Μπορεί να φανεί τρομερά αντιδραστικό τώρα αυτό, αλλά η ιδέα του να γίνει η ομοφυλοφιλία μια κατάσταση αποδεκτή, όχι δε με ενθουσιάζει, αλλά με βάζει και σε μερικές σκέψεις μάλιστα. Με την έννοια ότι εμένα μου άρεσε πάντα αυτή η αίσθηση του απαγορευμένου και του ιδιωτικού που έχει αυτό το πράγμα μέσα του.” Donna Papazoglou

Τις πρώτες γυναίκες που γνώρισα, τα χρόνια που ανακάλυπτα τον “κόσμο” της ομοφυλόφιλης αγάπης, τις έχω στο μυαλό μου ως τις “λεσβίες που μου άνοιξαν τον δρόμο”.

Τον δρόμο τον λιγότερο περπατημένο (;). Τη διαδρομή (;) που μόνο οι ντόπιες γνωρίζουν και κατά κάποιο τρόπο, μη λεκτικό, αναλαμβάνουν “άθελά” τους να υποδείξουν στις νεοαφιχθείσες.

Βέβαια, επίσημη υποδοχή δεν υπήρχε. Ένα καλωσόρισμα έστω, σε εκείνη τη μυστική κοινότητα που ανθούσε σε σκοτεινά μαγαζιά και σε chat room του ολοκαίνουργιου τότε διαδικτύου. Ούτε τίποτα τελετουργίες. Κάνα κάψιμο τίμιου ξύλου ξέρω ‘γω.

Ούτε κι εγώ από την πλευρά μου ζητούσα οδηγίες.

Ο άγραφος κώδικας περιόριζε τα λόγια. Μόνο οι αισθήσεις επιτρέπονταν. Και όλα γίνονταν στη “σιωπή”. Σιωπηλά, όλες εσωτερικεύαμε τη διαφορετικότητά μας.

Η μία μου σύστηνε την άλλη. Με έπαιρναν μαζί τους σε χώρους συνάντησης. Παρακολουθούσα στενά όλες τους τις κινήσεις. Μετέφραζα υπονοούμενα. Ρουφούσα τις συζητήσεις τους. Αντέγραφα το ύφος και το στυλ. Και μάθαινα να είμαι λεσβία.

Για την ακρίβεια, ήταν εκείνα τα χρόνια που μάθαινα να επαναλαμβάνω τη λέξη “λεσβία” χαμηλόφωνα. Που σε όλη την Τσαμαδού στα Εξάρχεια μύριζε “Άρωμα Γυναίκας”, αλλά τη γυναίκα (τις γυναίκες) δεν την έβλεπες! Μόνο τυχαία διέκρινες σφιχτοπιασμένα χέρια δευτερόλεπτα προτού εξαφανιστούν. Σαν δυσνόητες φιγούρες σε ομιχλώδες τοπίο, έμοιαζαν να χάνονται, αν δε γνώριζες προς τα πού πηγαίνουν.

Καμιά τους δεν είχε στο μυαλό της πως οι σφιχτοπιασμένες τότε σχέσεις μας μπορούσαν να κρατήσουν στον χρόνο. Η Καιτούλα τραγουδούσε για την επικείμενη “συντέλεια του κόσμου” και όλες μαζί, λίγο αργότερα, προσπαθούσαμε να χωρέσουμε στη φαντασία μας τι μπορεί να έκανε η Βανδή μόνη της μες το σαλόνι της!

Πάντως στα σαλόνια των γυναικών εκείνων, ό,τι κι αν γινόταν, έκρυβε ίχνη φετιχοποίησης.

Από τις ίδιες και για τις ίδιες. Η ποιητική του απαγορευμένου φρούτου έντυνε την κινησιολογία τους. Ένιωθαν ξεχωριστές και ιδιαίτερες. Και κάπως “ανώτερες” της μέσης ετεροφυλόφιλης Ελληνίδας. Κατείχαν, άλλωστε, κατά τη γνώμη τους τα κλειδιά για τη γυναικεία απόλαυση.

