«Εγώ τα σκήπτρα στάζοντα αίματος και δακρύων καταπατώ

και καίω της δεισιδαιμονίας το βαρύ βάκτρον» [Εις Θάνατον]

Γιορτές γιοκ! Αργίες γιοκ! ψωλοαρμενίσματα γιοκ! δωσ’ μου λίγο σβέρκο σε παρακαλώ, σκύψε λίγο το κεφάλι! Έλα να σου θυμίσω αυτό που κάνεις καλύτερα: εγώ να σε φορτώνω και συ να χαμηλώνεις τα μάτια. κι εσύ, κι εσύ, κι εσύ! καναπέ-αναθρεμμένες χοντροκώλες υπάρξεις που βαλτώνετε στο PS3, τηλεορασόπληκτες κοκκαλιάρικες οντότητες που χορεύετε μια το καβούρι και μια το υποβρύχιο, μη ανθρώπινες, ασυνείδητες, άσχετες με το χρόνο και την πραγματικότητα.

 

Συγγνώμη λίγο, εσένα τον καλοκαιρινό λέω, τον εξεγερμένο των διακοπών. εσύ που είχες θρονιαστεί όμορφα στο Σύνταγμα και ήθελες την ανατροπή. ε λοιπόν σου έχω νέα, φρέσκα, ολόφρεσκα: δεν ανέτρεψες τίποτα, δεν άλλαξες τίποτα, δεν νίκησες κανέναν. Ξέρεις γιατί; γιατί ούτε στην ανατροπή πίστεψες, ούτε για αλλαγή είχες κουράγιο, και μονομάχος χωρίς όραμα είναι απλά κρέας που στέκεται. Κρέας!

 

Τι διαόλια σε έπιασαν, και δω σε γυροφέρνουν, μου λες; σήκω! ξύπνα! Έσκυψες πάλι το κεφάλι 190 χρόνια μετά, και ακόμα αναρωτιέσαι τι απέγινε η παλιά σου δόξα. Ποια δόξα μωρη (ουσ. μωρία) Ελλάδα; Ποιες καλές εποχές; Ποιες μεγάλες ιδέες και ποιοι μεγάλοι άντρες; Να στα πω, ποιητικά, με όχι λιγότερο σεβασμό από ότι θα τα ‘λεγα στην μάνα μου: μια ζωή έκανες συμφωνίες δίνοντας εγγύηση το κορμί σου, τώρα που σούφρωσε το δέρμα σου απ’ τα σκουληκιασμένα εσώψυχα, επαψες πια να ‘σαι πόρνη πολυτελείας. Τώρα σε παίζουν κουμάρι και εσύ ξεδοντιάρα χαμογελάς κλείνοντας το μάτι σ’ όποιον σου ανεμίζει ευρωδολαρο. Έκανες εισαγωγή εθνοσωτήρες. Γιατι; για να σε σώσουν τάχα. Να χαρώ σωτηρία. Μου θυμιζει τις Βερμαχτ που συλαμβανανε δικούς τους λόγω καχυποψίας επειδή φοβούνταν τόσο τους ξένους. Και δεν έμαθες ταλαίπωρη … δεν έμαθες. όταν δεν έρχονταν μονάχοι τους με αλάδωτο κεντρί, τους έμπαζες η ίδια γιατί έτσι το ‘χες καλύτερο. Απο τα Παρίσια, απ’ τις Αμερικες, από αλλού. Άνοιξε μάνα τα πόδια σου, έχουμε μουσαφίρηδες, και το χρειάζομαι εκείνο το ρολόι. Κι εσύ άνοιγες τα πόδια, ανόητη, και έκανες χαρουλες με το καινούριο ρολόι. Γεμισες τα τέκνα σου μπιχλιμπίδια, μα όχι από αυτοθυσία. Όχι από ιδανικά, ούτε από αυταπάρνηση. Το έκανες γιατί δεν έμαθες να στέκεσαι μοναχιά σου.

 

Σου κτυπάνε το ντέφι, αρκούδι, χόρευε! μπήκαμε στον τέταρτο χρόνο της οικονομικής κρίσης. Όλοι λένε, κι εμείς λέμε, πως ζούμε σ’ αδικία. πως είναι άλλοι που τα ‘χουν καμωμένα χειρότερα. Στην ευρωβουλή το λένε σ’ όλες τις γλώσσες για λογαριασμό μας: inéquitable, injusto, ungericht, unfair, orättvist. οι δικοί μας δεν τόλμησαν να το ξεστομίσουν ποτέ στα ελληνικά. Ποιος τους έχει φωνή να φωνάξει; ποιος τους έχει αντερα να ουρλιάξει “ΦΤΑΝΕΙ! ΑΔΙΚΙΑ ΡΕ!” Κανείς τους. Η ευγένεια μας έφαγε, που ντρεπόμαστε να πούμε “ΟΧΙ”. Ποιοι; εμείς που το γιορτάζουμε κιόλας! Εθνική επέτειος και κουραφέξαλα! Άμα χάσει την ουσία του…τζαμπα λόγια -τζαμπα μάγκας που λέμε στη σαλονικη. Μου έμαθε η κότα στο κοκοκο, μου θέλει και κικιρικου. Κατσε γριά κότα στ’ άχυρά σου, γιατί ούτε αβγά μας κάνεις, μήτε ζουμί θα κάνεις. Και πρόσεχε όταν κουνάς το δάχτυλο ποιον δείχνεις πρόεδρε. Δώδεκα χρόνια σχολείο και αυτά σου τα χαμπέρια δεν μας τα ‘λεγε κάνεις. Ήσουν πάντοτε η ωραία, άφθαρτη, άμεμπτη και άσπιλη Ελένη. Αυτή που ξενοπηδήχτηκε στο παλάτι του άντρα της και το έσκασε με άλλον βασιλιά. Αυτή. Και τώρα στον πρωταγωνιστικό ρόλο μαινάδας παίζεις για το πρώτο βραβείο. Πως να σε βοηθήσουν σακατεμένο πλάσμα όταν δεν ζητάς βοήθεια. Και πως να σε λυπηθεί ο λαός σου όταν ποτέ σου δεν του μίλησες ξεκάθαρα. ποτέ δεν ζήτησες βοήθεια από τα παιδιά σου. Δεν άκουσα ποτέ να λες το “σ’ αγαπώ” γαμωτη. Έχεις ξεμάθει να αγαπάς τα παιδιά σου. ξεμυαλίστηκες στις βιτρίνες του γκουτσι και του ντιορ που σε στολίζουν για χαλοουγουην. ξενομανή! Ερωτοφοβηκιά! Ξέρεις τι μας έφτιαξες Ελλάδα μου; μια φυλακή από ήλιο, αλμύρα και μεζέ. Εδωσες τα κλειδιά στην τσατσα κι εμάς μας έβαλες, μ’ αξίνα και ένα νούμερο στο κούτελο, να σπάμε πέτρες και να ανοίγουμε δρόμους για τον επόμενο κύρη σου. Ζυγός δηλαδή, και θα στο πω, ο σβέρκος μου ξεθάρρεψε.

