16 Σεπτεμβρίου 1977,  την μέρα αυτή σίγησε για πάντα η λυρικότερη φωνή του 20ου αιώνα…η φωνή της Μαρίας Κάλλας. H Divina, η θεά της όπερας, η Μαρία Κάλλας αφήνει την τελευταία της πνοή στο διαμέρισμά της στο Παρίσι, σε ηλικία 54 ετών. Τριάντα εφτά χρόνια μετά το θάνατό της, ο θρύλος της Κάλλας αντέχει στο χρόνο.

Ως καλλιτέχνις, η Μαρία Κάλλας είναι μια από τις σημαντικότερες της εποχής μας, αλλά ως άνθρωπος είναι μια από τις ηρωίδες των αρχαίων τραγωδιών, μια γυναίκα η οποία θυσίασε τη φωνή της , την καριέρα της και εν τέλει τη ζωή της, για έναν άνδρα, ο οποίος δεν την αγάπησε όσο αυτή.

Η ίδια η Μαρία Κάλλας εκμυστηρεύεται στην τελευταία της συνέντευξη: «είναι πολύ παράξενο συναίσθημα να είμαι ζωντανός μύθος, ενώ βρίσκομαι ακόμη στη γη. Ίσως θα ήταν καλύτερο αν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που θαυμάζουν τη φωνή μου, αποφάσιζαν να με θεωρούν αθάνατη μετά το θάνατό μου. Αν γινόταν αυτό θα καθόμουν πάνω σε κάποιο σύννεφο, θα κοίταζα κάτω και θα απολάμβανα το θέαμα αντί να κάθομαι και να ανησυχώ αν θα καταφέρω να βγάλω τις ψηλές μου νότες».

Ωστόσο, και αν ακόμα ο θρύλος της Κάλλας ευνοήθηκε από τον πρόωρο χαμό της, το ότι ο θρύλος της αντέχει στη φθορά του χρόνου οφείλεται στο γεγονός ότι η μυθική διάσταση θεμελιώθηκε πάνω στο μεγαλείο της ερμηνεύτριας. Οχι,  μόνο της μεγάλης τραγουδίστριας αλλά και της ερμηνεύτριας, που κι όταν την ακούμε , νιώθουμε σαν να τη βλέπουμε να ενσαρκώνει, κυριολεκτικά, τον εκάστοτε ρόλο της.

Ακούγοντάς τη να τραγουδάει, «βλέπουμε» τη Μήδεια, τη Lady Μacbeth, την Αmina ή την Αnna Βolena, τη Νorma, τη Lucia, τη Violetta ή τη Floria Τosca, όλες τις ηρωίδες στις οποίες μετουσιωνόταν. Η ίδια για τη μοναδική της σκηνική παρουσία είχε δηλώσει «Θα πέθαινα από πλήξη αν ήμουν υπο­χρεωμένη να επαναλαμβάνω κάθε φο­ρά ένα ακριβές μοντέλο. Τη μια μέρα νιώθεις την ανάγκη να κάνεις μια συγκε­κριμένη κίνηση, που την επομένη δεν σου έρχεται να την επαναλάβεις με τρόπο φυ­σικό. Και αν οι κινήσεις σου δεν είναι φυσικές, δεν υπάρχει περίπτωση να πείσεις το κοινό. Οι χειρονομίες μου δεν είναι  ποτέ προμελετημένες, σας διαβεβαιώνω γι’ αυτό. Υπαγορεύονται από τις χειρονομίες των άλλων τραγουδιστών, από τη  μουσική, από την αμέσως προηγούμενη κίνηση μου. Η μία χειρονομία διαδέχεται την άλλη σε μια αδιάλειπτη αλληλουχία κινήσεων η μία πηγάζει από την άλλη όπως συμβαίνει  σε μια συνομιλία. Χθες μπορεί να έκανα  αυτή την κίνηση, αλλά αν αύριο ένας τενόρος κάνει δυο βήματα εμπρός αντί  δυο βήματα πίσω, τότε τι κάνεις;  Είσαι υποχρεωμένη να ενσωματώσεις την κίνηση του στη δική σου πραγματι­κότητα. Μπορεί επίσης εκείνος να τραγουδήσει  διαφορετικά από ότι την προηγουμένη παράσταση, και αυτό υπαγορεύει μια διαφορετική δι­κή σου κίνηση. Η ομορφιά μιας  παράστασης συνίσταται σε άπειρες μικρές προυποθέσεις, που πρέπει όμως όλες να είναι αυθεντικό προϊόν της στιγμής».

