Παίζεται στα σινεμά από τις 9 Δεκέμβρη και από τις 24 θα βρίσκεται στην πλατφόρμα του Netflix.

της Δήμητρας Κυρίλλου

ακολουθεί διαφήμιση...

Το «Μην κοιτάτε πάνω»/Don’t look up είναι μια επίκαιρη μαύρη σάτυρα για τον κίνδυνο της περιβαλλοντικής καταστροφής στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού και της δεξιάς δημαγωγίας, με ένα λαμπερό καστ που μας προειδοποιεί με πικρό τρόπο ότι ο πλανήτης δεν μπορεί να συνεχίσει να κυβερνάται και να ζει όπως συμβαίνει σήμερα.

Ο δημιουργός του, Άνταμ Μακ Κέι είναι σεναριογράφος, κινηματογραφιστής, παραγωγός και κωμικός περφόρμερ, γνωστός για το βιτριολικό χιούμορ κατά του Αμερικανικού επίσημου πολιτικού κόσμου. Το 2015 έγινε διάσημος διεθνώς με το «Μεγάλο σορτάρισμα»/The big short, μια καυστική ταινία βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο και μια αληθινή ιστορία που αφορούσε τη φούσκα στην αγορά ακινήτων κατά το διάστημα 2000-2010, η οποία προκάλεσε χιλιάδες χρεωκοπίες. Με το βραβείο Όσκαρ σεναρίου στις αποσκευές του, γύρισε το ακόμα πιο δηκτικό «Vice: Ο Δεύτερος στην ιεραρχία» για τα έργα και ημέρες του διαβόητου Ντικ Τσένι, αντιπροέδρου των ΗΠΑ επί Τζορτζ Μπους του νεότερου.

Η πλοκή ξεκινά με την μεταπτυχιακή φοιτήτρια αστρονομίας Κέιτ Ντεμπίσκι (Τζένιφερ Λόρενς), η οποία με τη βοήθεια του επιβλέποντα καθηγητή της στο πανεπιστήμιο του Μίτσιγκαν Δρ. Μίντι (Λεονάρντο Ντι Κάπριο) ανακαλύπτει κατά την έρευνά της την ύπαρξη ενός άγνωστου κομήτη σε τροχιά σύγκρουσης με τη γη. Καθώς ο κομήτης έχει πλάτος κάτι μεταξύ 5 και 10 χιλιομέτρων, αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η ανθρωπότητα έχει μόλις 6 μήνες ζωής!

Πανικόβλητοι επικοινωνούν με την κυβέρνηση των ΗΠΑ και μεταφέρονται με ειδική πτήση στον Λευκό Οίκο, αλλά η Πρόεδρος Ορλίν, μια θηλυκή εκδοχή του Ντόναλντ Τραμπ, που την υποδύεται με επιτυχία η Μέριλ Στριπ και ολόκληρο το επιτελείο της έχουν άλλες προτεραιότητες, τις επερχόμενες ενδιάμεσες εκλογές στη γερουσία και τα σεξουαλικά σκάνδαλα που σχετίζονται με τον εκλεκτό της υποψήφιο για το Ανώτατο δικαστήριο. Κι όταν επιτέλους για δημαγωγικούς λόγους θα ασχοληθούν με το ζήτημα, θα επιστρατεύσουν μεν τον στρατό, χορηγούς και επιστήμονες με στόχο τον εξοστρακισμό του κομήτη, ωστόσο θα άγονται και θα φέρονται διαρκώς και θα προσαρμόζονται ανάλογα με τις επιθυμίες και τα συμφέροντα του μεγιστάνα κύριου χορηγού, μια φιγούρα που θυμίζει κάτι μεταξύ Έλον Μασκ και Τζεφ Μπέζος (ψυχρός και κυνικός εκτελεστής ο Μαρκ Ράιλανς). Σύντομα η Αμερικανική κοινωνία πολώνεται ανάμεσα στους «ευαισθητοποιημένους» (γύρω από την Ντεμπίσκι, τον Μίντι, κάποιους καλλιτέχνες και αρκετούς νέους ακτιβιστές) που σηκώνουν το βλέμμα προς το διάστημα για να δουν τον κίνδυνο, και τους «εφησυχαζόμενους-ανέμελους» που επαφίουν τις ζωές τους στην καλή θέληση των κυβερνώντων. Στο κάδρο μπαίνει μια αδυσώπητη παρουσιάστρια πρωινάδικου (η Κέιτ Μπλάνσετ γελοιοποιεί το προφίλ των τηλεοπτικών hostesses που ασχολούνται με φτηνά κόλπα και σκανδαλοθηρία αντί με πραγματικά προβλήματα) αλλά και μια παρέα ακτιβιστών που κερδίζονται στην υπόθεση της σωτηρίας του πλανήτη (και ο Τιμοτέ Σαλαμέ ειδικά και στην καρδιά της Ντεμπίσκι).

