Στιγμιότυπο 2015-08-12, 12.06.21 μ.μ.Ο ΤΑΖ συνωμοτεί με την κυρία με τις καμέλιες, να ξεγελάσουν τους “καλούς”, δίνοντας ραντεβού νύχτα τρεις το μεσημέρι, στη χώρα του ποτέ ποτέ, που ποτέ κανείς δεν μεγαλώνει.

Eίναι νύχτα έξω. Αλλά από την άλλη και πότε δεν ήταν; Και ντάλα μεσημέρι να με βάλεις να σου γράψω, έτσι κάπως θα στο ξεκινήσω το γραφούμενο: “Είναι νύχτα έξω”. Για να αισθανθούμε και οι δύο μας μοναδικοί. Χωρίς θορύβους, μόνο ίσα-ίσα έναν απόηχο από κάνα ξέμπαρκο ταξί που διασχίζει το δρόμο ψάχνοντας μεθυσμένο πελάτη τα ξημερώματα.

Ήταν νύχτα έξω κι εγώ ακόμα δεν μπορούσα να βρω τη νύχτα που επιθυμούσα μέσα μου. Να διαλυθώ σαν τη βανίλια  υποβρύχιο, το παιδικό γλυκό μια άλλης εποχής, κουλουριασμένος σε ένα κουτάλι σούπας, μέσα σε ένα ποτήρι νερό. Να αλλάξω το σχήμα μου και την πυκνότητά μου, να δεχτώ το νερό στα μόρια της ύλης μου, να διαλυθώ αδιόρατα, χωρίς όμως να χάσω όλο τον έλεγχο της πυκνότητάς μου, μέχρι να με γλείψει ένα στόμα, να με καταπιεί και να γίνω σελοφάν στα σωθικά του, να του τα προστατεύσω από το οξύ, να γίνω από μέσα του γραμματέας για να τον γλιτώσω από το κακό.

Να γλιτώσω κι εγώ μαζί του. Βρίσκοντας ένα σκοπό, ένα καλό να κάνω, μια εργασία. Κι αργότερα να εξεγερθώ, όπως κάθε εργάτης, ζητώντας τα μισθά μου. Tα χρωστούμενά μου που μαζεύτηκαν στο πέρασμα του χρόνου, χαμογελώντας σε ανθρώπους που ίσως θα πεθάνω χωρίς να μάθω αν αγαπώ ή μισώ. Αν φταίω ή αν φταίνε για τη διαστρέβλωση του συναισθήματος, την έκθεση του στον ήλιο και την αναπόφευκτη μετάλλαξή  του.

Είναι νύχτα έξω κι αυτό μου αρκεί για να δικαιολογήσω το απονενοημένο μου. Σαν πειραματικό “ανέβασμα” της “Kυρίας με τις καμέλιες” στη σκηνή του προσωπικού μου ΔΗΠΕΘΕ. Αυτή η κυρία με τις καμέλιες ήταν μια φυματικιά που ήταν ταυτόχρονα και καραπουτανάρα αλλά και πολύ ευαίσθητη κι ερωτεύτηκε. Και μετά στο τέλος του έργου ψόφησε κι όλοι κλαίγανε. Δεν ξέρω  να σου πω με σιγουριά αν κλαίγανε επειδή ψόφησε απλώς ή αν κλαίγανε επειδή ψόφησε πριν τη γαμήσουν όσοι δεν πρόλαβαν (γιατί ήταν και πολύ όμορφη). Στο δικό μου κόσμο θέλω να πιστεύω ότι κλαίγανε επειδή ακόμα τότε δεν είχε εφευρεθεί η βανίλια υποβρύχιο, για να της την κοινωνήσει ο παπάς να συγχωρεθεί, και ό,τι περισσέψει από το γλυκό να το φάνε οι μοιρολογίστρες να γλυκαθούν κι αυτές. Τι νόημα έχει ο θάνατος μιας πουτάνας στο κάτω-κάτω αν δε σε κάνει να νοσταλγείς την παιδικότητά σου; Τότε που οι λέξεις ήταν γεύσεις και το υποβρύχιο, το μουλωχτό, μια σκέτη γλύκα.

Στο λεωφορείο που με πήγαινε στο γραφείο, μια παρέα παιδιών (το ένα τους ήταν πολύ ξανθό και με μια σκληρή ομορφιά, αν δε φοβόμουν μη φάω μπουνιά, θα του έλεγα ότι θέλω να το κάνω μια μπουκιά) φώναζε και έκανε πλάκες. Μια κυρία τους έκανε παρατήρηση, λέγοντάς τους: “Γιατί φωνάζετε έτσι; Δεν βλέπετε ότι εδώ είναι και άλλοι άνθρωποι;”. O ξανθός της απάντησε με πολύ ήρεμη φωνή: “Kάνουμε έτσι επειδή είμαστε χαρούμενοι άνθρωποι”. Άντε εσύ τώρα να μετρηθείς με αυτά τα παιδιά. Και να τους πεις… τι να τους πεις που να μην περιέχει μέσα του τη ζήλια σου απέναντι στη χαρά τους;

Mπήκα στο γραφείο ράκος. Ίσως από το μεσημεριάτικο καλοκαιρινό ήλιο της πόλης, ίσως από το ενδεχόμενο όταν γεράσω να γίνω σαν αυτή την κυρία. Δεν ήταν νύχτα, όσο κι αν προσπαθούσα, δεν ήταν νύχτα. Κάποιοι γύρω μου τρώγανε μπιφτέκια με κρέμες και τυριά, ντελίβερι. Ούτε νύχτα ήταν, ούτε βανίλια υποβρύχιο υπήρχε. Ήθελα μόνο να παραιτηθώ.

