Πέτρος Φιλιππίδης
Πέτρος Φιλιππίδης

«Χαρακτήρα με ιδιαίτερη επικινδυνότητα και σταθερή ροπή στο έγκλημα» χαρακτηρίζει τον ηθοποιό Πέτρο Φιλιππίδη η εισαγγελέας Ευθυμία Στάμου, η οποία εισηγείται προς το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο την παραπομπή του σε δίκη ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθήνας για έναν βιασμό τελεσθέντα κατ΄ εξακολούθηση το 2008 και για δύο απόπειρες βιασμού, το 2010 και 2014.

Παράλληλα, ζητεί τη συνέχιση της προσωρινής του κράτησης αφού, όπως τονίζει στην εισήγησή της, είναι «αμετανόητος, απτόητος, χυδαίος.»

Η εισαγγελική λειτουργός στην πρότασή της αποκρούει όλους τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του Πέτρου Φιλιππίδη, υποστηρίζοντας πως οι καταγγελίες σε βάρος του «δεν είναι φανταστικά γεγονότα, αλλά βιωματικές αφηγήσεις οι οποίες, επιβεβαιώνονται και από τις μαρτυρικές καταθέσεις τρίτων προσώπων».

Και όχι μόνο δεν είναι φανταστικά γεγονότα, αλλά αντιθέτως, οι περιγραφές των καταγγελλόμενων «από τις παθούσες είναι καταλυτικές και κατηγορηματικές, στηρίζονται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία καταθέτουν με λεπτομέρειες, ενώ ενισχύονται και από τις ανωτέρω μαρτυρικές καταθέσεις, οι οποίες έχουν βαρύνουσα σημασία, δεδομένου ότι οι ως άνω μάρτυρες καταθέτουν μεταξύ άλλων για γεγονότα, για τα οποία έχουν ίδια αντίληψη και δεν μεταφέρουν μόνο αφηγήσεις των εγκαλουσών», αναφέρει στο σκεπτικό της η εισαγγελέας.

Δεν υπήρξε συναίνεση

Η εισαγγελέας στο σκεπτικό της καταρρίπτει τον βασικό ισχυρισμό του Πέτρου Φιλιππίδη ότι όλα έγιναν με τη συναίνεση των εγκαλουσών προκειμένου να «προωθήσουν την καριέρα τους». Κατά την εισαγγελέα, εάν ίσχυε κάτι τέτοιο, «τότε θα είχαν επιμείνει στην καλλιέργεια της σχέσης τους με τον κατηγορούμενο διατηρώντας την επαφή και την επικοινωνία μαζί του. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει πιστευτό και ότι οι τρεις εγκαλούσες θα κατέφευγαν σε μια τόσο επικίνδυνη και για τις ίδιες ενέργεια, καταθέτοντας δηλαδή ψευδή γεγονότα για τόσο σοβαρά ποινικά αδικήματα, υποβάλλοντας τους εαυτούς τους σε μία τραυματική ψυχική δοκιμασία, αν αναλογιστούμε μάλιστα τις σοβαρές επιπτώσεις τέτοιων καταγγελιών όχι μόνο στο πρόσωπο του κατηγορούμενου αλλά και των ίδιων των παθουσών δεδομένου και του αντίκτυπου που τέτοιες καταγγελίες έχουν στον επαγγελματικό χώρο και στον κοινωνικό περίγυρο των θυμάτων».

Συνεπώς, κατά την εισαγγελική λειτουργό οι τρεις γυναίκες που βρήκαν τη δύναμη να οδηγήσουν στη Δικαιοσύνη τον Πέτρο Φιλιππίδη «πρόκειται για τρία θύματα, τα οποία καταγγέλλουν πραγματικά περιστατικά που έλαβαν χώρα σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα χωρίς να προκύπτει η ύπαρξη φιλικής σχέσης μεταξύ τους, ούτε να υφίσταται κίνητρο συκοφάντησης του κατηγορούμενου προκειμένου να αποκτήσουν δημοσιότητα καθώς έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από τα καταγγελλόμενα και εάν πράγματι ο στόχος των παθουσών ήταν να αποκτήσουν δημοσιότητα θα είχαν καταγγείλει τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις σε προγενέστερο χρονικό διάστημα όταν βρίσκονταν στο ξεκίνημα της επαγγελματικής τους πορείας».

Μάλιστα, η εισαγγελέας ψέγει και τους μάρτυρες που κατέθεσαν στο πλαίσιο της ανάκρισης υπέρ Φιλιππίδη, επισημαίνοντας ότι είτε έχουν στενή επαγγελματική ή προσωπική σχέση μαζί του όπως για παράδειγμα η σύζυγός του, καθώς και όσα υποστήριξαν «δεν αφορούν ιδία γνώση αλλά όσα έχει υποστηρίξει σε αυτούς ο ίδιος ο κατηγορούμενος».