Ο Μακ Κέι χτίζει μια άκρως δυστοπική πλην όμως αληθοφανή εικόνα, με την απειλή που θα μπορούσε να είναι η υγειονομική κρίση, αλλά και η κλιματική αλλαγή, με έναν πλανήτη γη και το φυσικό περιβάλλον στα όρια, και δεν αφήνει τίποτα όρθιο, από κυβερνήσεις, θεσμούς, ΜΜΕ, οικονομικούς μεγιστάνες και «εθνικούς» ήρωες, όλοι είναι κομμάτι του προβλήματος και όχι της λύσης του, ακόμη κι όταν διακηρύσσουν ότι το μάχονται. Με κυρίαρχο το φαρσικό στοιχείο ρίχνει τα βέλη του κύρια στον δεξιό λαϊκισμό, την Alternative right και τον ανορθολογισμό που ενδύονται, θέτοντας ταυτόχρονα το ζήτημα ότι εκτός από την εμπιστοσύνη στην επιστήμη, χρειάζεται εναλλακτική πρόταση και πολιτική που να μπορέσει να τους σταματήσει, καθώς η κατάσταση κλιμακώνεται προς το τραγικό φινάλε.

Η ταινία προκάλεσε ντόρο και αντιπαραθέσεις και επικρίθηκε για διδακτισμό και βουτιά στα βρώμικα νερά της πολιτικής. Κατά τη γνώμη μας είναι μια άδικη κριτική. Ασφαλώς και έχει αδύναμα στοιχεία, όπως η μεγάλη διάρκεια και η «κοιλιά» στο δεύτερο μέρος, όπου αντίθετα θα έπρεπε να απογειωθεί, όμως αυτά δεν αναιρούν την αξία της. Τα ζητήματα και η διάσταση με την οποία αυτά τίθενται είναι υπαρκτά, καυτά και ασφαλώς με πλήρη πολιτική υπόσταση, την ευθύνη της οποίας αναλαμβάνουν οι συντελεστές της. Μάλλον ενόχλησε το γεγονός ότι τόσο ο Μακ Κέι, όσο και ο συν-σεναριογράφος Ντέιβιντ Σιρότα είναι ανοικτά υποστηρικτές της προοδευτικής πτέρυγας του Δημοκρατικού Κόμματος και του Μπέρνι Σάντερς και με το έργο τους επιχειρούν να προβάλουν την εικόνα μιας χώρας που είναι βαθιά διχασμένη σε κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο. Ταυτόχρονα όμως έχουν την ικανότητα με βιτριολικό χιούμορ και με το φαρσικό στοιχείο να πετυχαίνουν την εξισορρόπηση ανάμεσα στην απαισιοδοξία και την ελπίδα, θυμίζοντας δυνατές στιγμές της κινηματογραφικής παράδοσης των disaster movies, όπως «SOS-Πεντάγωνο καλεί Μόσχα» (1964). Και όπως συνέβη στην εμβληματική ταινία του Κιούμπρικ, η καταστροφή δεν βρίσκεται καθοδόν. Είναι ήδη εδώ. Καλό θα ήταν να βιαστούμε…