Η δίκη της Χρυσής Αυγής ήταν μια μεγάλη πρόκληση για την ελληνική κοινωνία και την ελληνική δημοκρατία.

του Θανάση Καμπαγιάννη*

Μια οργάνωση αμετανόητα ναζιστική και εγγενώς βίαιη κατόρθωσε, τον Μάιο του 2012, να εισβάλει στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό, μέσα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης και γενικευμένης απονομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος. Ο πολιτικός χώρος της ακροδεξιάς, που μεγαλώνει επικίνδυνα σε όλον τον κόσμο, εκφράστηκε στην Ελλάδα από την πιο ακραία και δολοφονική εκδοχή του. Αντί για τιθάσευση της εγκληματικής δυναμικής με την είσοδο στο Κοινοβούλιο, τα έτη 2012-2013 βιώσαμε την κλιμάκωσή της: ο Σαχζάτ Λουκμάν, ένας 27χρονος Πακιστανός εργάτης που πήγαινε ανυποψίαστος με το ποδήλατό του στη λαϊκή αγορά που δούλευε, και ο Παύλος Φύσσας, ένας 34χρονος Έλληνας μουσικός που στοχοποιήθηκε ένα βράδυ μαζί με την παρέα του σε ένα καφενείο στο Κερατσίνι, είναι τα δύο γνωστότερα θύματα της δολοφονικής δράσης των ταγμάτων εφόδου της Χρυσής Αυγής. Δεν είναι τα μόνα.

Θα ήταν βολικό να εμφανίσουμε τη Χρυσή Αυγή σαν κάποιου τύπου «εξωγήινους», όμως θα λέγαμε ψέματα στους εαυτούς μας. Η άνοδος της οργάνωσης τράφηκε μέσα από ιδέες και πρακτικές που είναι υπαρκτές στην ελληνική κοινωνία και τους θεσμούς της: ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, ο φόβος για το διαφορετικό, ο σεξισμός, η ματσίλα και η ομοφοβία, η εθνικοφροσύνη, όλα τα γνώριμα κακά συνεργάστηκαν για να ανθίσει η ελληνική εκδοχή της ναζιστικής σβάστικας. Όμως, η Χρυσή Αυγή υπήρξε θανάσιμος κίνδυνος γιατί έπαιξε παραπέρα τον ρόλο του πυκνωτή. Στα εννιά χρόνια της παρουσίας της στην ελληνική Βουλή (από το 2012 μέχρι το 2019), τα ηγετικά στελέχη της προσέφεραν τις πιο ολοκληρωμένες μισανθρωπικές τοποθετήσεις, πλάι σε αντίστοιχες βίαιες πρακτικές: ας θυμηθούμε ενδεικτικά τις επιθέσεις στα θέατρα (όπως το Χυτήριο) και τις τρομοκρατικές απειλές σε βάρος ηθοποιών, τη στοχοποίηση των Pride ή τις ομοφοβικές ομιλίες στη Βουλή κατά την ψήφιση των νόμων που θεσμοθέτησαν κάποια δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας.

Σήμερα, μετά την καταδίκη και την φυλάκιση των διευθυντικών στελεχών της ναζιστικής οργάνωσης, η επιλογή να απαιτήσουμε από τα δικαστήρια την απόδοση δικαιοσύνης για τα θύματα έχει δικαιωθεί. Πρώτα και κύρια, γιατί το ποινικό φορτίο στην δράση της Χρυσής Αυγής σήμαινε ότι για τα εγκλήματά της έπρεπε να επιληφθούν οι δικαστικές αρχές. Αλλά και γιατί οι θεσμοί οφείλουν να θέτουν μια κόκκινη γραμμή απέναντι στον ρατσισμό και τη φασιστική απειλή. Η πρωτόδικη δικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων αποτελεί σήμερα ένα σημαντικό χαράκωμα απέναντι στη ρατσιστική και φασιστική βία και σε όποιον προσπαθήσει εκ νέου να τη χρησιμοποιήσει.