Τότε, ιδέα δεν είχα. Σήμερα, αναρωτιέμαι μήπως η ιδέα του “ξεχωριστού” τους έδινε την άδεια να μετατρέπουν την εσωτερικευμένη ομοφοβία τους σε κάποιου είδους εσωτερικευμένη περηφάνια. “Παλ μαλ”, θα μου έλεγαν, αν με διάβαζαν τώρα.

Τώρα, με ψυχραιμία λόγω χρονικής απόστασης, στη συνέντευξη της Donna Papazoglou του 1992, μπορώ να διακρίνω κάποιο κομμάτι δικό μου. Δικού τους -των γυναικών εκείνων- και εξ αυτών απορροφημένο και ποτισμένο στη μέχρι πρότινος ταυτότητά μου.

“Ο κόσμος στην Ελλάδα βλέπει τις λεσβίες σαν τέρατα, πιστεύω. Σαν κάποια άρρωστα άτομα. Είτε ανωμαλία σωματική, είτε ανωμαλία του μυαλού σου”, περιγράφει στο ίδιο βίντεο η Smaro Petridou.

Λίγο πολύ (αν κι αυτά τα πράγματα δεν ποσοτικοποιούνται!) τα κορίτσια εκείνα, μεγάλωσαν με κάποιο παρόμοιο τραύμα.

Πρόλαβαν να ζήσουν μια κοινωνία που τις αντιμετώπιζε, τουλάχιστον ως το 1990, ως μια ψυχική διαταραχή, ανωμαλία, ή νόσο. Τις κυνηγούσαν και τις απέρριπταν έμπρακτα και αμείληκτα. Ίσως, να προσπάθησαν να ξεπεράσουν τα τραύματα τους, όσα τους χάραζε με κάποια βία το κοινωνικό στίγμα της εποχής εκείνης, βρίσκοντας χώρο για τις επιθυμίες τους μέσω της ρομαντικοποίησης του απαγορευμένου.

Το απαγορευμένο φρούτο, ο πειρασμός στον οποίο δεν μπορείς να αντισταθείς, τις έκανε να νιώθουν δυνατές, ατρόμητες, ίσως και γενναίες, καθώς στα μάτια τους “επέλεγαν” συνειδητά να ενδώσουν. Είχαν αίσθηση των συνεπειών που θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν λόγω της ομοφυλοφιλίας τους, αλλά ταυτόχρονα γνώριζαν πως αν χρειαζόταν, είχαν επαρκώς τον έλεγχο της κατάστασης. Θα μπορούσαν θεωρητικά να σταματήσουν οποιαδήποτε στιγμή την “περιπέτειά τους” και να απομακρυνθούν πισωπατώντας.

Δε γίνεται να αρνηθούμε, πως υπάρχει μια ιδιαίτερη αίσθηση ικανοποίησης που αντλούμαι από την προσπάθειά μας να υπερπηδήσουμε τα εμπόδια που βάζει μπροστά μας η κοινωνία και ο κόσμος. Όσο καταφέρνουμε να ξεπερνάμε αυτά τα εμπόδια, τόσο περισσότερο νιώθουμε πως μπορούμε να ξεπεράσουμε ό,τι σωματικό ή ψυχικό πόνο φέρνει η ζωή μπροστά μας.

Για τις τότε λεσβιακές σχέσεις βέβαια, η ικανοποίηση ερχόταν και με το αντίστοιχο τίμημα.

Γιατί, όταν προσεγγίζεις τη σχέση σου ως ένα πειρασμό, στον οποίο δεν μπορείς να αντισταθείς, και όσο υποσυνείδητα καλλιεργείς τον συνειδητό φόβο -εν μέρει ως θεραπευτικό εργαλείο και εν μέρει ως κάποιο εθισμό που δεν μπορείς να αποβάλεις- προωθείς μια συνθήκη μελοδράματος. Και μένεις έπειτα συχνά να το επιδιώκεις. Γιατί έτσι μαθαίνεις να εμπλέκεσαι. Έτσι νομίζεις πως είναι οι σχέσεις.

