Θέαμα για γερά «στομάχια» ήταν η αναμετάδοση των συζητήσεων και των ειδήσεων από τη Βουλή, κατά τη διάρκεια της ψήφισης της νομικής αναγνώρισης της ταυτότητας φύλου τον Οκτώβριο του 2017. Οι χαρακτηρισμοί και ο συντηρητισμός πολλών από τους εκπροσώπους του ελληνικού κοινοβουλίου ήταν τέτοιος που τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα συχνά ένιωθαν περιθωριοποιημένα και κακοποιημένα. Αντίστοιχα ήταν και τα συναισθήματα, κατά τη συζήτηση του νόμου για το σύμφωνο συμβίωσης των ομόφυλων ζευγαριών. Και αναρωτιέται κανείς: «Μήπως με όλες αυτές τις κινήσεις, κάποια άτομα αναγκάζονται να χωθούν περισσότερο στην ντουλάπα τους”; Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Γιατί όσο πιο συχνά μιλάμε και συζητάμε για αυτά τα θέματα, ανεξάρτητα από το μέγεθος της ομοφοβίας/τρανσφοβίας που υπάρχει, τόσο πιο ορατή γίνεται στο σύνολό της η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα και οι διεκδικήσεις της. Αν παρόλ΄αυτά θέλουμε να δούμε το θέμα συνολικά θα διαπιστώσουμε ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στις «φωνές» κατά των ΛΟΑΤΚΙ διεκδικήσεων, αλλά στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και στους δημοσιογράφους που προβάλουν αυτές τις φωνές, χωρίς να δίνουν τον αντίστοιχο χρόνο και χώρο για τους υπερασπιστές των ΛΟΑΤΚΙ δικαιωμάτων.

Ειρήνη Γιανναρά: «Επικρατούν οι άναρθρες κραυγές και η φραγματική πληροφορία δημιουργώντας «επικοινωνιακό πνιγμό”»

Ακόμα και πριν την ψήφιση των παραπάνω νομοθετημάτων, υπήρχαν δημοσιογράφοι που χρησιμοποιούσαν κακοποιητικό λόγο εναντίον ατόμων, είτε ήταν φανερά είτε κρυφά ΛΟΑΤΚΙ. Το θέμα του κακοποιητικού λόγου στα ΜΜΕ απασχόλησε και ένα σεμινάριο της ΕΡΤ, το «Respect Words» τον Απρίλιο του 2017, το οποίο συντόνισε η Ειρήνη Γιανναρά, συνεργάτης του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών και παραγωγός του «Ιδεοδρόμιου» στο Πρώτο Πρόγραμμα της ΕΡΤ.

Η κυρία Γιανναρά απάντησε στις παρακάτω ερωτήσεις του «Antivirus»:

AV: Ποια θεωρείτε ότι είναι η θέση των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων, σε σχέση με τα άλλα θύματα δημόσιων λεκτικών επιθέσεων μέσω των ΜΜΕ στην Ελλάδα (γυναίκες, αλλοδαποί και άλλες “μειονότητες”);

Η δημοσιογράφος, Ειρήνη Γιανναρά (δεξιά) κατά τη διάρκεια του σεμιναρίου «Respect Words».

Ε.Γ.: Κατ’αρχάς θα πρέπει να αποσαφηνίσουμε ότι οι δημόσιες λεκτικές επιθέσεις που αναπαράγονται ή παράγονται μέσω των ΜΜΕ βάλουν την αξία του ανθρώπου ανεξαρτήτως φύλου, φυλής, θρησκευτικής πεποίθησης ή ερωτικού προσδιορισμού. Αυτό αποτελεί και την ουσία της ρητορικής του Μίσους στον δημόσιο λόγο.

Με δεδομένο ότι στις κοινωνίες ακόμα και τώρα, και τολμώ να πω ιδιαίτερα τώρα, τα θέματα που αφορούν την σεξουαλικότητα θεωρούνται ακόμα taboo τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα δεν έχουν την αντίστοιχη παρουσία σε σχέση με άλλα θύματα κακοποιητικού λόγου. Υπάρχει ακόμα ένας «ψίθυρος» γι’αυτούς τους ανθρώπους που χάνεται στην βοή της πληροφορίας.

