Ανοίγοντας τη συζήτηση για τα συναισθήματα βρεθήκαμε –δυστυχώς- αντιμέτωπες με πολλές νόρμες ̇ αποπνικτικά κατασκευάσματα μιας απαρχαιωμένης και σκουριασμένης πραγματικότητας, που κατέπνιγε τις επιθυμίες μας, επέβαλλε τις προσδοκίες που είχαν οι άλλοι από εμάς, μας στρίμωχνε σε καλούπια του “πρέπει” και του “δεν πρέπει”, κι όλα αυτά αγκαλιά με μια επίφαση του φυσιολογικού, του ουσιοκρατικού, του κανονικοποιημένου. Η κοινωνία, όμως, αλλάζει, μετασχηματίζει, και μετασχηματίζεται στη δίνη των εξελίξεων, κι εμείς οφείλουμε πρώτα απ’όλα στα εαυτά μας, να ακολουθήσουμε, να ακούσουμε κι εν τέλει να νιώσουμε. Κι αν από κάπου πρέπει να ξεκινήσουμε, αυτό είναι η εκπαίδευσή μας.

Γιατί ήταν πιο σημαντικές οι ιστορικές ημερομηνίες από το να μάθουμε να νιώθουμε;

Οι ελληνικές εκπαιδευτικές αίθουσες μπάζουν ανεπάρκεια από παντού. Το εργοστασιακά σχεδιασμένο πρόγραμμα μεταλαμπάδευσης γνώσης συνεχίζει να σκορπά με θράσος κούφιες πληροφορίες, απαρχαιωμένες ορολογίες, κενές ημερομηνίες και ονόματα, χωρίς να εντρυφήσει ποτέ στις πραγματικές ανάγκες των ατόμων που θέλει να χαλυβδώσει. 

Μπαίνουμε στο σχολείο πηλός και βγαίνουμε λάσπη. Δε μαθαίνουμε ποτέ να χειριζόμαστε δυσάρεστες καταστάσεις, πώς μπορούμε να χαλιναγωγήσουμε τις τοξικές μας σκέψεις, πώς να εκφράσουμε τις ανησυχίες και τις αμφιβολίες μας χωρίς να αισθανόμαστε ευάλωτα και ασυγχώρητα τρωτά. Γνωρίζουμε ότι η πλασματική μεμβράνη περιβάλλει το κύτταρο και ότι η αμοιβάδα κινείται με ψευδοπόδια, αλλά δεν είμαστε ικανά να εκθέσουμε με φυσικότητα τα γυμνά μας συναισθήματα και να ερμηνεύσουμε τις ατέρμονες και πολύπλοκες διακυμάνσεις τους. 

Συχνά δεν μπορούμε να διακρίνουμε και να αποστασιοποιηθούμε από πληγωτικές και κακοποιητικές συμπεριφορές, δεν μπορούμε να νιώσουμε θλίψη χωρίς τη συνοδεία ενός ίχνους ντροπής, δεν έχουμε μάθει να ακούμε, να παρηγορούμε, να δεχόμαστε και να προστατεύουμε ολοκληρωτικά τα εαυτά μας. Σε αυτή την εποχή, που η καθημερινή ροή των εξελίξεων μάς γεννά μια αδάμαστη επιθυμία για οργή και αγανάκτηση, πολλές φορές και εξάντληση ή αδυναμία, χρειάζεται να διακρίνουμε τον πυρήνα αυτών των συναισθημάτων, πριν καταλήξουν να φθείρουν εμάς. 

Τι μου επιτρέπεται να αισθανθώ; 

Ας ξεκινήσουμε συνειδητοποιώντας ότι τα συναισθήματα δεν πηγάζουν απλά από μέσα μας. Δεν είναι εκφάνσεις μιας ψυχικότητας, που υπάρχει πριν και εκτός μιας κοινωνικής πραγματικότητας. Είναι άμεσα συνδεδεμένα με τις κοινωνικές ταυτότητες, και ίσως με την πιο ισχυρή από αυτές, το φύλο. Συγκεκριμένα, συναισθήματα τοποθετούνται δίπλα από συγκεκριμένα φύλα. Το φύλο σου καθορίζει το τι επιτρέπεται να αισθανθείς. Πιο σημαντικά όμως, καθορίζει το τι μπορείς να εκφράσεις. 