Η Μαρία Κάλλας νίκησε το θάνατο χάρη στη ζωή της. Στέκεται αγέρωχα στην κορυφή της πυραμίδας του παγκοσμίου μελοδράματος του 20ού αιώνα, του οποίου υπήρξε ανανεώτρια. Η Κάλλας, αποτελεί την «αναγέννηση» της όπερας, όσο και αν αυτό ακούγεται υπερβολικό για κάποιους.

Ένα στοιχείο που εντυπωσιάζει, αν παρακολουθήσει κανείς την καλλιτεχνική πορεία της Κάλλας, είναι το γεγονός ότι μπορούσε να ερμηνεύει την ίδια χρονική περίοδο ρόλους εντελώς διαφορετικούς μεταξύ τους τόσο από δραματουργικής όσο και από τεχνικής άποψης. Αυτός, εξάλλου, ήταν ένας από τους λόγους που η Κάλλας εξάντλησε ίσως από πολύ νωρίς τις δυνατότητες της φωνής της και απομονώθηκε καλλιτεχνικά τα τελευταία χρόνια της ζωής της.

Η Κάλλας τραγούδησε 84 φορές τη Νόρμα – περισσότερο από κάθε άλλη ήρωίδα της όπερας – και 43 τη Λουτσία. Συγκεκριμένα τραγούδησε τη Νόρμα του Μπελίνι στο ρόλο της Νόρμα, 84 φορές την Τραβιάτα του Βέρντι ως Βιολέτα, 58 φορές τη Τόσκα του Πουτσίνι στο ρόλο της Τόσκα, 53 Λουτσία του Ντονιζέτι στο ρόλο της Λουτσία, 43 Αίντα του Βέρντι στο ρόλο της Αίντα, 31 Μήδεια του Κερουμπίνι στο ρόλο της Μήδειας, 31 Τουραντό του Πουτσίνι στο ρόλο της Τουραντό, 23 Σονάμπουλα του Μπελίνι στο ρόλο της Αμίνα, 21 Τροβατόρε του Βέρντι στο ρόλο της Λεονόρα, 20 Πουριτανοί του Μπελίνι στο ρόλο της Ελβίρα, 13 Άννα Μπολένα του Ντονιζέτι στο ρόλο της ‘Αννα, 12 Τζοκόντα του Πονκιέλι στο ρόλο της Τζοκόντα, 12 Τριστάνος και Ιζόλδη του Βάγκνερ στο ρόλο της Ιζόλδη. Ακόμη, είχε τραγουδήσει άλλες τριάντα όπερες κάτω απο 10 φορές την κάθε μία, συνολικά, – εκτός από τις προαναφερθείσες – 122 φορές στα μεγαλύτερα λυρικά θέατρα της Υφηλίου.

Για τον αγαπημένο της ρόλο η ίδια δήλωνε «Οποτε ερμηνεύω τη Νόρμα είμαι ευτυχισμένη. Είναι ο αγαπημένος μου ρόλος. Νομίζω ότι της μοιάζω. Είναι πολύ υπερήφανη για να δείξει τα πραγματικά της αισθήματα, αλλά στο τέλος υποκύπτει. Μια γυναίκα που δεν αισθάνεται κακία ούτε νιώθει αδικημένη από δυσμενείς καταστάσεις, τις οποίες, εν τέ­λει, έχει προκαλέσει η ίδια. Λατρεύω τον Μπελίνι, όπως και τον Ντονιτσέτι. Αλλό ο Μπελίνι είναι η αδυναμία μου. Είναι πιο ισχυρός, πιο δυνατός, πιο αρρενωπός, αν μου επιτρέπεται να  εκφραστώ έτσι. Ο κόσμος της Λουτσία είναι άλλος. Μελαγχολικός και συναισθηματικός Ιδιαίτερα στη σκηνή της τρέλας, καταλαβαίνεις ότι ο κόσμος της υπερβαίνει την καθημερινότητα, είναι ένας κόσμος ονείρου».

Πέρα από την ασυνήθιστη γκάμα της, που εξέπληξε ακόμη και τους πιο δύσκολους ειδήμονες της όπερας. Όπως είχε πει και ο Franco Zeffirelli «η Κάλλας ήταν η πρώτη -και τελευταία μέχρι στιγμής- σοπράνο που ξεπέρασε τα όρια της τέχνης της, και καθιερώθηκε ως η πριμαντόνα σταρ που έφερε την όπερα κοντά στην αντίληψη των μαζών».