Ακόμα και στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης όταν γίνονται απόπειρες να κοινοποιηθούν τέτοια γεγονότα η αντιμετώπιση είναι ανεξέλεγκτη και πρόσθετα κακοποιητική για τα θύματα.

AV: Υπάρχει επαρκής τρόπος και… χώρος απάντησης από το ίδιο το άτομο ή μία συλλογικότητα/κοινότητα αφότου δεχτεί την λεκτική επίθεση;

Ε.Γ.: Όχι, δεν υπάρχει επαρκής τρόπος και χώρος απάντησης από το ίδιο το άτομο ή τη συλλογικότητα/κοινότητα μετά την έκφραση του κακοποιητικού λόγου. Τα θύματα του κακοποιητικού λόγου δεν είναι εύκολο να βγουν και να μιλήσουν γι’αυτό που τους έχει συμβεί. Οι συλλογικότητες/κοινότητες επιδιώκουν την ανάδειξη του θέματος, αλλά πολύ σπάνια τα ΜΜΕ «επιστρέφουν» στον τόπο του εγκλήματος και αν το κάνουν το αποτέλεσμα δεν είναι διάλογος, αλλά ευχολόγια και γενικεύσεις.

AV: Θεωρείτε ότι η συζήτηση στη Βουλή νομοσχεδίων, όπως τα δύο τελευταία για το Σύμφωνο Συμβίωσης και την Ταυτότητα Φύλου, πυροδοτούν ακόμα περισσότερο τον κακοποιητικό λόγο στα ΜΜΕ;

Ε.Γ.: Ό,τιδήποτε έρχεται στη δημόσια συζήτηση και γίνεται μέρος της δημόσιας σφαίρας πυροδοτεί τον σχολιασμό από κάθε πλευρά. Το θέμα είναι εάν ο κακοποιητικός λόγος που προβάλλεται ή παράγεται από τα ΜΜΕ είναι αποτέλεσμα των πεποιθήσεων των δημοσιογράφων ή απότοκο ημιμάθειας και άγνοιας για το θέμα που συζητάται. Η λογική της δημιουργίας εντυπώσεων με τα γραφόμενα/λεγόμενα είναι τόσο ξεπερασμένη ως δημοσιογραφική πρακτική αλλά παράλληλα και τόσο εγκιβωτισμένη στον δημοσιογραφικό λόγο που χρειάζεται επανεκπαίδευση των δημοσιογράφων για να μην αναπαράγουν στερεότυπα και ασάφειες.

AV: Είναι υπερβολικά μεγάλο το ποσοστό των «ειδήσεων” και των «φωνών” κατά των διεκδικήσεων της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας; Ή όχι;

Το περιβόητο πρωτοσέλιδο της Sportday κρατά στα χέρια της η δημοσιογράφος του «Αθήνα 9,84», Ελευθερία Κουμάντου, παρουσιάζοντάς το ως παράδειγμα δημοσιογραφικού κακοποιητικού λόγου.

Ε.Γ.: Δεν γνωρίζω εάν υπάρχει καταγεγραμμένο, σε μορφή ποσοτικής και ποιοτικής έρευνας, κάτι τέτοιο. Αυτό που θα πρέπει να προσέχουμε ως επαγγελματίες του χώρου και ως ερευνητές είναι ότι στην εποχή της λεγόμενης ψηφιακής δημοσιογραφίας δεν έχουμε τόσο μεγάλη παραγωγή άρθρων όσο θέλουμε να πιστεύουμε. Περισσότερο βασιζόμαστε στην αναπαραγωγή άρθρων και ακόμα χειρότερα στην αναβάπτιση των προσωπικών σχολίων που κομίζονται στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης σε άρθρα. Πόσα άρθρα εμπεριστατωμένα, με πλήρη παρουσίαση όλων των δεδομένων, των στοιχείων, των θέσεων και των απόψεων έχουμε διαβάσει το τελευταίο διάστημα για τις διεκδικήσεις της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας; Ελάχιστα. Κατακερματίζουμε την πληροφορία και την διαχέουμε σε διαφορετικούς διαύλους, μπερδεύοντας τους ανθρώπους που φυσικά δεν έχουν τον χρόνο ή τη διάθεση να κάνουν αυτό που δεν κάνουμε εμείς ως επαγγελματίες δημοσιογράφοι και ερευνητές: Να ψάξουν. Φυσικό είναι λοιπόν να επικρατούν οι άναρθρες κραυγές και η φραγματική πληροφορία δημιουργώντας αυτό που αποκαλώ «επικοινωνιακό πνιγμό».