Με αυτό δεν απορρίπτουμε τη σημασία και την ειλικρίνεια των συναισθημάτων μας. Χρειάζεται, όμως, να εντοπίσουμε τις πολύπλοκες σχέσεις ανάμεσα στα συναισθήματα μας, το φύλο, αλλά και τη σεξουαλικότητα μας. 

Υπάρχει μια παγιωμένη αντίληψη σχετικά με το τι συναισθήματα συνοδεύουν τη γυναικεία εμπειρία.  Κοινωνικά, η θηλυκότητα είναι συνυφασμένη με την ευαισθησία, το κλάμα, την καταπίεση του θυμού. Όταν μια γυναίκα εκφράζει τον εκνευρισμό της και τη δυσφορία της αποκαλείται υστερική. Η λέξη υστερία, όμως, είναι εν γένει σεξιστική. Η σημασία της μας οδηγεί ήδη στα χρόνια του Μεσαίωνα, όπου η καθυπόταξη της γυναικείας φωνής ήταν ο κανόνας. Η καταπίεση του γυναικείου θυμού συνεχίζει να είναι κανονικοποιημένη μέσα σε μια πατριαρχική δομή, η οποία επιθυμεί να φιμώσει την απελπισία, τον εκνευρισμό, την αντίδραση όλων των θηλυκοτήτων. 

Από την άλλη, μην ξεχνάμε το κυρίαρχο αφήγημα “οι άντρες δεν κλαίνε”. Αυτή η φράση συνήθως συνοδεύεται με μία δόση “στοργής και παρηγοριάς” από τους γονείς στους γιους τους, με την πεποίθηση ότι αυτό θα τους βοηθήσει να ξεπεράσουν τον πόνο τους.  Ίσως να ακούγεται λεπτομέρεια και να φαίνεται  μια αθώα και καθημερινή φράση, αλλά αποτελεί ένα από τα πιο ισχυρά θεμέλια της πατριαρχικής κοινωνίας. Η κοινωνία μάς έχει μάθει ότι οι άνδρες είναι πιο σκληροί, δεν εκφράζονται εύκολα και δεν κλαίνε. Οι γυναίκες μιλάνε συνέχεια για τα συναισθήματά τους και θεωρούνται εύθραυστες και συναισθηματικές.  Προϊόν όλων αυτών αποτελεί η τοξική αρρενωπότητα. Πολλοί άνδρες παρουσιάζονται ως “σκληροί τύποι” που δεν αφήνουν τα συναισθήματά τους να γίνουν αντιληπτά. Αν γίνουν συναισθηματικοί και μιλήσουν λεπτομερώς για τα συναισθήματά τους θεωρούν ότι συμπεριφέρονται ως γυναίκες, και αυτό το αντιλαμβάνονται ως προσβλητικό. Η τοξική αρρενωπότητα εμφανίζεται πιο συχνά στους cis άνδρες, αλλά υιοθετείται και από άλλα φύλα και πληγώνει τόσο τα ίδια τα άτομα όσο και τα υπόλοιπα. Η κοινωνία έχει περιορίσει την άνεση των ανδρών να εκφράζουν τα συναισθήματά τους και την ανάγκη τους για φροντίδα από κάποιο άλλο άτομο, συχνά καταλήγοντας σε κατάθλιψη και περιστατικά βίας. Δεν είναι τυχαίο που σε περιστατικά βίας οι περισσότεροι θύτες είναι άνδρες.

 Είναι το #MeToo μια καλή αφορμή να αρχίσουμε να μιλάμε για συναισθήματα;

Ο τρόπος που επιλέγουμε να επικοινωνούμε, οι λέξεις που χρησιμοποιούμε – ή που δε χρησιμοποιούμε-, τα θέματα που φέρουμε προς συζήτηση στην καθημερινότητά μας – ή που δε φέρουμε- , η ικανότητα που έχουμε – ή όχι- να ανοίγουμε θέματα “δύσκολα” στους ανθρώπους μας, διαμορφώνεται σημαντικά από τη δύναμη του δημοσίου λόγου.

