημένα, περιθωριοποιημένα υποκείμενα αξίζουν την ανοχή της κοινωνίας, οδηγεί ανεπαίσθητα στην περαιτέρω περιθωριοποίηση και τον στιγματισμό, αλλά με τέτοιο περίτεχνο τρόπο, ώστε οι άμεσες πολιτικές και κοινωνικές διεκδικήσεις της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας να παρουσιάζονται ως πράξεις “αχάριστων” ατόμων που δεν αναγνωρίζουν την αλληλεγγύη και μεγαλοψυχία που τους προσφέρεται απλόχερα.

Ακόμη και σε ταινίες που προβάλλουν υποτίθεται την αποδοχή προς το διαφορετικό, οι κάθε μορφής μειονότητες σχεδόν πάντα παρουσιάζονται ως άβουλα, καταπιεσμένα, θύματα της μοίρας, διαπνεόμενα από έκδηλα αισθήματα ντροπής για την ταυτότητά τους, τα οποία περιμένουν υπομονετικά μια σανίδα σωτηρίας, η οποία συνήθως είναι ένας cis, straight, γεμάτος αυτοπεποίθηση πρωταγωνιστής που θα τους γλιτώσει από τα δεινά της ζωής.

Αυτό υπόρρητα περνάει το μήνυμα πως οι κάθε μορφής καταπιεσμένοι, δεν πρέπει να μάχονται και να διεκδικούν, αλλά να υπομένουν, διότι η μάχη και η διεκδίκηση δικαιωμάτων και ορατότητας υποδηλώνει δύναμη, κάτι που υποσκάπτει την (επιδιωκόμενη) καταπιεσμένη υπόστασή τους. Όσο ζουν στην αφάνεια, όσο καλύπτονται από τον ισχυρό μανδύα της ετεροκανονικότητας, όσο πληρούν τις προϋποθέσεις της θυματοποίησης τους, της εμφάνισης τους ως ντροπιασμένα, ισοπεδωμένα, καταπιεσμένα πρόσωπα, τότε εκλαμβάνονται ως αξιοσέβαστες και ανεκτές προσωπικότητες.

Η όλη ιδέα του “αρκεί να μην προκαλείς”, μεταφράζεται ουσιαστικά ως: “Δεν μπορώ να σε αφανίσω, μπορώ όμως να σε κάνω να κρυφτείς, να σε κάνω να πιστέψεις πως κάθε πράξη σου, από τον τρόπο που περπατάς ως τον τρόπο που ερωτεύεσαι, είναι κάτι μιαρό και οφείλεις να μου δείξεις ευγνωμοσύνη όποτε σου δείχνω την παραμικρή ένδειξη ανοχής, ή απλώς σε αντιμετωπίζω ως άτομο.”

“Προκαλείς” δηλαδή, επειδή ο μόνος τρόπος που δέχονται να αναγνωρίσουν πως υπάρχεις, είναι μέσα από ένα φίλτρο παθητικότητας και ντροπής, επειδή δεν μπορούν να συλλάβουν πως αυτός ο “άλλος”, ο διαφορετικός (άρα και “λάθος”) από αυτούς, έχει το θράσος να νιώθει άνετος και ευτυχισμένος μέσα στο σώμα του, την ταυτότητά του και δεν επιδιώκει να στριμωχτεί στα προκαθορισμένα και αυστηρά ετεροκανονικά καλούπια.

Εάν όμως δεν υπάρχουν οι καταπιεσμένοι “κάτω”, πώς θα εξυψωθούν ηθικά οι “πάνω”; Πώς θα πράξουν το κοινωνικό τους έργο, πώς θα αποδείξουν έμπρακτα την ευαισθητοποίηση και την μεγαλοψυχία τους προς τον “άτυχο” συνάνθρωπο, εάν αυτός πάψει να υφίσταται διεκδικώντας αυτά που του δικαιούνται;

Ίσως ήρθε η ώρα λοιπόν να επαναπροσδιορίσουμε τις αρχές περί αποδοχής και να αντιμετωπίσουμε με πραγματικό σεβασμό και κατανόηση κάθε έκφραση και πηγή διαφορετικότητας (και όχι μόνο αυτή που μας μοιάζει περισσότερο). Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε επιτέλους πως όλοι είμαστε “άλλοι”, όλοι αποτελούμε εξ ολοκλήρου διαφορετικές ατομικότητες, και μόνο αν το κατανοήσουμε αυτό και πάψουμε να ερμηνεύουμε ως απειλή κάθε τι άγνωστο προς εμάς, θα μπορέσουμε να αποτελέσουμε μία υγιή συλλογικότητα.

Χριστίνα Μουστακάκη