AV: Κατά τη γνώμη σας, τι πρέπει να γίνει για να αλλάξει κάτι στο εγχώριο τοπίο των ΜΜΕ όσον αφορά την προβολή του κακοποιητικού λόγου;

Ε.Γ.: Ένα και μόνο πράγμα που όμως αποδεικνύεται πολύ σύνθετο. Να μάθουμε να ακούμε και να συζητάμε με επιχειρήματα, στοιχεία, ερωτήσεις και όχι αοριστολογίες. Ο κακοποιητικός λόγος, η ρητορική του Μίσους βασίζονται σε στερεότυπα και κοινωνικές πεποιθήσεις, προσφέρει εύκολες λύσεις και εύκολες απαντήσεις, δημιουργεί αποδιοπομπαίους τράγους στα κοινωνικά προβλήματα, συντηρεί τη θεσμική καταπίεση, επιβεβαιώνει τον κοινωνικό αποκλεισμό, δημιουργεί ξεκάθαρους διαχωρισμούς ανάμεσα στο «εμείς» και «οι άλλοι», δεν αφήνει περιθώρια για διάλογο, καθώς βασίζεται σε «αδιαμφισβήτητες αλήθειες» που δεν δέχονται αμφισβήτηση, προσφέρει «ασφάλεια» στο ακροατήριο. Εν ολίγοις, βολεύει γιατί αποστερεί την κοινωνία από το οξυγόνο της. Εάν μάθουμε να αντιστρέφουμε όλες τις προαναφερθείσες «ιδιότητες» μετατρεποντάς τες σε διάλογο, ανοιχτότητα (όχι ανεκτικότητα), ισότητα, τότε θα στερήσουμε εμείς το οξυγόνο από τον κακοποιητικό λόγο και τη ρητορική του μίσους.

Η πρόεδρος του Σωματείου Υποστήριξης Διεμφυλικών, Μαρίνα Γαλανού, κατά τη συζήτηση στη Βουλή του νομοσχεδίου για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου.

Αποχώρηση των ΛΟΑΤΚΙ οργανώσεων από τη Βουλή όταν κλήθηκε να μιλήσει εκπρόσωπος της Εκκλησίας

Ήταν απόλυτα δικαιολογημένη η αποχώρηση του Σωματείου Υποστήριξης των Διεμφυλικών και των υπολοίπων οργανώσεων της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας από την αίθουσα της Βουλής όπου διεξαγόταν τον περασμένο Σεπτέμβριο η συζήτηση για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου στην Επιτροπή Δικαιοσύνης και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όταν πήρε το λόγο εκπρόσωπος της Εκκλησίας. Ο κακοποιητικός λόγος που έχουν εκφέρει οι Έλληνες ιεράρχες εναντίον των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων είναι τόσο έντονος και φτάνει σε ακραίες συμπεριφορές, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να τον ανεχθούν και μέσα στις αίθουσες της Βουλής. Είναι χαρακτηριστική η αντίδραση της προέδρου του ΣΥΔ, Μαρίνας Γαλανού: «(…) επειδή ξέρουμε τον κακοποιητικό λόγο, τη συμπεριφορά απέναντι στην LGBΤ κοινότητα, απέναντι στους τρανς ανθρώπους, δεν θα καθίσουμε να τον ακούσουμε, τον έχουμε χιλιοακούσει από τα μικρόφωνα της εκκλησίας κάθε Κυριακή. Νισάφι! Εδώ πρέπει να μας προστατεύσετε(…)».

