Ο κρυπτό-ομοφυλόφιλος θείος έλεγε συχνά «η Ελλάδα είναι πολύ ανεκτική χώρα. Μην ακούτε τι λένε. Δεν είμαστε στην ουσία συντηρητικοί.» Τι να εννοούσε άραγε;

Έβλεπα, ένιωθα ότι είναι σαν εμένα και μου φαινόταν τόσο περίεργο αυτό που υποστήριζε. Πώς είναι δυνατόν σκεφτόμουν να πιστεύει κάτι τέτοιο; Μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει σ’ αυτή την κοινωνία, που εμάς τις αδερφές, μας θεωρεί κατώτερα όντα; Σιγά-σιγά άρχισα να καταλαβαίνω ότι μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει αρκεί να το κάνει στα κρυφά. Έτσι, από πολύ νωρίς στη ζωή έμαθα ότι η ομοφυλοφιλία ισούται με διακριτικότητα, κρυψίνοια και ψέμα. Ακολούθησα φανατικά και τα τρία και οδηγήθηκα με μαθηματική ακρίβεια σε προσωπικό αδιέξοδο, συναισθηματικό κενό, και αποξένωση από τον εαυτό.

Ο θείος ήταν χαρακτηριστικό παράδειγμα ομοφοβικού κρυπτό-ομοφυλόφιλου. Θυμάμαι έφερε πολλά από τα κλισέ του ομοφιλόφιλου άνδρα – αγάπη για το lifestyle, την τηλεόραση, το κουτσομπολιό, είχε χιούμορ, ευστροφία, μια αντισυμβατική ζωή για τα δεδομένα των οικείων του, και ταυτόχρονα μια τελείως άγνωστη προσωπική ζωή. Θυμάμαι τη γειτόνισσα, την κύρια Βιργινία, να λέει «ποιος ξέρει τι του καναν οι γυναίκες και δε θέλει να παντρευτεί». Τόσο αστείο και σεξιστικό. Δεν έπεφτε στο τραπέζι ούτε κατά διάνοια η περίπτωση να μην του αρέσουν οι γυναίκες. Και φυσικά για το ότι ο θείος ήταν ακόμη εργένης στα 38 σίγουρα έφταιγε κάποια γυναίκα.

Α, τι έλεγα; Ναι, περί εσωτερικευμένης ομοφοβίας. Τον θυμάμαι να λέει αφοριστικά «Τόσο συχνά που ντύνεται γυναίκα ο Λαζόπουλος στο τέλος θα γίνει» ή να σχολιάζει αρνητικά τη φούστα του Ρουβά. Έβλεπα, δηλαδή, τον ομοφυλόφιλο να μιλάει με τόση κακία για οτιδήποτε απόκλινε από τα πρότυπα της αρρενωπότητας και ετεροκανονικότητας, που πάθαινα σύγχυση. Πώς γίνεται αυτό αναρωτιόμουν ξανά; Γιατί ο θείος, που είναι σαν εμένα, φέρεται έτσι; Αποτελεί ίσως κοινοτοπία, αλλά η ζωή μου το ‘χει δείξει πλειστάκις ότι όποιος σκούζει εναντίον μας, κάτι δεν έχει βρει μέσα του. Θα μου πεις άλλες εποχές, κάπως έπρεπε να επιβιώσει κι ο θείος. Λογικό και ανθρώπινο. Σου μεταφέρω, όμως, το βίωμα της υποκρισίας. Όλα επιτρέπονται για την υποκριτική κοινωνία αρκεί να γίνονται πίσω από κλειστές πόρτες.

Το χαρακτηριστικό παράδειγμα της υποκριτικής κοινωνίας των 90’s είναι το σκάνδαλο της Τζένης με τον Εισαγγελέα. Η κοινωνία ταράχτηκε τόσο πολύ με τη δημοσιοποίηση αυτής της σχέσης, που ο Εισαγγελέας καθαιρέθηκε από το αξίωμα του. Το «αντισυμβατικό» ζευγάρι κυκλοφορούσε ελεύθερα στον δημόσιο χώρο, χωρίς να κρύβεται κι αυτό αποτέλεσε κολάσιμη πράξη.

«Πήραμε το ρίσκο και βγαίναμε δημόσια. Αυτό υποτίθεται ήταν το έγκλημα. Και γι’ αυτό μας καταδίκασαν» λέει η Τζένη εν έτη 1997 στο δελτίο του τότε Σκάι.

Βλέποντας αυτό το απόσπασμα αντιλαμβάνομαι πολύ καθαρά την υποκριτική κοινωνία μέσα στην οποία μεγάλωσα. Βλέπω, όμως, και πόσο «διαχρονική αξία» είναι η υποκρισία για την κοινωνία. Και σήμερα ακόμα, θεωρείται ρίσκο η δημοσιοποίηση της σεξουαλικότητας. Σου γράφω τέσσερις μήνες και ακόμα σκέφτομαι τι θα πουν οι συνάδελφοι στη δουλειά, όταν ξαναγυρίσουμε μετά την αναστολή. Μήπως έχω κάποιο πρόβλημα με κάποιον συνάδελφο; Μήπως δυσκολευτώ να βρω δουλειά, επειδή είμαι τόσο ανοιχτός σε σχέση με τη σεξουαλική μου ταυτότητα; Μήπως δυσκολευτώ να βρω σύντροφο, γιατί «προκαλώ» και οι άνθρωποι θέλουν την ησυχία τους;

Ίσως η απάντηση είναι «αγάπησε τον εαυτό σου και μην ασχολείσαι με τους άλλους.» Αλλά θα ήταν ψέμα να σου πω ότι δε με νοιάζουν οι άλλοι καθόλου και ότι θέλω να κλειστώ μονάχος μου στη σπηλιά του Νταβέλη. Βλέπεις, έχει πολλά και ωραία τούτη η ζωή και θέλω να τα γευτώ. Αλλά αναρωτιέμαι, γίνεται αυτό με λιγότερη υποκρισία και περισσότερη βουτιά στην εκατέρωθεν αλήθεια μας;

Έλα ντε!

Στο μεταπτυχιακό (Επικοινωνία και ΜΜΕ στο ΕΚΠΑ) αντί να κάνω διπλωματική για τον Αλμοδόβαρ έκανα για το Ζεϊμπέκικο. Στη δραματική σχολή («δήλος» - Δήμητρα Χατούπη) αντί να παίξω την Πατρόνα έπαιζα τον Καπετάνιο. Γράφω μπας και θυμηθώ κάτι από το ταμπεραμέντο της παιδικής ηλικίας, εκείνου του αγοριού που φόραγε τα τακούνια της μαμάς και έπαιζε με τη barbie και τη bibibo. Αγαπημένη μου φράση: «Ο καθωσπρεπισμός και οι νοικοκυραίοι μου μαύρισαν την ψυχή. Ευχαριστώ, δε θα πάρω.»