Η περίοδος των διεθνών της θριάμβων έχει περιγραφεί επανειλημμένως. Στις 7 Δεκεμβρίου 1951 η Κάλλας ανοίγει τη σαιζόν στη Σκάλα του Μιλάνου με το “Σικελικό Εσπερινό”, εμφάνιση που της προσφέρει μεγάλη αναγνώριση. Κατά τη διάρκεια των επόμενων επτά ετών η Σκάλα θα είναι η σκηνή των μέγιστων θριάμβων της σε ένα ευρύ φάσμα ρόλων. Το 1955 ανεβάζει την ιστορική παράσταση της “Τραβιάτα” του Βέρντι σε σκηνοθεσία Luchino Visconti.

Στις 27 Οκτωβρίου 1956 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης ως “Νόρμα” στο ομώνυμο έργο του Μπελλίνι. Στις 5 Αυγούστου 1957 επιστρέφει στην Αθήνα και εμφανίζεται στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών. Δύο μήνες πριν είχε γνωρίσει τον εφοπλιστή Αριστοτέλη Ωνάση σε δεξίωση της κοσμικογράφου Έλσα Μαξγουελ. Η γνωριμία τους θα εξελιχθεί σε μία από τις πλέον συζητημένες σχέσεις στην ιστορία.

Το 1960 τραγουδά στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου “Νόρμα”και το επόμενο έτος “Μήδεια” σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή. Το 1962 επανέρχεται στη Σκάλα του Μιλάνου και αποθεώνεται σαν Μήδεια σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή και κοστούμια Γιάννη Τσαρούχη. Τον Ιανουάριο του 1964 πείθεται από το Franco Zeffirelli να συμμετάσχει σε μία νέα παραγωγή της “Τόσκα” στη σκηνή του Κόβεντ Γκάρντεν (Covent Garden). Η παράσταση εκθειάζεται από τους κριτικούς ενώ ακολουθεί την ίδια χρονιά νέος καλλιτεχνικός θρίαμβος στην Όπερα των Παρισίων με τη“Νόρμα”. Παρά τα φωνητικά προβλήματα που έχει αρχίσει να αντιμετωπίζει το παρισινό κοινό την αποδέχεται θερμά.

Στις 5 Ιουλίου 1965 εμφανίζεται για τελευταία φορά σε παράσταση όπερας στο Κόβεντ Γκάρντεν με την “Τόσκα” σε σκηνοθεσία Franco Zeffirelli. Στα 1966 απεκδύεται την αμερικανική υπηκοότητα και λαμβάνει την ελληνική. Με αυτή της την ενέργεια λύεται και τυπικά ο γάμος της με το Μενεγκίνι. Πλέον ελπίζει ότι ο Αριστοτέλης Ωνάσης θα της ζητήσει να παντρευτούν κάτι που τελικά δε γίνεται μια και στις 8 Ιουλίου 1968 ο Έλληνας μεγιστάνας παντρεύεται τη χήρα του Αμερικανού Προέδρου Kennedy, Jacqueline. Αυτή του η πράξη βυθίζει σε κατάθλιψη την κορυφαία υψίφωνο.

Το 1969 γυρίζει σε ταινία τη “Μήδεια” του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία του Pier Paolo Pasolini. Η ταινία δεν γνωρίζει επιτυχία στις κινηματογραφικές αίθουσες. Στις 25 Μαΐου 1970 μεταφέρεται στο νοσοκομείο και γίνεται γνωστό ότι επεχείρησε να αυτοκτονήσει λαμβάνοντας μεγάλη δόση βαρβιτουρικών.

Το 1973 σκηνοθετεί στο Τορίνο μαζί με τον Giuseppe Di Stefano το έργο “Σικελικοί Εσπερινοί” (I Vespri Siciliani) και την ίδια χρονιά ξεκινά μαζί του μια παγκόσμια καλλιτεχνική περιοδεία. Στις 8 Δεκεμβρίου η Κάλλας τραγούδησε στην Όπερα των Παρισίων, όπου το κοινό την κάλεσε στη σκηνή 10 φορές καταχειροκροτώντας την. Η τελευταία της εμφάνιση έγινε στην πόλη Σαππόρο της Ιαπωνίας στις 11 Δεκεμβρίου του 1974.

H απώλεια της φωνής και το τέλος του δεσμού της με τον Αριστοτέλη Ωνάση  και ο θάνατος του, της είχαν μειώσει την επιθυμία να εξακολουθήσει να ζει.