Δεν είναι τυχαίο, πάντως, ότι η πρώτη φορά που δόθηκε «μικρόφωνο» στο ΣΥΔ και στην κυρία Γαλανού στα ερτζιανά ήταν στη μεσημεριανή εκπομπή της Αλίκης Παπαναστασίου στο Πρώτο Πρόγραμμα της ΕΡΤ, αμέσως μετά την ψήφιση του νόμου για την ταυτότητα φύλου.

Παπαναστασίου: «Τα ΜΜΕ περιγράφουν τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα με όρους που τα σεξουαλικοποιούν ή τα ψυχιατρικοποιούν»

Μιλήσαμε με την κ. Παπαναστασίου σχετικά με το θέμα της κάλυψης των ΛΟΑΤΚΙ θεμάτων από τα ελληνικά ΜΜΕ, καθώς είναι δημοσιογράφος από το 2000, έχει εργαστεί σε πολλά ΜΜΕ – κυρίως στο ραδιόφωνο – και είναι απόφοιτος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με μεταπτυχιακό πάνω στην Πολιτική Επικοινωνία και τα Νέα Μέσα. Η ίδια απάντησε στις παρκάτω ερωτήσεις:

AV: Ποια θεωρείτε ότι είναι η θέση των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων, σε σχέση με τα άλλα θύματα δημόσιων λεκτικών επιθέσεων μέσω των ΜΜΕ στην Ελλάδα (γυναίκες, αλλοδαποί και άλλες «μειονότητες»);

Α.Π.: Η μεγάλη διαφορά συνίσταται στο ποσοστό ειδήσεων που αφορά την ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα. Στα ελληνικά ΜΜΕ οι ειδήσεις για τις γυναίκες, τους μετανάστες, τους τσιγγάνους κλπ αποτελούν ένα κομμάτι της ειδησεογραφίας τους, σχεδόν πάντα μέσω της αναπαραγωγής στερεοτύπων. Η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα δεν είναι όμως ορατή. Τα ΜΜΕ δεν καλύπτουν παρά μόνο ελάχιστα ζητήματα που αφορούν ΛΟΑΤΚΙ άτομα και όταν αυτό γίνεται, τα άτομα αυτά περιγράφονται με όρους που τα σεξουαλικοποιούν ή τα ψυχιατρικοποιούν. 

Η κάλυψη θεμάτων που αφορούν ανθρώπους ΛΟΑΤΚΙ γίνεται κυρίως όταν τα ΜΜΕ αναγκάζονται να καλύψουν θέματα που δημιουργούνται είτε μέσω κινηματικών γεγονότων, είτε και κυρίως, όταν αυτά επιβάλλονται μέσω θεσμικών διαδικασιών. 

Το θέμα της ορατότητας των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς τα ΜΜΕ καθορίζουν την ενασχόληση του κοινού με κάποιο θέμα. Δεν επηρεάζουν δηλαδή τόσο τον τρόπο που σκέφτεται ένας άνθρωπος για ένα ζήτημα, αλλά καθορίζουν ποιο είναι το ζήτημα με το οποίο η κοινή γνώμη θα πρέπει να ασχοληθεί.  Όταν στη θεματολογία των ΜΜΕ εκλείπουν θέματα που έχουν να κάνουν με τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα για τον περισσότερο κόσμο η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα περιθωριοποιείται ή απλά δεν υπάρχει.  