Πολλά χρόνια μετά,ή πολλά χρόνια πριν, ή χτες, κάπου, κάποιος ψυχίατρος με ρώτησε, θα με ρωτήσει, “γιατί φεύγεις συνέχεια από δουλειές; Γιατί δεν κάνεις μια σταθερή σχέση; Γιατί κάνεις συνέχεια σαμποτάζ στον εαυτό σου;”.

Eγώ αμίλητος απέναντι στην ψυχοπουτάνα, έτσι αποκαλούσαμε με τη Μαλβίνα τους ψυχίατρους. Τι θα καταλάβει αν του πω, ότι το κάνω επειδή φοβάμαι μη γίνω σαν εκείνη την κυρία στο λεωφορείο;

Τι θα καταλάβει αν του πω “μα ήταν καλοκαίρι και στο γραφείο όλοι τρώγανε μπιφτέκια με σάλτσες και τυριά και αν μετά διάβαζες τα κείμενα τους, τα  αισθανόσουν να στάζουν οι λέξεις λάδια και λίπος, γραμμένες από λιγδωμένα δάχτυλα. Oύτε νύχτα, ούτε βανίλια υποβρύχιο υπήρχε”. Θα πει μια κοινοτοπία, θα γράψει μια συνταγή χαπιών για να μου εξαφανίσει τη νύχτα, να είναι πάντα μεσημέρι και να τρως κι εσύ,  να στάζεις κι εσύ λάδια και λίπος. Kαταδικασμένος να ζεις για πάντα στο δυνατό, αμείλικτο φως τους, που τυφλώνει τα μάτια αν τολμήσεις και κοιτάξεις με θράσος τον ήλιο τους, χωρίς μαύρα γυαλιά. Να διαμαρτύρεσαι κι εσύ εκνευρισμένος από τη χαρά των άλλων.

Επειδή τους επέτρεψες να σε κάνουν να ξεχάσεις τη βανίλια υποβρύχιο.  Επειδή τους επέτρεψες να σε κάνουν να παραιτηθείς από το μαγικό σου, αυτό που έκανε τα πάντα νύχτα, τα πάντα ένα ατέλειωτο ανεξερεύνητο τοπίο υποσχέσεων, θαυμάτων και τραυμάτων. Επειδή αν πεις τρεις το μεσημέρι, σαν φεγγαροχτυπημένος, με βλέμμα βουτηγμένο σαν βανίλια υποβρύχιο,  σε έναν υγρό, απόκοσμο θαυμασμό, γεμάτο προσμονή, “είναι νύχτα έξω”, δεν τους ανήκεις πια. Κι όποιος δεν τους ανήκει, επειδή αυτοί λένε ότι όλοι κάπου πρέπει να ανήκουμε υποχρεωτικά, βρίσκουν τρόπο να τον κάνουν να ανήκει. Σε κάποιο κλινική, στο περιθώριο, στο θάνατο… Έτσι νομίζουν.

Γιατί, τώρα που σου γράφω τρεις το μεσημέρι με 38 κελσίου, είναι νύχτα έξω, μην την προδώσεις, μη με προδώσεις. Δίπλα μου στο γραφείο είναι αυτοί με τα μπιφτέκια, δεν τους βλέπω όμως, δεν τους ακούω, συνωμοτώ με το φεγγάρι κι εσένα, δεν ακούω κανέναν ήχο που δεν ανήκει στη συνωμοσία μας, μόνο τον δροσερό αέρα στα φύλλα των δέντρων και τις ανάσες των εραστών από τα ανοιχτά παράθυρα. Μόνο τα βήματά σου θα ακούσω όταν θα πλησιάζεις να μου φέρεις βανίλια υποβρύχιο. Θα σου πω και το όνομα της. Της κυρίας με τις καμέλιες. Ποτέ δεν πέθανε, η Μαργαρίτα Γκοτιέ. Τους ξεγέλασε όλους.

Από μικρός ήθελα να γίνω αστροναύτης. Εξάλλου, πάντα θυμάμαι να μου λένε ότι "πετάω στα αστέρια". Λόγω όμως σχετικής υψοφοβίας αποφάσισα να αλλάξω επαγγελματικό προσανατολισμό και να γίνω δημοσιογράφος (απ' το κακό στο χειρότερο), Μπήκα στο Πάντειο (Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων & Πολιτισμού) και λίγους καφέδες αργότερα πήρα το πτυχίο μου. Έκτοτε το επαγγελματικό μου μετερίζι με έχει οδηγήσει στην πόρτα ανθρωπιστικών οργανισμών (Διεθνή Αμνηστία, Έλιξ) αλλά και πολλών έντυπων και διαδικτυακών μέσων (Esquire, Nitro, Protagon, κλπ). Η σχέση μου με το Antivirus ξεκίνησε τυχαία τον Μάρτιο του 2013. Έκτοτε έγινε λατρεία... Είτε εδώ είτε στο περιοδικό, όλο και κάπου θα με πετύχετε. Αν τώρα θέλετε να κάνετε και κάποιο σχόλιο... θα με βρείτε στο vth@avmag.gr. Cu!