Τις θυμάμαι να κυνηγάνε με μανία την ένταση των συναισθημάτων.

Τις θυμάμαι να μου παρουσιάζουν τον λεσβιακό έρωτα σαν ένα βασίλειο ηδονισμού. Ήθελαν να νιώσουν τα πάντα στο έπακρο. Ένιωθαν υποχρεωμένες να μου χαρίσουν την υπέρτατη απόλαυση. Και το ίδιο ένιωθα κι εγώ με τη σειρά μου. Κινούμασταν επικίνδυνα στα όρια του φετιχισμού. Στα όρια της αντικειμενοποίησης του ατόμου που είχαμε απέναντί μας. Το ότι ήμασταν γυναίκες έμοιαζε να είναι το πιο σημαντικό μας χαρακτηριστικό.

Για χρόνια προχωρούσα με βήμα αργό στον δρόμο που εκείνες μου άνοιξαν. Έμπαινα όλο και πιο βαθιά σε μια πορεία που πλέον είχε ξεμακρύνει πολύ από το κεντρικό μονοπάτι. Σταδιακά οι εμπειρίες μου με οδηγούσαν μακριά τους. Στα αυτιά μου τις άκουγα κάπου μακριά να μιλάνε ακόμα για κρυφές απολαύσεις, ενώσω εγώ άρχιζα να ψάχνω για ένα “νόμιμό” τρόπο ζωής.

Τα βιώματά τους δεν ήταν δικά μου. Όσα τις είχαν πλάσει, εμένα μόνο με ακουμπούσαν δια μέσου αυτών. Οι 30άρες και 40άρες του 2000 ήταν οι λεσβίες που με υποδέχτηκαν. Ναι, η υποδοχή δεν ήταν εκείνη που μου άρμοζε. Δεν ήθελα να είμαι για εκείνες απαγορευμένη και ιδιωτική. Όμως, δε θα ξεχάσω ποτέ την ορμή τους. Δε θα ξεχάσω ποτέ με τι πάλεψαν και πως άμεσα, αλλά και έμμεσα με προστάτεψαν.

Τώρα, για το μόνο που φοβάμαι είναι για τα υπολείμματα εσωτερικευμένης πατριαρχίας, σεξισμού και ομοφοβίας μέσα μου. Τώρα, το 2021 που έγινα κι εγώ με τη σειρά μου μια 40άρα λεσβία, τι υποδοχή να προσφέρω άραγε; Τι δρόμους να ανοίγω;

Μόνο αναρωτιέμαι.. Τώρα, με ψυχραιμία λόγω χρονικής απόστασης, ποια κομμάτια δικά μου ποτίζουν τις ταυτότητες σας, αγαπημένα 20χρονα κουίρια;

 

Αρνούμαι να καταλήξω σε συμπεράσματα, κι αν πέφτω στην παγίδα τους είναι που καμιά φορά δε τα προλαβαίνω. Δεν έχω και απόψεις, γιατί προϋποθέτουν μία μόνο πλευρά και από εδώ που είμαι δε την βλέπω. Όταν συναντώ ειδικούς χρησιμοποιώ εφαρμογές μετάφρασης και όταν συστήνομαι, ξεχνώ ποια είμαι. Έχω μεταναστεύσει για να αντι-μετωπίσω το μετατραυματικό στρες που μου προκάλεσε η πατριαρχική μας κοινωνία και νομίζω πως ο αντίλογος, η αντηλιά, το αντικειμενικό, ο αντιδραστήρας και το antivirus έχουν πλάκα. Αν και εσείς βγάζετε συμπεράσματα κατά λάθος, μπορείτε να μου τα στείλετε στο xristina_trixa@hotmail.com