A.V.: Υπάρχει επαρκής τρόπος και… χώρος απάντησης από το ίδιο το άτομο ή μία συλλογικότητα/κοινότητα αφότου δεχτεί την λεκτική επίθεση;

Α.Π.: Το ζήτημα εδώ είναι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται η απάντηση. Εκτός από τις εντελώς μεροληπτικές περιπτώσεις όπου η απάντηση αποκρύπτεται εντελώς, ακόμα και όταν βρεθεί χώρος για αυτήν (συνήθως πολύ μικρότερος σε σχέση με το κυρίαρχο αφήγημα) ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται εντάσσεται στο πλαίσιο επαλήθευσης του κακοποιητικού λόγου ή των στερεοτύπων. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται για αυτό τον σκοπό μπορεί να είναι το μοντάζ, για παράδειγμα, ή η παρουσίαση μίας γραπτής απάντησης σε ροζ φόντο ή ακόμα η χρήση συγκαταβατικού λόγου από την πλευρά του ή της δημοσιογράφου σε μία συνέντευξη ΛΟΑΤΚΙ ατόμου. 

Στην εποχή μας βέβαια οι απαντήσεις μπορούν να δίνονται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο ρόλος των οποίων είναι πολύ σημαντικός δεδομένης της πρόσβασης που μπορεί να έχει σε αυτά ένα μεγάλο ποσοστό των πολιτών στις δυτικές κοινωνίες.  

A.V.: Θεωρείτε ότι η συζήτηση στη Βουλή νομοσχεδίων, όπως τα δύο τελευταία για το Σύμφωνο Συμβίωσης και την Ταυτότητα Φύλου, πυροδοτούν ακόμα περισσότερο τον κακοποιητικό λόγο στα ΜΜΕ;

Α.Π.: Το γεγονός ότι μέσω τέτοιου είδους θεσμικών κινήσεων τα ΜΜΕ αναγκάζονται να εντάξουν στην ημερήσια διάταξη τους ζητήματα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, πολλαπλασιάζει τον κακοποιητικό λόγο. Αλλά υπάρχουν και θετικά. Από τη στιγμή που ένα θέμα -που κάποτε αφορούσε ανθρώπους που μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρούνταν περιθωριακοί/ες- μπαίνει στο πεδίο της κεντρικής πολιτικής σκηνής, τα ΜΜΕ πρέπει να επιδείξουν έστω και επιφανειακά μία σοβαρότερη εικόνα. 

Έτσι θα πρέπει να ακούσουν και μέλη της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας και την επιχειρηματολογία τους. Και παρότι μεταδίδονται ομοφοβικές και τρανσφοβικές απόψεις που εκφράζονται μέσα και έξω από τη Βουλή (για παράδειγμα κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου για την νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου), ακούγονται και οι άλλες φωνές, αυτές που στηρίζουν τον αυτοπροσδιορισμό των ανθρώπων με νομικά και θεσμικά επιχειρήματα. 

Πάντως η σημαντικότερη κακοποίηση της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας και κυρίως των τρανς ατόμων εντοπίζεται στη συνεχή ψυχιατρικοποίηση τους που αναπαράγεται μέσω των ΜΜΕ με κάθε ευκαιρία.  

A.V.: Είναι υπερβολικά μεγάλο το ποσοστό των «ειδήσεων” και των «φωνών” κατά των διεκδικήσεων της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας; Ή όχι;

Α.Π.: Είναι μεγάλο, αλλά όχι υπερβολικά. Οι φωνές κατά των διεκδικήσεων της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας είναι δυνατές (για παράδειγμα της εκκλησίας), αλλά κατά τη γνώμη μου όχι τόσο δυνατές ώστε να ανακόψουν μία πορεία που έχει ήδη ξεκινήσει. Παρότι ζούμε σε μία πατριαρχική κοινωνία, που βλέπει καθαρά διχοτομικά την έννοια του φύλου θεωρώ ότι μεταξύ των δύο τάσεων που υπάρχουν στην  ελληνική πραγματικότητα, δηλαδή από τη μία της προσκόλλησης στις παραδόσεις και από την άλλη της επιθυμίας εκμοντερνισμού, θα κερδίσει η δεύτερη. 