Απομονωμένη στο διαμέρισμά της στο Παρίσι, γεμάτη φοβίες και ανασφάλειες, χωρίς προοπτική που θεωρούσε αντάξια του παρελθόντος της, η Κάλλας άφησε τον εαυτό της . Τελευταία φορά που η Κάλλας επισκέφθηκε την Ελλάδα, μακριά από την δημοσιότητα, ήταν στην Χαλκιδική το 1976.  Σιγοτραγουδούσε την «Συννεφιασμένη Κυριακή» του Βασίλη Τσιτσάνη και την «Νυχτερίδα» του τυφλού ρεμπέτη Δημήτρη Γκόγκου-Μπαγιαντέρα…

Η Μαρία Κάλλας πέρασε στην αιωνιότητα στις 16 Σεπτεμβρίου 1977 στο Παρίσι. Η νεκρώσιμη ακολουθία έγινε στις 20 Σεπτεμβρίου  στον Ελληνικό Ορθόδοξο Ιερό Ναό Αγίου Στεφάνου, της οδού Georges-Bizet στο Παρίσι και, αφού το σώμα της αποτεφρώθηκε στο  Père-Lachaise, η τέφρα της σκορπίστηκε στο Αιγαίο στις 3 Ιουνίου 1979.

Η γεμάτη διακυμάνσεις προσωπική ζωή της και ο απαιτητικός της χαρακτήρας καλλιέργησαν το μύθο της. Πολλοί έλεγαν οτι θεωρεί τον εαυτό της πριμαντόνα. Η ίδια όμως είχε σχολιάσει αυτό το γεγονός και είχε πει «Με γνωρίζουν ως πριμαντόνα και καμιά φορά με κατηγορούν ότι είμαι πριμαντόνα. Αλλά αυτός είναι ένας τίτλος για τον οποίο  είμαι υπερήφανη. Πολύ συχνά δίνουν στον όρο  μια λανθασμένη σημασία. Στην πραγματικότητα, η λέξη προσδιορίζει πολύ απλά την “πρώτη κυρία” του θιάσου, την πρωταγωνίστρια.» Οι μαρτυρίες, όσων τη γνώρισαν από κοντά σκιαγραφούν μια προσωπικότητα ευάλωτη με πολλές ευαισθησίες.

Αυτό το οποίο είναι σίγουρο, είναι ότι κανείς δε μπορεί να αμφισβητήσει την πολύ σημαντική προσφορά της Κάλλας, από ιστορική άποψη. Είναι αυτή που αναβίωσε σπουδαία λυρικά έργα που για ένα μεγάλο διάστημα απουσίαζαν από το ρεπερτόριο των θεάτρων όπερας. Ανάμεσα σε αυτά τα έργα συγκαταλέγονται οι όπερες: Norma του Bellini, Medee του Cherubini Alceste και Iphigenie en Tauride του Gluck, Armida και Il turco in Italia του Rossini, La Vestale του Spontini και πολλές άλλες. Με τις εξαιρετικές της ερμηνείες σε όλους αυτούς τους ρόλους πέτυχε να εδραιώσει ξανά τη θέση αυτών των έργων στο παγκόσμιο οπερατικό ρεπερτόριο.

Η ίδια δε θεωρούσε ότι είχε κάνει κάτι το ιδιαίτερο και δήλωνε « Δεν διατείνομαι ότι εισήγαγα κάποιους νεωτερισμούς.  Ο τρόπος με τον οποίο εργάζομαι, ήταν γνωστός πριν από μένα, και τον ακολούθησαν και άλλοι σε διάφορες περιόδους στην ιστορία της όπερας».

Όπως κανείς δε μπορεί να αμφισβητήσει, είναι ότι μπορεί η Κάλλας να είχε γεννηθεί στην Αμερική από Έλληνες γονείς, να έγινε διάσημη στην Ιταλία και να πέθανε στη Γαλλία, αλλά η φωνή της, το έργο της, η σκηνική της παρουσία, η Μαρία Κάλλας απλά ανήκει σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, ανήκει σε όλους μας.

Τo 2010, νέο φως στο μυστήριο που περιβάλλει το θάνατο της Μαρίας Κάλλας έρχεται να ρίξει ιταλική έρευνα, η οποία ανατρέπει την άποψη ότι η δημοφιλής σοπράνο πέθανε από υψηλή δόση βαρβιτουρικών (διότι της είχε στοιχίσει η επώδυνη σχέση της με τον Αριστοτέλη Ωνάση).