Στην υπόθεση της Χρυσής Αυγής, το δίλημμα δεν ήταν ποτέ ανάμεσα στον νόμο και στον δρόμο. Η επιλογή να παρέμβουμε στη δικαστική αίθουσα δεν ήταν αντιπαραθετική με την ανάγκη να χτιστεί ένα μαζικό κίνημα απέναντι στον φασισμό. Το πραγματικό δίλημμα είναι πάντοτε ανάμεσα στην παθητική προσμονή και στην ενεργητική διεκδίκηση. Οι οργανώσεις της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας έχουν και αυτές την ίδια εμπειρία: αν δεν υπάρξει ορατότητα, κίνηση, διεκδίκηση, τότε κανένας θεσμός, κρατικός, κυβερνητικός ή άλλος, δεν πρόκειται να «ξεκολλήσει» από την δύναμη της αδράνειας δεκαετιών. Αν σήμερα μετράμε μια μεγάλη δικαστική νίκη για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Ελλάδα, με την καταδίκη του Μιχαλολιάκου και των νταήδων του, δεν είναι γιατί αναμείναμε άφωνοι και απαθείς την έκδοση μιας δικαστικής απόφασης. Έχουμε, εξάλλου, την εμπειρία της εισαγγελικής πρότασης που, συνεχίζοντας μια πολύχρονη παράδοση ατιμωρησίας των νεοναζί από τις διωκτικές αρχές, επιχείρησε να απαλλάξει τους κατηγορούμενους. Μόνον ο συνδυασμός μιας τεκμηριωμένης θεσμικής παρέμβασης στην αποδεικτική διαδικασία εντός της δικαστικής αίθουσας και μιας μαχητικής εκστρατείας αποκάλυψης της νεοναζιστικής δράσης εκτός αυτής εξασφάλισε τις συνθήκες που απαιτούνταν, ώστε το δικαστήριο να προχωρήσει στην ιστορική του κρίση.

Τα διδάγματα από την δίκη της Χρυσής Αυγής είναι χρήσιμα, γιατί προφανώς δεν τελειώσαμε. Τα τάγματα εφόδου της ναζιστικής οργάνωσης και όσοι τα διηύθυναν μπορεί να οδηγήθηκαν στη φυλακή. Όμως, οι πολιτικές και οι ιδεολογικές συνθήκες που τα γέννησαν δεν έχουν εξαφανιστεί. Αν υπήρχε έστω και μία πιθανότητα να το ξεχάσουμε, ας φέρουμε στον νου μας τον άγριο θάνατο του ακτιβιστή της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας Ζακ Κωστόπουλου με δράστες απάνθρωπους τραμπούκους της «διπλανής πόρτας». Η ζωή του άλλου, του διαφορετικού, του ανοίκειου, εδώ η ζωή της Zackie Oh θεωρήθηκε ανάξια να βιωθεί από εκείνους που κλώτσησαν και έλιωσαν το αδύναμο σώμα ενός πεσμένου ανθρώπου, μέχρι θανάτου. Και οι κρατικές αρχές που έσπευσαν στο σημείο αντιμετώπισαν το θύμα ως θύτη και συνήργησαν στο θανατηφόρο αποτέλεσμα. Η δίκη των δραστών αυτής της βαρβαρότητας θα είναι μια σημαντική μάχη για τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, αλλά και για κάθε άνθρωπο που παλεύει για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Ελλάδα.

Μόνο που τώρα ξέρουμε ότι οι μάχες που δίνουμε, μέσα στη σημερινή δύσκολη κοινωνική πραγματικότητα, μπορούν ίσως και να νικήσουν. Μ’ αυτή την αισιοδοξία και με την δύναμη των ανθρώπων που παλεύουν ατομικά και συλλογικά, μπορούμε να κάνουμε την κοινωνία μας πιο όμορφη και πιο πολύχρωμη.


* Ο Θανάσης Καμπαγιάννης είναι δικηγόρος στην Αθήνα. Υπήρξε συνήγορος πολιτικής αγωγής στη δίκη της Χρυσής Αυγής και τ. μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών με την Εναλλακτική Παρέμβαση Δικηγόρων Αθήνας.