A.V.: Κατά τη γνώμη σας, τι πρέπει να γίνει για να αλλάξει κάτι στο εγχώριο τοπίο των ΜΜΕ όσον αφορά την προβολή του κακοποιητικού λόγου;

Α.Π.: Πολλά. Από την ιδιοκτησία των ΜΜΕ, μέχρι τον στόχο τους. Αν στόχος είναι μόνο η κερδοφορία τότε θα επιλέγεται ο κιτρινισμός και η «ενημερωδιασκέδαση» (infotainment) προκειμένου να μεγαλώνει η θεαματικότητα, το ποσοστό των διαφημίσεων. Θα προβάλλονται θέματα μόνο για την δημιουργία συναισθημάτων και όχι για την ενημέρωση του κόσμου. Και βέβαια θα επιστρατεύονται και οι κατάλληλοι δημοσιογράφοι!

Respect Words: Η επιλογή των λέξεων είναι σημαντική

Όπως λέει στο «Antivirus» η κυρία Γιανναρά, στο τριήμερο σεμινάριο «Respect Words», το συμπέρασμα που προέκυψε είναι ότι «οι λέξεις μετράνε». Στον επίλογό της, η Ελευθερία Κουμάντου (Αθήνα 9,84 και μέλος του Παρατηρητηρίου για τον Ρατσιστικό Λόγο στα ΜΜΕ) είπε  ότι «η επιλογή των λέξεων είναι πολύ σημαντική. Και επειδή η δουλειά μας είναι οι λέξεις, δεν μπορούμε να πούμε… “δεν ήξερα”… “δεν το σκέφτηκα”… βέβαια σε πολλές περιπτώσεις πέφτουμε και οι ίδιοι στη λογική του εντυπωσιακού τίτλου, της διαφορετικής διατύπωσης. Όμως πάντα είναι καλύτερα να πούμε κάτι με τετριμμένο τρόπο, παρά να δημιουργήσουμε λανθασμένες εντυπώσεις. Άρα η επιλογή των λέξεων δεν πρέπει να γίνεται ούτε τυχαία, ούτε πρόχειρα, γιατί πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει ότι έτσι είναι… “αφού το άκουσα στην τηλεόραση, το διάβασα στην εφημερίδα”.

Το σημαντικότερο όμως για την κυρία Γιανναρά συμπέρασμα από το Σεμινάριο είναι ότι «δεν μπορείς να μιλάς ΓΙΑ τους άλλους, αλλά ΜΕ τους άλλους», όπως τονίζει. Εξάλλου, παρά το γεγονός ότι το σεμινάριο είχε εντελώς διαφορετικούς θεματικούς άξονες που άγγιζαν περισσότερο το μεταναστευτικό/προσφυγικό ζήτημα και τον τρόπο με τον οποίο τα ΜΜΕ μεταδίδουν τα θέματα αυτά, η συζήτηση στην εξέλιξη της άνοιξε σε όλες τις κοινωνικές ομάδες, ευάλωτες και μη. Μάλιστα, τέθηκαν θέματα που αφορούσαν και τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα και συζητήθηκε έντονα το θέμα των ΛΟΑΤΚΙ προσφύγων και μεταναστών καθώς υπόκεινται σε ένα διπλό διαχωρισμό (double discrimination).


Ο ρόλος του δημοσιογράφου και πώς πρέπει να αντιδρά στις λεκτικές επιθέσεις εναντίον ΛΟΑΤΚΙ ατόμων

Είναι συχνό το φαινόμενο να καλούνται στην ίδια εκπομπή εκπρόσωποι του ΛΟΑΤΚΙ κινήματος μαζί με εκπροσώπους της εκκλησίας ή ακραιφνείς αντιπάλους των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων και των τρανς. Ρωτήσαμε την κ. Γιανναρά «πώς πρέπει να αντιδρά ένας δημοσιογράφος σε περιπτώσεις λεκτικών επιθέσεων με εμφανή ομοφοβικό και ρατσιστικό λόγο», διότι έχουμε δει πολλές φορές είτε να σιωπούν οι δημοσιογράφοι-παρουσιαστές, είτε ακόμα και να πυροδοτούν την αντιπαράθεση, με εχθρικά προς τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα σχόλια και ερωτήσεις.