Σύμφωνα με τους Ιταλούς φωνίατρους Φράνκο Φούσι και Νίκο Παολίλο, που παρουσίασαν τα αποτελέσματα της μελέτης τους στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια, η τραγουδίστρια υπέφερε από δερματομυοσίτιδα, μία εκφυλιστική νόσο που φθείρει τους μυς και τους ιστούς, συμπεριλαμβανομένου του λάρυγγα. Έτσι, μοιάζει να εξηγείται και η συνεχής παρακμή του μεγαλείου της φωνής της, που είχε αρχίσει να γίνεται αισθητή από τις αρχές της δεκαετίας του ’60.

Σύμφωνα με την επίσημη ιατρική έκθεση, ο θάνατος της Κάλλας στις 16 Σεπτεμβρίου του 1977 οφειλόταν σε καρδιακή ανακοπή. Όπως εξηγούν οι δύο Ιταλοί επιστήμονες, η θεραπεία για τη δερματομυοσίτιδα βασίζεται σε κορτιζονούχα και ανοσοκατασταλτικά σκευάσματα, τα οποία είναι πιθανό να επιφέρουν σταδιακά καρδιακή ανεπάρκεια. Επομένως, ο Φούσι και ο Παολίλο συμφωνούν με την επίσημη ιατρική έκθεση, μόνο που διευκρινίζουν ότι η ανακοπή δεν ήταν τυχαίο γεγονός, αλλά το αποτέλεσμα της εκφυλιστικής μυασθένειας. Αφετηρία για τις ιταλικές έρευνες αποτέλεσαν οι ηχογραφήσεις της διάσημης σοπράνο, τόσο από το στούντιο όσο και από ζωντανές εμφανίσεις της. Με τη μέθοδο της φασματογραφικής ανάλυσης οι επιστήμονες εξέτασαν τις ηχογραφήσεις ίδιων κομματιών από διαφορετικές χρονικές περιόδους και διαπίστωσαν τις αλλοιώσεις στη φωνή της καλλιτέχνιδας, η οποία έφτασε τα τέλη της δεκαετίας του ’70 να γίνει μετζοσοπράνο. Οι δύο φωνίατροι ανέλυσαν επίσης και τα τελευταία βίντεο της Κάλλας, στα οποία ήταν εμφανής και η μυϊκή χαλάρωση που είχε υποστεί, αφού ο θώρακας της δεν διατεινόταν κατά τη διάρκεια των αναπνοών. Η μελέτη αυτή έρχεται να ρίξει νέο και πιθανότατα καθοριστικό φως στη διάγνωση της δερματομυοσίτιδας, που είχε σχηματίσει ο ιατρός Μάριο Τζακοβάτσο, ο οποίος είχε επισκεφτεί την τραγουδίστρια το 1975, αλλά είχε κρατήσει κρυφή τη διάγνωση του μέχρι το 2002.

( Σημείωση : Το άρθρο αυτό είχε πρωτοδημοσιευτεί στην ιστοσελίδα του περιοδικού μας το 2011. Το antivirus τιμά τη μοναδική Μαρία Κάλλας κάθε χρόνο. )

Ο Lucas Samaltanos-Ferrier είναι πτυχιούχος γεμμολόγος του Gemological Institute of America ( GIA ) και σχεδιαστής κοσμημάτων και ρολογιών. Είναι μέλος της Αμερικανικής ένωσης ιστορικών κοσμήματος ( ASJH ), τεχνικός σύμβουλος σε ιδιωτικές συλλογές κοσμημάτων και ρολογιών και συντάκτης άρθρων για το κόσμημα. Για πολλά χρόνια εργαζόταν ως model agent και model scouter αλλά και ως σύμβουλος σε επιχειρήσεις μόδας και ειδών πολυτελείας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Λάτρης της φωτογραφίας, της μόδας και της τέχνης , συνεργάζεται με το antivirus ως Fashion , & Beauty Director του περιοδικού και αρθρογράφος. Υπό την καλλιτεχνική του επίβλεψη του είναι όλα τα editorial μόδας του περιοδικού μας και πολλές φωτογραφήσεις, επωνύμων και μη. Με δημιουργική διάθεση και πολλές ιδέες, γράφει επίσης άρθρα και συναντά αγαπημένα πρόσωπα για συνεντεύξεις. Διαμένει και εργάζεται στο Ελσίνκι της Φινλανδίας. E-mail : lucas@avmag.gr