 

Κι ύστερα κοπίασε ο σατράπης, με την μορφή αγγέλου. Ντυμμένος σε πράσινη ανάπτυξη, μίλησε για τη γη της επαγγελίας. Και ο άνθρωπος έχει ανάγκη το καλύτερο, αλλιώς θα σκάβαμε λαγούμια, και στο καλύτερο πιστεύει. Υστερα ήρθε το κατακαλόκαιρο και άφησαν απότιστα τα σπαρτά, ξεράθηκε ο καρπός και δεν βγήκαν τ’ αλώνια. Έπειτα το φθινόπωρο πήραν βαριά πριόνια, σκαρφάλωσαν στα δέντρα τα χλωρά και κόψε κόψε έφτασαν ως τη ρίζα. Τώρα μας δέρνει η βαρυχειμωνιά. Ούτε καρπό έχουμε για πλιγούρι, ούτε δέντρο να κόβει τον παγερό αέρα. Ξέρεις μάνα τι κάνει η λύκαινα όταν σωθούν οι λαγοί στο βουνό; Κατεβαινει στα κοτέτσια. Τ’ ακούς εσύ κοτούλα μου που σ’ έγραφα πιο πάνω; Δεν έχεις στήθια να προτάξεις, δεν έχεις φωτιά στο αίμα σου να σε αντρώσει. Σε μια πατρίδα που όλοι μιλάνε για χρυσό, για ομορφιές ανεκτίμητες και πολύτιμες άξιες, έπεσε ασβέστης και τα χώνεψε όλα. Άνθρακας. Παντού. Μίζες, χαρτορίχτρες, μπαρμπούτι, μπάλα, πούτσα και ξύλο, ιντερνέτ… άνθρακες.

 

Ενα μόνον είχες να περηφανεύεσαι. την ελευθερία σου. Την δημοκρατία, που παρόλο δεν ανέπτυξες, σε έκανε να κορδώνεσαι διεθνώς. Είχες πρόσωπο. Αναστημα. Είχες. Τώρα στηλιτεύεται το όνομα σου.

 

Μετρημένα λόγια, ένα ένα. Δεν έχουν ασέβεια, αλήθεια κρύβουν.

Μαντρωμένοι μέσα στο πρώην βασιλικό ανάκτορο, έως πρόσφατα ναό της δημοκρατίας, έχουμε εκείνους που έτσι ή αλλιώς συναίνεσαν στην εξ’ ορισμού κυβέρνηση. Ππαρακαμφθεί η δημοκρατική ψηφοφορία. Ανετεθει εκούσια δια χειρός. Το δαχτυλίδι κόβει βόλτες στο σύνταγμα. Το οίκημα τείνει να επιστρέψει στην πρωτύτερα χρήση του. Και εμείς στην αντίστοιχη κατάσταση. θα σκύψουμε το κεφάλι. Θα μιλάμε με χαμηλωμένο βλέμα και τρεμάμενη φωνή. Γιατι ο λαός ψήφησε τριακόσιους, και αυτοί οι τριακόσιοι διαίρεσαν την Ελλάδα σε οικονομικές επαρχίες και διόρισαν είκοσι αγάδες κι έναν πασά. Και κανείς δεν λέει τίποτα στον πασά, γιατί υπάρχει τρόμος, επειδή αν πέσει θα μας στείλει στο διάολο. “Με φέρατε” γιατί οι σύμμαχοι μας το εγκρίνουν. Αυτοί οι ίδιοι που σε παίζουν στο κουμάρι μάνα! και είναι αυτή η περίοδος τώρα, που έχουν κυρτώσει οι ώμοι, που βαδίζουμε σκυφτά σα σε πόλεμο, που η φωνές σβήνουν στην αδικία, και να δεις το ‘χε πει κάποιος ότι “άργει νάλθει εκεινη η μερα, κι ήταν όλα σιωπηλά, γιατί τά ‘σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά”. κι ήταν και κάποιος άλλος που είχε πει “θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία”.

Φτάνει. Ως εδώ.

Εκλογές.

@Salonikios82