Ειρήνη Γιανναρά: Οι δημοσιογράφοι έχουν κάθε δικαίωμα να αντιδρούν. Οφείλουν και πρέπει να θέτουν εξαρχής τους κανόνες διαλόγου στις εκπομπές τους και στις συνεντεύξεις τους και αν ο συνεντευξιαζόμενος δεν συμφωνεί πρέπει να έχουν το δικαίωμα να αντιδρούν ακόμη κι αν χρειαστεί να «κόψουν» τη συνέντευξη. Οφείλουν να θέτουν δύσκολες ερωτήσεις παρουσιάζοντας όμως το κάθε θέμα στην ολότητά του, με ισορροπημένη κάλυψη των γεγονότων και των απόψεων των εμπλεκόμενων πλευρών. Δεν έχουν όμως το δικαίωμα να πυροδοτούν βία κατά τρίτων, συχνά δε και κατά των ιδίων, ενισχύοντας εκούσια ή ακούσια το αφήγημα της ρητορικής του μίσους και του κακοποιητικού λόγου. Ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπίσεις ένα τέτοιο φαινόμενο είναι να διαθέτεις τα κατάλληλα εργαλεία. Πιστεύω ότι η «εργαλειοθήκη» που δημιουργήθηκε μέσα από το “Respect Words” θα βοηθήσει σε μεγάλο βαθμό.

AV: Μπορούμε να αποκλείσουμε τις γνωστές ακραίες φωνές από τα ΜΜΕ ή αγγίζουμε τα όρια της λογοκρισίας; 

Ε.Γ.: Ναι μπορούμε, αλλά τελικά περνάμε από τη «λογοκρισία» του κακοποιητικού λόγου και της ρητορικής τους μίσους στην «αυτολογοκρισία» του δημοσιογράφου. Το θέμα ρύθμισης της ρητορικής μίσους και του κακοποιητικού λόγου συχνά σχετίζεται με την ελευθερία της έκφρασης. Στο δημοσιογραφικό επάγγελμα, όπως και σε κάθε άλλο επάγγελμα, υπάρχουν κώδικες και εργαλειοθήκες, στοιχεία που «θωρακίζουν» τον δημοσιογράφο στην τέλεση του επαγγελματός του. Ο αποκλεισμός των ακραίων φωνών λύνει το «πρόβλημα» προσωρινά. Δεν το εξαφανίζει. Συνεχίζει να υπάρχει μέσα από άλλους διαύλους που λειτουργούν με τους επικοινωνιακούς κανόνες του λαικισμού, ενα πεδίο που γιγαντώνεται δεν παραμένει ανεξέλεγκτο. Στο άρθρο 1 ο Κώδικας Δεοντολογίας της ΕΣΗΕΑ, αν και παλαιός, ορίζει ότι: Το δικαίωμα του ανθρώπου και του πολίτη να πληροφορεί και να πληροφορείται ελεύθερα είναι αναφαίρετο. Η πληροφόρηση είναι κοινωνικό αγαθό και όχι εμπόρευμα ή μέσο προπαγάνδας. Ο Κώδικας Δεοντολογίας της ΕΝΕΔ αναφέρει ότι: οι δηλώσεις μίσους και οι πράξεις βίας είναι από τη φύση τους προσβλητικές, αν και μερικές φορές μπορούν να παράγουν έγκυρες ειδήσεις. Το ζήτημα είναι πού εντοπίζεται η διαχωριστική γραμμή στο τι θα έπρεπε να γράφουμε και να φωτογραφίζουμε και τι όχι; Προτείνοντας ως βέλτιστη πρακτική το ακόλουθο:

Ο δημοσιογράφος οφείλει να αξιολογεί το προφίλ του ομιλητή, την προσέγγιση του λόγου, την πρόθεσή του ως προς το περιεχόμενο και τον τύπο της ομιλίας και το οικονομικό κοινωνικό και πολιτικό κλίμα, στο οποίο αναφέρονται.