Στην Ελλάδα, μέχρι πρότινος, βλέπαμε μια αδιαφορία, η οποία έφτανε να αγγίζει τα όρια της επικοινωνιακής παράλυσης, προκειμένου να αναπαραχθούν συγκεκριμένες ειδήσεις που αφορούσαν κοινωνικές παθογένειες.  

Επί σειρά ετών, δε δινόταν συχνά βήμα σε ανθρώπους και θέματα που θεωρούνταν “βαριά” –χάριν μιας επίπλαστης και ψευδούς πεποίθησης ότι η κοινωνία δεν τα αντέχει και προτιμά να “ξεκουράζεται” όταν παρακολουθεί ή διαβάζει ειδησεογραφία. Κι όταν ακόμα αυτό συνέβαινε, έπαιρνε τη μορφή των ειδήσεων “κλειδαρότρυπας”, σαν να μην μπορούμε να αντιληφθούμε ότι μιλάμε για κοινωνικό πρόβλημα κι όχι για κάτι που συμβαίνει “μία στις τόσες από ανθρώπους που δεν είχαν τα λογικά τους”.

Επί σειρά ετών, δεν αντικρίζαμε στον ορίζοντα τον χώρο για να ακουστούν φωνές θυμάτων που μιλούν για θυμό, απογοήτευση, ταπείνωση, εξευτελισμό, ντροπή, ενοχές κι άλλα τόσα συναισθήματα καθόλου εύπεπτα βάσει του πώς είχε επιλέξει να μας αντιμετωπίζει τόσα χρόνια ο δημόσιος λόγος.

Δε δεχόμαστε ότι η κοινωνία μας δεν ήταν έτοιμη.  Όταν, για παράδειγμα, ο κ. Μοθωναίος κάθισε απέναντι στο ελληνικό κοινό, σε μια ψυχαγωγική τηλεοπτική εκπομπή, και μίλησε για τον τρόπο που το τραύμα του επηρέασε τις σχέσεις του, δεν έλαβε τίποτα άλλο πέρα από ενσυναίσθηση και στοργή. Πότε άλλοτε είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε και να διαχειριστούμε τέτοια βιώματα δημόσια;

Η ελληνική κοινωνία όφειλε να ανοίξει τον δρόμο προς ένα ώριμο, μεστό, συμπεριληπτικό και φροντιστικό πλαίσιο που θα αγκαλιάζει όλα τα βιώματα, όλους τους ανθρώπους και κυρίως όλα τα συναισθήματα. Και το κάνει με πολύ αργά, μικρά, δειλά βήματα, αλλά εξακολουθεί να το κάνει. Εξάλλου, είναι κι η ίδια βαθιά λαβωμένη από τα πατριαρχικά, σεξιστικά και ρατσιστικά ταμπού που χαράζουν τόσα χρόνια τον πυρήνα της. 

Το πρόβλημα που προκύπτει εν τέλει δεν είναι το ότι δεν μπορούμε να αισθανθούμε, αλλά το ότι φοβόμαστε να το κάνουμε.

Ο φόβος αυτός τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από αυτήν την απουσία γνώσεων που έχουμε πάνω στον εαυτό μας και στο δικαίωμά του να εκφραστεί. Κι αν οφείλουμε να διεκδικήσουμε κάτι, είναι ακριβώς αυτό το δικαίωμα. Να μάθουμε για εμάς και για την κλίμακα των συναισθημάτων μας. Να αποδομήσουμε αυτήν την αποπνικτική σύνδεσή τους με τα φύλα και να ξεκαθαρίσουμε μια και καλή το γεγονός ότι μπορείς να είσαι όποι@ φύλο γουστάρεις και να αισθάνεσαι τα πάντα. Να αγκαλιάσουμε τα αρνητικά μας συναισθήματα, χωρίς να προσπαθούμε εναγωνίως να τα εξορίσουμε, επειδή τα θεωρούμε τοξικά. Χρειάζεται να τα εργαλειοποιήσουμε συλλογικά, αντιτάσσοντάς τα απέναντι σε κάθε ατομικότητα ή σύστημα που έφτασε η στιγμή να αφανίσουμε (και δε θα λυπηθούμε και καθόλου). 

                     

                     Βiτλή Χριστίνα, Κατόπη Ελευθερία, Κουτσουλέντη Ανδρομάχη, Στεργίου Τόνια

fem talk  

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.