Είναι υποχρέωση και καθήκον του δημοσιογράφου να αναλύει το τι δίνει ώθηση σε τέτοιου είδους λόγους και να ελέγχει τους ισχυρισμούς αυτών που προωθούν τέτοιου είδους συμπεριφορές. Οι όποιες στενόμυαλες αντιλήψεις και προσεγγίσεις θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να εξισορροπούνται ως προς τις αντίθετες φωνές με μετριοπάθεια.

Στην έντυπη έκδοση της εργαλειοθήκης του “Respect Words” με τίτλο «Reporting on Migration & Minorities» στις γενικές κατευθύνσεις που προτείνονται τονίζεται μεταξύ άλλων: «Αποφυγή της άκριτης αναπαραγωγής Ρητορικής Μίσους. Δηλώσεις αυτού του τύπου θα πρέπει να δημοσιοποιούνται μέσα σε πλαίσιο το οποίο περιλαμβάνει αντεπιχειρήματα στη Ρητορική του Μίσους, εκθέτοντας ταυτόχρονα οποιεσδήποτε ψευδείς πληροφορίες». 


Λίγα λόγια για το σεμινάριο Respect Words

Το Σεμινάριο με τίτλο «Δημοσιογραφία, Κοινωνία και Ρητορική του Μίσους. Αντιμετωπίζοντας τις νέες προκλήσεις» που οργανώθηκε από την ΕΡΤ και πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 2017 στη Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Προγράμματος “RespectWords” για την αντιμετώπιση της Ρητορικής του Μίσους στα ΜΜΕ. Το σεμινάριο απευθύνθηκε σε δημοσιογράφους που κάλυπτουν το Μεταναστευτικό/Προσφυγικό και τα θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, προσκαλώντας επίσης παρατηρητές από φορείς και οργανώσεις που ασχολούνται με τα θέματα αυτά.

Σκοπός τόσο του σεμιναρίου άλλα και των αντίστοιχων που πραγματοποιήθηκαν στις χώρες των υπόλοιπων εταίρων στο πρόγραμμα – EMARTv (Ισπανία), Radio Dreyeckland (Γερμανία), Civil Radio (Ουγγαρία), Near FM (Ιρλανδία), Radio Popolare (Ιταλία), Radio Student FM89,3 (Σλοβενία) και με εποπτεύοντα οργανισμό το International Press Institute-IPI (Αυστρία)- είναι η δημιουργία της εργαλειοθήκης με τίτλο “Reporting on Migration & Minorities”. Πρόκειται ουσιαστικά για μία δέσμη προτάσεων, ένα εγχειρίδιο καλών πρακτικών που έχει «χτιστεί» πάνω στους ευρωπαϊκούς δημοσιογραφικούς κώδικες δεοντολογίας αλλά φιλοδοξεί να τους πάει ένα βήμα παραπέρα με τα εργαλεία που προτείνει, εξισορροπώντας το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου με την ανάγκη προστασίας όλων των ανθρώπων, και ειδικά των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων από την ρητορική του μίσους.

Στο Δημοτικό, όταν η δασκάλα μας έβαλε "Σκέφτομαι και γράφω" να πούμε τι θέλουμε να γίνουμε όταν μεγαλώσουμε, απάντησα: Πρώτα γιατρός και όταν γεράσω περιπτεράς. Από μικρός μου άρεσε η ποικιλία και τη σύνταξη ούτε καν που τη σκεφτόμουνα. Στη συνέχεια ασχολήθηκα ερασιτεχνικά με σχολικές εφημερίδες και όταν πέρασα στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ άρχισα να δουλεύω κανονικά στον ειδικό τύπο σχεδόν από το πρώτο έτος. Το Αntivirus το αγαπάω όπως ο Αθηναίος το χωριό του. Ενώ είμαι αναγκασμένος να ζω από την κανονική μου δουλειά, το Antivirus είναι η πραγματική δημοσιογραφία και το ρεπορτάζ που θα ήθελα να κάνω. Από το 2007 υπάρχει αυτή η σχέση αγάπης.